Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Miuccia Prada χρησιμοποίησε ένα τεχνικό ύφασμα εκεί όπου η ιταλική πολυτέλεια επέβαλλε δέρμα και αυτό που προέκυψε δεν ήταν απλώς ένα επιτυχημένο αξεσουάρ.
Σήμερα ένα σακίδιο με την υπογραφή ενός μεγάλου οίκου δεν προκαλεί καμία εντύπωση. Τη δεκαετία του 1980, όμως, η εικόνα ήταν διαφορετική. Η πολυτέλεια, ειδικά στα αξεσουάρ, βασιζόταν σε ένα σχετικά σαφές σύστημα αξιών: Το δέρμα, την χειροποίητη κατασκευή, τα μεταλλικά εξαρτήματα και την εμφανή ποιότητα των υλικών, όλα δικαιολογούσαν την τιμή και το κύρος ενός προϊόντος.
Η Prada γνώριζε αυτή την παράδοση καλύτερα από τους περισσότερους. Ο Mario Prada είχε ιδρύσει τον οίκο στο Μιλάνο, το 1913, δημιουργώντας βαλίτσες, τσάντες και είδη ταξιδιού για την εύπορη πελατεία της πόλης. Το κατάστημα στη Galleria Vittorio Emanuele II ήταν συνδεδεμένο με την παλιά μιλανέζικη αστική τάξη και η εταιρεία είχε γίνει επίσημος προμηθευτής της ιταλικής βασιλικής οικογένειας. Όταν η εγγονή του, Miuccia Prada, ανέλαβε την επιχείρηση το 1978, δεν επιχείρησε απλώς να εκσυγχρονίσει αυτή την κληρονομιά. Άρχισε να αμφισβητεί ορισμένες από τις βασικές της αρχές.
Η ίδια, άλλωστε, δεν είχε την τυπική διαδρομή μιας σχεδιάστριας μόδας. Είχε σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στο Μιλάνο, είχε εκπαιδευτεί για χρόνια στο θέατρο και είχε συμμετάσχει στο ιταλικό φεμινιστικό κίνημα. Το ενδιαφέρον της για τη μόδα συνοδευόταν πάντα από μια σχετική καχυποψία απέναντι στους κανόνες της. Τι θεωρούμε όμορφο; Γιατί ένα υλικό θεωρείται ευγενές και ένα άλλο ευτελές; Και πόσο από αυτό που αποκαλούμε καλό γούστο είναι απλώς μια συνήθεια που έχει παγιωθεί; Το μαύρο nylon έδωσε μια πρώτη απάντηση.
Από τον στρατιωτικό εξοπλισμό στο Μιλάνο
Η Miuccia άρχισε να δουλεύει με το Pocono, ένα πυκνό και ιδιαίτερα ανθεκτικό nylon που απείχε αισθητικά από τα δέρματα πάνω στα οποία είχε χτίσει τη φήμη της η οικογενειακή επιχείρηση. Ήταν ελαφρύ, πρακτικό, σχεδόν αυστηρό στην όψη. Δεν υπήρχε τίποτα πάνω του που να παραπέμπει από μόνο του σε πολυτέλεια. Το πρώτο σακίδιο εμφανίστηκε την περίοδο 1984-85 και το σχέδιο εξελίχθηκε τα επόμενα χρόνια. Η ίδια η Prada αναφέρει το 1987 ως σημαντικό σταθμό στην πορεία του μοντέλου που αργότερα έγινε διεθνής εμπορική επιτυχία. Η μορφή του ήταν απλή: μαλακό μαύρο σώμα, καπάκι, κορδόνι, εξωτερικές τσέπες και περιορισμένες δερμάτινες λεπτομέρειες. Στο κέντρο βρισκόταν το μικρό μεταλλικό τρίγωνο με το λογότυπο του οίκου.
Το ενδιαφέρον δεν ήταν μόνο ότι ένας πολυτελής οίκος χρησιμοποιούσε nylon. Ήταν ότι δεν προσπαθούσε να κρύψει τη φύση του υλικού. Το σακίδιο παρέμενε ελαφρύ, μαλακό και λειτουργικό. Δεν μιμούνταν μια δερμάτινη τσάντα και δεν επιχειρούσε να δικαιολογήσει την τιμή του με περίτεχνα τελειώματα. Η Miuccia Prada μετέφερε έτσι το ενδιαφέρον από την πρώτη ύλη στον σχεδιασμό. Ένα αντικείμενο μπορούσε να έχει αξία όχι επειδή ήταν φτιαγμένο από το ακριβότερο διαθέσιμο υλικό, αλλά επειδή η μορφή, η χρήση και η ιδέα πίσω από αυτό ήταν σωστά μελετημένες. Για τα δεδομένα της εποχής, ήταν σημαντική μετατόπιση.
