Από τα εξώφυλλα και τις πασαρέλες μέχρι τη μουσική και τη διαφήμιση, τα supermodels έγιναν σύμβολα μιας εποχής.
Στην ακμή της δεκαετίας του 1990, ένα μικρό όνομα αρκούσε: Linda, Naomi, Cindy, Christy. Το κοινό αναγνώριζε τα πρόσωπα, οι σχεδιαστές διεκδικούσαν την παρουσία τους σε κάθε επίδειξη και οι φωτογράφοι συνέβαλλαν στη δημιουργία του μύθου τους. Οι γυναίκες που περπατούσαν στην πασαρέλα είχαν γίνει διάσημες με δικό τους κοινό, ξεχωριστή προσωπικότητα και επιρροή που ξεπερνούσε τον κόσμο της μόδας. Η βιομηχανία είχε αποκτήσει τις δικές της πρωταγωνίστριες.
Μια εικόνα συμπυκνώνει εκείνη τη μετάβαση: στο εξώφυλλο της βρετανικής Vogue του Ιανουαρίου 1990, ο Peter Lindbergh φωτογράφισε μαζί τις Linda Evangelista, Naomi Campbell, Cindy Crawford, Christy Turlington και Tatjana Patitz. Ακολούθησε η συμμετοχή τους στο βιντεοκλίπ του George Michael για το «Freedom! ’90». Στην επίδειξη του Gianni Versace για το φθινόπωρο–χειμώνα 1991, οι Evangelista, Campbell, Crawford και Turlington εμφανίζονται αγκαλιασμένες στην πασαρέλα, σχηματίζοντας με τα χείλη τους τα λόγια του ίδιου τραγουδιού. Μέσα σε αυτή την αλληλουχία, περιοδικά, μουσική και πασαρέλα συναντήθηκαν, πολλαπλασιάζοντας τη δύναμη των ίδιων προσώπων.
Η ιστορία είχε αρχίσει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα
Προτού η έννοια του supermodel γίνει συνώνυμο μιας μικρής ομάδας γυναικών με παγκόσμια φήμη, ορισμένα μοντέλα είχαν ήδη αρχίσει να αποκτούν μια θέση στη συλλογική μνήμη. Η πορεία τους αποτυπώθηκε στα αρχεία των περιοδικών, εκεί όπου μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη σταδιακή μεταμόρφωση ενός προσώπου σε προσωπικότητα. Αλλά και ο ίδιος ο όρος supermodel φαίνεται να εμφανίστηκε την δεκαετία του 1940. Ήδη στις 6 Οκτωβρίου 1942, η εφημερίδα Chicago Daily Tribune χρησιμοποιούσε τη διατύπωση «“Super” Models» σε τίτλο δημοσιεύματος.
Δεκαετίες αργότερα, ο όρος θα συνδεόταν με μια μικρή ομάδα γυναικών των οποίων η φήμη ξεπέρασε την πασαρέλα και απέκτησαν επιπλέον τον τίτλο της μούσας. Η Hiroko Matsumoto συνδέθηκε με τον Pierre Cardin, η Mounia Orosemane, ένα από τα πρώτα μαύρα μοντέλα, με τον Yves Saint Laurent και η Pat Cleveland με τον Halston. Κάθε συνεργασία διαμόρφωνε ένα ιδιαίτερο αισθητικό λεξιλόγιο: ο τρόπος κίνησης, η στάση του σώματος και η προσωπικότητα του μοντέλου βοηθούσαν το κοινό να αναγνωρίσει τον κόσμο ενός σχεδιαστή. Το ένδυμα αποκτούσε χαρακτήρα μέσα από τη γυναίκα που το φορούσε. Η έννοια της μούσας απέκτησε έτσι και μια σαφή επαγγελματική διάσταση. Το κατάλληλο πρόσωπο μπορούσε να προσδώσει συνοχή, ζωντάνια και αναγνωρισιμότητα σε μια δημιουργική πρόταση.
Η δεκαετία του 1990 και η πρωτοφανής δημοσιότητα
Οι κορυφαίες της πασαρέλας εμφανίζονταν σε διαφημίσεις, μουσικά βίντεο, τηλεοπτικές εκπομπές και κοσμικές διοργανώσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Cindy Crawford: από την παρουσίαση της εκπομπής «House of Style» του MTV μέχρι τις διαφημίσεις της Pepsi, η εικόνα της έφτανε σε κοινά πολύ ευρύτερα από τους αναγνώστες των περιοδικών μόδας. Η αναγνωρισιμότητά της μπορούσε να υπηρετήσει διαφορετικά προϊόντα, ακριβώς επειδή είχε πλέον αποκτήσει αυτοτελή αξία. Η εμπορική τους ισχύς αποτυπωνόταν και στα πολυετή συμβόλαια αξίας εκατομμυρίων δολαρίων: η Cindy Crawford συνδέθηκε με τη Revlon, η Christy Turlington με τη Maybelline και το άρωμα Eternity του Calvin Klein, ενώ αργότερα η Kate Moss έγινε το πρόσωπο των αρωμάτων Obsession και CK One.
Παράλληλα, η συνύπαρξη αυτών των γυναικών ενίσχυε τη λάμψη καθεμιάς. Σε συνέντευξή της στη Vogue, το 2021, η Claudia Schiffer περιέγραψε τη δυναμική που αποκτούσαν οι κοινές τους εμφανίσεις για μεγάλους οίκους μόδας. «Διαφέραμε στην εμφάνιση και στην εθνικότητα, όμως μαζί αποκτήσαμε δύναμη», είχε δηλώσει. Το ενδιαφέρον βρισκόταν και στη μεταξύ τους χημεία: διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, μια ομάδα που μπορούσε να μετατρέψει μια φωτογράφιση ή μια επίδειξη σε γεγονός.
