Δύο καλλιτέχνες, δύο εκδοχές της Νέας Υόρκης και δύο εντελώς διαφορετικοί δρόμοι προς την ίδια, βαθιά αμερικανική εμπειρία.
Edward Hopper και Andy Warhol. Δύο Αμερικανοί εικαστικοί καλλιτέχνες. Δύο διαφορετικές γενιές με ίδια έδρα. Τη Νέα Υόρκη. Το 1950, όταν ο Hopper ήταν ήδη θεσμός για την καλλιτεχνική σκηνή της πόλης, ο Warhol ήταν μόνο ένας εικοσάχρονος, με ένα πορτφόλιο σχεδίων στο χέρι, που έψαχνε δουλειά σε διαφημιστικές εταιρείες.
Ο Hopper αποτύπωσε στα έργα του την απομόνωση του ατόμου μέσα στη σύγχρονη πόλη. Κεντρική μορφή του αμερικανικού ρεαλισμού, ζωγράφιζε με αυστηρή σύνθεση, καθαρές αρχιτεκτονικές γραμμές και εκείνο το φως που συχνά μοιάζει να αποκτά μεγαλύτερη παρουσία από τους ίδιους τους ανθρώπους. Το σύνολο της δουλειάς του, σε πρώτη ανάγνωση, είναι σαφές. Σε δεύτερη, όμως, τι; Ο Hopper, ζωγραφίζοντας, σκηνοθετούσε ανθρώπους ανέκφραστους. Το πλαίσιο στο οποίο τους τοποθετούσε ήταν μεγαλύτερο από εκείνους. Από την άλλη, το έργο του Warhol είναι πλημμυρισμένο από celebrities, μεταξοτυπίες, φλας φωτογράφων, πάρτι, ψυχεδελική μουσική και καλλίγραμμα μοντέλα, που οι ποσότητες της δόξας τους ρυθμίζονταν από εκείνον. Κεντρική μορφή της Pop Art, χρησιμοποίησε τη φωτογραφική αναπαραγωγή, τα έντονα χρώματα για να μεταφέρει στη ζωγραφική τη γλώσσα της διαφήμισης, της κατανάλωσης και των media. Στον κόσμο του Warhol όλοι και τα πάντα θέλουν να γίνουν εικόνα. Όλοι και τα πάντα είναι υποκείμενα της κατανάλωσης.
Ο Hopper κοίταξε τη Νέα Υόρκη των ανθρώπων που κυκλοφορούν στην ίδια πόλη χωρίς να υπάρχει απαραίτητα η αίσθηση της εγγύτητας ανάμεσά τους. Ο Warhol κοίταξε τη Νέα Υόρκη της έκθεσης, της πρεμιέρας, του Rock ’n’ Roll γκρουπ που δεν διστάζει να ανέβει στη σκηνή με ξεκούρδιστες κιθάρες.
Δύο δρόμοι προς την αμερικανική εικόνα
Ο Edward Hopper γεννήθηκε το 1882 στο Νάιακ της Νέας Υόρκης. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη το 1908 και έζησε για δεκαετίες στην Washington Square. Παρατηρούσε κτίρια, παράθυρα, βενζινάδικα, θέατρα, καφέ. Χρησιμοποιούσε το φως σχεδόν σαν αρχιτεκτονικό υλικό και αφαιρούσε από τις σκηνές του ό,τι θεωρούσε περιττό. Ο Andy Warhol γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ το 1928. Έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1949 και ξεκίνησε να εργάζεται ως εικονογράφος σε διαφημιστικά γραφεία. Εκεί όπου ο Hopper αφαιρούσε, ο Warhol πολλαπλασίαζε. Οι δικοί του ήρωες ήταν «επώνυμοι». Marilyn. Elvis. Mao. Ηλεκτρικές καρέκλες. Αυτοκινητικά δυστυχήματα.
