Τι είναι το «loud budgeting», γιατί μπορεί να γίνει στρατηγική διαπραγμάτευσης και πώς μπορεί πρακτικά να μας βοηθήσει να εξοικονομήσουμε χρήματα.
Μέχρι πρότινος ο όρος «ήσυχη πολυτέλεια» είχε κατακλίσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με προτάσεις για μόδα, τρόπο ζωής και διακόσμηση που δεν κραύγαζε, αλλά εστίαζε στην ποιότητα και τη διαχρονικότητα. Στον αντίποδα, το.. ηχηρό «loud budgeting» φωνάζει για να δηλώσει κάτι πολύ συγκεκριμένο: «Δε θέλω να ξοδέψω».
Οι παλαιότερες γενιές δίσταζαν να μιλήσουν ανοιχτά για τα οικονομικά τους. Ήταν ένας συνδυασμός ντροπής και διακριτικότητας. Από τη μία δεν ήθελαν να φέρουν σε δύσκολη θέση αυτόν που είχαν απέναντί τους, από την άλλη ένιωθαν άβολα να παραδεχθούν ότι δυσκολεύονταν ή ότι προτιμούσαν να δαπανήσουν χρήματα μόνο για τα ουσιώδη. Το «loud budgeting» ανατρέπει όλα τα παραπάνω και καταστέλλει τους ενδοιασμούς. Αντί κάποιος να πιεστεί να αντέξει οικονομικά μια δαπάνη, δηλώνει ανοιχτά ότι δεν έχει το ανάλογο budget. Ότι επιλέγει να μη διαθέσει τα χρήματά του για ένα συγκεκριμένο σκοπό, καθώς οι προτεραιότητές του είναι άλλες.
Ένας κωμικός κι η τάση
Η τάση, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, άρχισε να γίνεται δημοφιλής ανάμεσα στους εκπροσώπους της Γενιάς Z μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο όρος καθιερώθηκε στις αρχές του 2024 από τον κωμικό και συγγραφέα Λούκας Μπατλ, ο οποίος σε βίντεο στο TikTok εξηγούσε πόσο απλό τελικά είναι να περιοριστούν τα περιττά έξοδα. «Δεν είναι “Δεν έχω αρκετά”, είναι “Δεν θέλω να ξοδέψω”», έλεγε προσελκύοντας ολοένα περισσότερους ακολούθους, με 1,4 εκατ. προβολές και περίπου 175.000 likes. Σύμφωνα με τον Μπατλ, όλα ξεκίνησαν όταν συνειδητοποίησε πόσα ξόδεψε για μια νυχτερινή έξοδο. Από εκείνη τη στιγμή, άρχισε να φιλτράρει τα έξοδα σε απαραίτητα και μη. Χωρίς δεύτερη σκέψη απέρριπτε προτάσεις από φίλους του, οι οποίες προϋπόθεταν δαπάνη χρημάτων.
Η όλη έννοια συνοψίζεται σε μια φράση τόσο απλή όσο η παρακάτω: «Λυπάμαι, δε θέλω να διαθέσω χρήματα για φαγητό έξω. Μπορούμε να μαγειρέψουμε κάτι στο σπίτι αν θέλεις». Αντί να αναζητούμε δικαιολογίες, λέμε ακριβώς όπως έχουν τα πράγματα. Και αυτομάτως, η αίσθηση που υπερισχύει είναι η ανακούφιση. Σύμφωνα με το Business Insider, οι νέοι που υιοθετούν τη φιλοσοφία αυτή, εξοικονομούν περίπου 510-540 ευρώ το μήνα και συνολικά 6.000 ευρώ το χρόνο, τα οποία μπορούν να διατεθούν για την αποπληρωμή χρεών ή να αποταμιευτούν. Όπως επισημαίνει το δημοσίευμα, το μεγαλύτερο μέρος της εξοικονόμησης προέρχεται από μείωση δαπανών για παραγγελίες φαγητού, καφέ και σνακ. Όπως προκύπτει από έρευνα της Bank of America (BofA), το 42% της Γενιάς Ζ ακολουθεί την πρακτική του «loud budgeting», δηλαδή αρνείται προσκλήσεις αν το κρίνει απαραίτητο και αναφέρει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει. Αντί να συμφωνεί και να πληρώνεί για κάτι που δεν έχει τη δυνατότητα, λέει χωρίς καμία ενοχή «όχι».