Ένα σακίδιο για την πόλη
Εξίσου ασυνήθιστη ήταν η ίδια η επιλογή του σακιδίου. Μέχρι τότε παρέπεμπε κυρίως σε ορειβασία, στρατιωτικό εξοπλισμό, ταξίδια ή σχολείο. Δεν είχε ακόμη καθιερωθεί ως αξεσουάρ της ενήλικης αστικής γκαρνταρόμπας. Η Prada το αντιμετώπισε διαφορετικά. Το σακίδιο δεν ήταν απλώς μια νέα μορφή τσάντας. Ανταποκρινόταν σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Φοριόταν κοντά στο σώμα, άφηνε τα χέρια ελεύθερα, άντεχε στην καθημερινή χρήση και δεν απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα. Αυτή η έμφαση στη χρηστικότητα αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική για την ανδρική μόδα που θα ακολουθούσε.
Όταν η Prada άρχισε να αναπτύσσει τις ανδρικές συλλογές της στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ίδια λογική πέρασε και στα ρούχα. Το nylon εμφανίστηκε σε μπουφάν, παλτά και γιλέκα, συχνά δίπλα σε μάλλινα παντελόνια και αυστηρά σακάκια. Η ιταλική παράδοση του καλού ραψίματος συναντούσε στοιχεία από τις στολές εργασίας, τον στρατιωτικό ρουχισμό και τα αθλητικά ρούχα. Ήταν ένας διαφορετικός τρόπος να αντιλαμβάνεσαι την κομψότητα. Λιγότερο διακοσμητικός, περισσότερο αστικός και προσαρμοσμένος στην πραγματική καθημερινότητα.
Σήμερα αυτή η προσέγγιση είναι τόσο διαδεδομένη ώστε δύσκολα θυμόμαστε ότι κάποτε χρειαζόταν υπεράσπιση. Τα αδιάβροχα μπουφάν συνδυάζονται με κοστούμια, τα παπούτσια πεζοπορίας με μάλλινα παντελόνια και το σακίδιο έχει αντικαταστήσει για πολλούς άνδρες τον παραδοσιακό χαρτοφύλακα. Τα όρια ανάμεσα στο επίσημο, το αθλητικό και το πρακτικό ντύσιμο έχουν γίνει πολύ πιο χαλαρά. Στην τρέχουσα συλλογή της Prada, ένα ανδρικό Re-Nylon backpack κοστίζει από περίπου 1.500 ευρώ, ενώ το κλασικό μαύρο μοντέλο φτάνει τα 2.300 ευρώ και ορισμένες εκδοχές με δέρμα Saffiano ξεπερνούν τα 3.000.
Το nylon ως ταυτότητα
Στα χρόνια που ακολούθησαν, το nylon έπαψε να είναι μια απρόσμενη επιλογή και έγινε μέρος της ταυτότητας της Prada. Όπως το καρό της Burberry ή το καπιτονέ δέρμα της Chanel, το μαύρο nylon μπορούσε πλέον να αναγνωριστεί χωρίς ιδιαίτερη εξήγηση. Το 2019 ο οίκος επανήλθε στο υλικό με το Re-Nylon, χρησιμοποιώντας αναγεννημένο nylon ECONYL, το οποίο παράγεται από ανακτημένα υλικά, όπως παλιά δίχτυα αλιείας και υπολείμματα nylon. Η Prada προχώρησε σταδιακά στην αντικατάσταση του nylon στις σχετικές συλλογές της, επιχειρώντας να προσαρμόσει ένα ιστορικό υλικό στις σημερινές απαιτήσεις παραγωγής.
Για έναν οίκο που έχει ταυτιστεί τόσο στενά με ένα συνθετικό ύφασμα, η περιβαλλοντική του διαχείριση αποτελεί αναπόφευκτα μέρος της σύγχρονης συζήτησης γύρω από το προϊόν. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του, το σακίδιο έχει αποκτήσει και θεσμική θέση στην ιστορία του σχεδιασμού. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης έχει εντάξει το σχέδιο του 1984 στη συλλογή του.
Η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια ή στις πωλήσεις του. Το συγκεκριμένο σακίδιο εμφανίστηκε σε μια στιγμή που η πολυτέλεια εξακολουθούσε να ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο πολύτιμο έδειχνε ένα αντικείμενο. Η Prada πρότεινε κάτι διαφορετικό: ότι η ποιότητα του σχεδιασμού και η χρηστικότητα μπορούσαν να έχουν εξίσου καθοριστικό ρόλο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα αντικείμενο που δεν έμοιαζε με τις πολυτελείς τσάντες της εποχής του. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, να μη μοιάζει ιδιαίτερα παλιό.
Εξωτερική φωτογραφία: @ Prada Instagram