Στις 9 Ιουλίου 1962, στην Ferus Gallery του Λος Άντζελες, παρουσίασε τα «Campbell’s Soup Cans»: 32 ξεχωριστούς καμβάδες, όσες και οι ποικιλίες σούπας που διέθετε τότε η Campbell’s, παραταγμένους σε μία σειρά πάνω σε ράφι, σαν προϊόντα παντοπωλείου. Μια κίνηση υψηλού συμβολισμού. Η μαζική κατανάλωση είχε μόλις μπει σε γκαλερί. Η επίθεση στη σοβαροφάνεια της υψηλής τέχνης ήταν πια πιο φανερή από ποτέ. Ο Warhol ήταν σαφής: «Δεν νομίζω ότι η τέχνη πρέπει να είναι μόνο για λίγους. Νομίζω ότι πρέπει να είναι για τη μάζα του αμερικανικού λαού». Δύο καλλιτέχνες. Δύο διαφορετικές μέθοδοι για να ζωγραφίσουν την ίδια αμερικανική εμπειρία. Ο Hopper αφαιρούσε. Ο Warhol πολλαπλασίαζε. Ο ένας άφηνε κενό χώρο γύρω από τον άνθρωπο. Ο άλλος γέμιζε τον χώρο με εικόνες.
Όταν το βλέμμα αλλάζει πλευρά
Το έργο «Nighthawks» (1942) του Edward Hopper είναι ίσως η πιο αναγνωρίσιμη νυχτερινή εικόνα της αμερικανικής ζωγραφικής. Το Whitney Museum of American Art, ένα από τα σημαντικότερα μουσεία αμερικανικής τέχνης στη Νέα Υόρκη και με ιδιαίτερα μεγάλη συλλογή έργων του Hopper, σημειώνει ότι και ο θεατής παραμένει έξω από το τζάμι ως ηδονοβλεψίας και όχι συμμετέχων. Η πόλη είναι γεμάτη ανθρώπους. Κανείς δεν φαίνεται πραγματικά να φτάνει στον άλλον. Δεν συνομιλούν. Απλώς υπάρχουν. Μια εικόνα χωρίς πρωταγωνιστή. Στον πίνακα «Room in New York» ένας άνδρας διαβάζει εφημερίδα. Μια γυναίκα λίγο πιο πέρα αγγίζει το πιάνο. Βρίσκονται μαζί και ταυτόχρονα ο καθένας στον δικό του κόσμο. Ο Hopper δεν χρειάζεται δράμα. Η τήρηση των αποστάσεων, το ευαγγέλιό του. Μιλώντας για το «Approaching a City», to 1959, είχε παραδεχθεί: «Υπάρχει ένας ορισμένος φόβος και μια αγωνία όταν πλησιάζεις μια μεγάλη πόλη».
Ο Warhol κάνει το αντίθετο. Το εργαστήριό του, το Factory, έγινε στα μέσα της δεκαετίας του1960 ένας τόπος ζύμωσης όπου άνθρωποι, έργα και φήμη παράγονταν ταυτόχρονα. Ταινίες, φωτογραφίες, μουσική, πάρτι. Η αποκαθήλωση της υψηλής τέχνης στέκει ως υπονοούμενο γύρω από κάθε καλλιτεχνική του πράξη. Ο Warhol δεν κοιτά απλώς την πόλη όπου ζει. Κατασκευάζει το δικό του καλλιτεχνικό Βατικανό. Αργότερα, ως εκδότης του περιοδικού Interview, θα ενώσει ακόμη περισσότερο την τέχνη με τους celebrities και τα media. Στον Hopper μπορείς να βρίσκεσαι δίπλα σε κάποιον και να είσαι μόνος. Στον Warhol μπορείς να βρίσκεσαι ανάμεσα σε εκατό ανθρώπους, των οποίων ο αμετροεπής ναρκισσισμός προβάλλεται με μοναδική πίστη ως κοινός παρονομαστής τους. Τι τους χωρίζει; Ίσως ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται το βλέμμα. Ο Hopper κοιτάζει ανθρώπους που συχνά δεν γνωρίζουν ότι τους κοιτάζουμε. Μέσα από παράθυρα, σε καφετέριες, σε γραφεία, σε δωμάτια. Ο θεατής γίνεται σχεδόν κάμερα που τους καταγράφει.