Από την προσωπική ζωή στην επιχειρηματικότητα
Σύμφωνα με τους Economic Times η στάση αυτή αποτελεί έναν από τους πιο ευφυείς τρόπους για να εξοικονομήσουμε χρήματα, ενώ παράλληλα μειώνεται το άγχος που συνδέεται με τα οικονομικά, βελτιώνεται η ψυχική υγεία και ενισχύεται το πορτοφόλι. Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή η λογική μεταφέρεται στο ταμείο μιας επιχείρησης; Τη στιγμή που ένας μικρός επιχειρηματίας καλείται να αντιμετωπίσει δεκάδες προβλήματα, με αυξημένα κόστη, προμηθευτές, υψηλά ενοίκια, μισθούς εργαζομένων και άλλα, η φράση «αυτό ξεπερνά τον προϋπολογισμό μου» δεν είναι απαραίτητα δικαιολογία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Αν, για παράδειγμα, ένας προμηθευτής προτείνει ένα προϊόν σε Χ τιμή, ο επιχειρηματίας μπορεί να απαντήσει ότι ο προϋπολογισμός του είναι Ψ και να διερευνήσει αν υπάρχει άλλη λύση. Με αυτόν τον τρόπο, ο επιχειρηματίας θέτει όρια, δεν αποδέχεται την πρώτη τιμή που του προτείνεται, δημιουργεί χώρο για διαπραγμάτευση και αφήνει τον συνομιλητή να προτείνει εναλλακτική. Ο Guardian αναφέρει πως μικροί επιχειρηματίες χρησιμοποιούν εδώ και χρόνια την επίκληση των αυξημένων εξόδων για να διαπραγματεύονται με προμηθευτές και παρόχους υπηρεσιών.
Γιατί μπορεί να λειτουργεί
Γιατί αυτή η μέθοδος μπορεί να λειτουργήσει; Γιατί θέτει σαφή όρια. Δεν λέμε απλώς ότι κάτι κοστίζει πολλά χρήματα, λέμε ότι είναι πάνω από τις οικονομικές μας δυνατότητες. Μεταφέρει τη συζήτηση από το πρόβλημα στη λύση. Μπορούν να προκύψουν εναλλακτικές και να βελτιωθεί η διαπραγματευτική θέση, εφόσον ο άλλος γνωρίζει ότι υπάρχει πραγματικός περιορισμός. Αποτρέπονται οι αποφάσεις που λαμβάνονται από παρόρμηση και συχνά είναι λανθασμένες. Η επιχείρηση δεν αγοράζει επειδή πρέπει, αλλά επειδή χρειάζεται κάτι. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι ο επιχειρηματίας θα εφαρμόζει σε μόνιμη βάση το «loud budgeting», ούτε θα ζητά διαρκώς εκπτώσεις ή θα μετατοπίσει λάθος χειρισμούς σε βάρος των εργαζομένων, δίνοντας την εικόνα μιας επιχείρησης που αποφάσισε να μην πληρώνει.
Τρόπος ζωής
Σύμφωνα με την Britannica money, το «loud budgeting» μπορεί να γίνει τρόπος ζωής. Αρκεί να ακολουθήσουμε μερικά απλά βήματα. Ας ξεκινήσουμε ανοιχτά, χωρίς ταμπού, τη συζήτηση για την οικονομική μας κατάσταση. Αυτό και μόνο αποτελεί την καλύτερη βάση για να εφαρμοστεί σωστά η μέθοδος. Επιπλέον, ο καθορισμός συγκεκριμένων οικονομικών στόχων και ο προϋπολογισμός που υποστηρίζει αυτούς τους στόχους είναι το κλειδί για καλύτερο έλεγχο των εξόδων. Στο πλαίσιο μιας παρέας ή μιας οικογένειας, μπορούν να τεθούν σαφή όρια στις δαπάνες για συγκεκριμένες δραστηριότητες ώστε να αποτραπούν περιττά έξοδα. Η φιλοσοφία αυτή, άλλωστε, δεν έχει να κάνει με τη στέρηση, αλλά με τον έλεγχο. Τα σαφή όρια ευνοούν την αποταμίευση, περιορίζουν το στρες και ενισχύουν την αυτοπεποίθηση.
Εξωτερική φωτογραφία: 123RF