Πίσω από τη δημόσια εικόνα υπήρχαν, επίσης, σχέσεις εμπιστοσύνης, μεταξύ μοντέλου και σχεδιαστή, με διάρκεια. Η σύνδεση της Naomi Campbell με τον Azzedine Alaïa υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές. Γνωρίστηκαν όταν εκείνη έκανε τα πρώτα της βήματα στο Παρίσι και έφτασε να τον αποκαλεί «Papa». Η προσωπική τους εγγύτητα συμβάδιζε με μια δημιουργική συγγένεια: η σιλουέτα και η κίνησή της συναντούσαν τα εφαρμοστά, γλυπτικά του ρούχα. Το Ίδρυμα Azzedine Alaïa καταγράφει αυτή τη σχέση ως ουσιαστικό κεφάλαιο τόσο της δικής της διαδρομής όσο και του έργου του σχεδιαστή.
Τέτοιες συνεργασίες φωτίζουν μια βασική δεξιότητα του επαγγέλματος. Το μοντέλο καλείται να ερμηνεύσει το ρούχο: να καταλάβει τη γραμμή του, να βρει τον βηματισμό που του ταιριάζει, να αποδώσει μπροστά στον φακό μια συγκεκριμένη διάθεση. Στην περίπτωση αυτών των γυναικών, αυτή η προσαρμοστικότητα συνυπήρχε με μια ευδιάκριτη προσωπική υπογραφή. Η γυναίκα μεταμορφωνόταν από φωτογράφιση σε φωτογράφιση, διατηρώντας στοιχεία που την έκαναν αμέσως αναγνωρίσιμη. Τα παρασκήνια προσέθεταν μια ακόμη διάσταση στον μύθο. Φωτογραφίες που δημοσιεύονταν σε περιοδικά και εφημερίδες, από στιγμές πίσω από τις επιδείξεις, μακριά από την πειθαρχημένη εικόνα της πασαρέλας, κατέγραφαν την προετοιμασία, τις επαφές με τους συνεργάτες και την οικειότητα μεταξύ των μοντέλων. Η γοητεία τους περιλάμβανε πλέον και την υπόσχεση πρόσβασης σε έναν κόσμο που το κοινό έβλεπε συνήθως μόνο στην τελική, επιμελημένη εκδοχή του.
Αυτή η πρόσβαση έχει σήμερα διαφορετική μορφή. Στο περιβάλλον των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η επαγγελματική φωτογράφιση συνυπάρχει με την προσωπική ανάρτηση, ενώ η δημόσια παρουσία ενός μοντέλου μπορεί να περιλαμβάνει και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το πρόσωπο της διαφημιστικής εικόνας συμμετέχει πλέον και στη δημιουργία του προϊόντος. Την ίδια στιγμή, η ιστορική θέση της πρώτης μεγάλης γενιάς εξακολουθεί να επανεξετάζεται. Η έκθεση «NAOMI: In Fashion», που παρουσιάστηκε στο Victoria and Albert Museum του Λονδίνου, αντιμετώπισε τη διαδρομή της Naomi Campbell ως αντικείμενο μουσειακής μελέτης. Ρούχα, φωτογραφίες και υλικό από την καριέρα της συνέθεσαν την ιστορία ενός μοντέλου, του οποίου η παρουσία επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη μόδα.
Ανάλογα με την εποχή και τα ζητούμενα, ο ρόλος έχει διευρυνθεί θεαματικά. Στον πυρήνα του παραμένει η ικανότητα ενός προσώπου να συγκρατεί το βλέμμα και να δίνει στην εικόνα ξεχωριστό χαρακτήρα. Οι γυναίκες που ονομάστηκαν supermodel κατόρθωσαν να μεταφέρουν αυτόν τον χαρακτήρα πέρα από τη φωτογραφία: στο όνομά τους, στις συνεργασίες τους και τελικά, στην ίδια την ιστορία της μόδας.
Κάθε σεζόν εμφανίζονται νέα πρόσωπα, κάποια από τα οποία είναι απόγονοι της προηγούμενης γενιάς των supermodels, όπως τα «nepo babies» Kaia Gerber, κόρη της Cindy Crawford και η Lila Moss, κόρη της Kate Moss. Το ενδιαφέρον της βιομηχανίας του θεάματος έχει μετατοπιστεί εν μέρει προς ηθοποιούς, αστέρες της μουσικής και «It girls», που διαθέτουν ήδη αρκετό κοινωνικό «κεφάλαιο» ώστε να γίνουν τα πρόσωπα μεγάλων brands. Στις ροές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ωστόσο, κυριαρχεί η φιγούρα του μοντέλου-influencer-επιχειρηματία.
Καθώς ο ρόλος του supermodel εξελίσσεται, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο η εικόνα του παρουσιάζεται στα μέσα. Ένα μοντέλο δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο, αλλά υιοθετεί μια ολοκληρωμένη ταυτότητα που εκτείνεται σε διάφορους τομείς, δίνοντας ένα εντελώς νέο νόημα, ανάλογα με την εποχή, στον όρο «Super».
Εξωτερική φωτογραφία: @ Getty Images / Ideal Image