Ο Warhol κοιτάζει ανθρώπους που θέλουν να τους κοιτάζουμε. Η Marilin μέσα από τη δική του ματιά γίνεται προϊόν. Η εικόνα της αναπαράγεται μέχρι εξάντλησης. Στο «Gold Marilyn Monroe», του 1962, το πρόσωπό της αιωρείται πάνω σε χρυσό φόντο σαν σύγχρονη εικόνα αγίου. «Όσο περισσότερο κοιτάζεις ακριβώς το ίδιο πράγμα, τόσο περισσότερο εξαφανίζεται το νόημα», έχει πει ο Warhol. Στον Hopper, αντίθετα, όσο περισσότερο κοιτάζεις τόσο περισσότερο υποψιάζεσαι ότι κάτι υπάρχει πίσω από τη σιωπή. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος αντιστεκόταν στις εύκολες ερμηνείες περί μοναξιάς. Κι όμως, οι άδειοι δρόμοι του, οι άνθρωποι στα παράθυρα και τα φωτισμένα δωμάτια έχουν γίνει σχεδόν παγκόσμιο λεξιλόγιο της αστικής μοναξιάς.
Η ίδια πόλη, δύο διαφορετικές μοναξιές
Ο Hopper έζησε στην πόλη σχεδόν έξι δεκαετίες. Η εσωτερικότητα των ανθρώπων της παρουσιάστηκε με μοναδική τελειότητα. Ο Warhol αντιμετώπισε την ίδια πόλη διαφορετικά. Κατέγραψε την εξωστρέφειά της. Καμία ποιητικότητα, μόνο πάρτι μετά το πάρτι. Και οι δύο, όμως, κατάλαβαν κάτι για τη μητρόπολη: ότι η εγγύτητα δεν εγγυάται την επαφή. Ο Hopper πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 15 Μαΐου 1967. Έναν χρόνο αργότερα, η Valerie Solanas θα πυροβολούσε τον Warhol μέσα στο Factory. Εκείνος επέζησε και συνέχισε να παράγει εικόνες μέχρι τον θάνατό του, επίσης στη Νέα Υόρκη, στις 22 Φεβρουαρίου 1987. Οι δύο καλλιτέχνες ζωγράφισαν δύο διαφορετικούς τρόπους να είσαι μόνος. Ο Hopper ζωγράφισε τον άνθρωπο που βρίσκεται μέσα στην πόλη και νιώθει ότι κανείς δεν τον βλέπει. Ο Warhol τον άνθρωπο που βρίσκεται μέσα στην πόλη και φοβάται ότι κάποια στιγμή θα σταματήσουν να τον κοιτάζουν.
Η πόλη είναι θέαμα ή μοναξιά; Ο Hopper δεν χρειάστηκε ποτέ το θέαμα για να δείξει τη μοναξιά. Ο Warhol απέδειξε ότι ούτε το θέαμα αρκεί για να την εξαφανίσει. Ίσως γι’ αυτό, εξήντα χρόνια μετά τα δεκαπέντε λεπτά δόξας που είχε προβλέψει, ζούμε πια πιο κοντά στο Factory παρά στο καθημερινό εστιατόριο όπου οι απόμαχοι της καθημερινότητας αναζητούν ηρεμία, όλοι μπροστά σε μια κάμερα και κανείς πραγματικά μπροστά σε κανέναν.
Εξωτερική φωτογραφία: @ AFP Forum, @ Getty Images / Ideal Image