Μελέτη συνέδεσε τη συχνή τηλεθέαση στη μέση ηλικία με μικρότερο όγκο σε περιοχές της μνήμης δύο δεκαετίες αργότερα. Για όσους περνούσαν πολλές ώρες καθιστοί στη δουλειά, το εύρημα βγήκε αντίστροφο.
Η συζήτηση για το κάθισμα έχει γίνει τόσο απόλυτη που έχασε τη χρησιμότητά της. Το κάθισμα είναι το νέο κάπνισμα, ακούμε μια δεκαετία τώρα, κι η συμβουλή που ακολουθεί είναι πάντα η ίδια: σήκω, περπάτα, φόρεσε ένα ρολόι που μετράει βήματα. Μια νέα μελέτη λέει ότι μετράμε λάθος πράγμα. Δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό της Αμερικανικής Εταιρείας Αλτσχάιμερ και στηρίχτηκε στη μακροχρόνια αμερικανική έρευνα ARIC, που στρατολόγησε συμμετέχοντες μεταξύ 1987 και 1989, όταν ήταν κατά μέσο όρο πενήντα τριών ετών. Τους ρώτησαν τότε πόσο συχνά έβλεπαν τηλεόραση στον ελεύθερο χρόνο τους και πόσες ώρες κάθονταν στη δουλειά. Πάνω από είκοσι χρόνια μετά, 1.712 από αυτούς πέρασαν από μαγνητική τομογραφία.
Όσοι είχαν δηλώσει πως έβλεπαν τηλεόραση «πολύ συχνά» εμφάνισαν σημαντικά μικρότερο όγκο φαιάς ουσίας στον μετωπιαίο και τον ινιακό λοβό. Είχαν επίσης μικρότερο όγκο σε ένα σύνολο περιοχών που πλήττονται πρώτες στη νόσο Αλτσχάιμερ, ανάμεσά τους κι ο ιππόκαμπος -η δομή που φτιάχνει και ανακαλεί τις νέες αναμνήσεις. Και είχαν περισσότερες υπερεντάσεις λευκής ουσίας, βλάβες που συνδέονται με τη γήρανση, τον κίνδυνο εγκεφαλικού και τη νοητική έκπτωση.
Ίδια καρέκλα, άλλος εγκέφαλος
Το εύρημα που δίνει στη μελέτη το ενδιαφέρον της είναι πάντως το άλλο. Οι συμμετέχοντες που περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της εργάσιμης μέρας καθιστοί δεν εμφάνισαν την ίδια εικόνα. Το αντίθετο: είχαν μεγαλύτερο μετωπιαίο κι ινιακό λοβό και λιγότερες βλάβες στη λευκή ουσία από τους πιο συστηματικούς τηλεθεατές. Ίδια καρέκλα, ίδιες ώρες ακινησίας, αντίστροφο αποτέλεσμα. «Επί χρόνια εστιάζαμε στο πόσο κάθονται οι άνθρωποι. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι πρέπει να προσέξουμε και τι κάνουν όσο κάθονται», σχολίασε ο Ντέιβιντ Ράικλεν, καθηγητής βιολογικών επιστημών και ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια κι ένας από τους επικεφαλής της μελέτης. Η εξήγηση που προτείνουν οι ερευνητές είναι ότι πολλές καθιστικές δουλειές ζητούν επίλυση προβλημάτων, σχεδιασμό, συγκράτηση πληροφορίας και συγκέντρωση. Αυτή η διαρκής νοητική προσπάθεια φαίνεται να χτίζει κάτι σαν αποθεματικό, το οποίο αντισταθμίζει μέρος της φυσιολογικής επιβάρυνσης από την ακινησία. Η τηλεόραση δεν ζητάει τίποτα αντίστοιχο.
Οι συσχετίσεις κράτησαν ακόμη κι όταν οι επιστήμονες προσάρμοσαν τα δεδομένα για τη σωματική δραστηριότητα των συμμετεχόντων. Δηλαδή το γυμναστήριο δεν ακυρώνει το πρόβλημα, γιατί το πρόβλημα μάλλον δεν είναι μυϊκό. Υπάρχουν επιφυλάξεις, και τις καταγράφουν οι ίδιοι οι ερευνητές. Οι συνήθειες δηλώθηκαν από τους συμμετέχοντες κι όχι από μετρήσεις, με ό,τι σφάλμα σηκώνει αυτό. Δεν έγινε μαγνητική τομογραφία στην αρχή της παρακολούθησης, οπότε δεν αποκλείεται κάποιες διαφορές να προϋπήρχαν. Κι οι συσχετίσεις εμφανίστηκαν κυρίως στους άνδρες, χωρίς να έχει διευκρινιστεί γιατί. Καμία από αυτές τις επιφυλάξεις δεν ακυρώνει το βασικό: το είδος του καθιστικού χρόνου μετράει διαφορετικά από την ποσότητά του.
Μια χώρα καθισμένη μπροστά σε οθόνη
Η ελληνική εικόνα κάνει το εύρημα λιγότερο ακαδημαϊκό. Στη χώρα υπάρχουν σήμερα περίπου 200.000 άνθρωποι με άνοια, αριθμός που σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας αναμένεται να ξεπεράσει τις 600.000 έως το 2050. Το ετήσιο κόστος, άμεσο κι έμμεσο, πλησιάζει τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Η Ελληνική Εταιρεία Νόσου Αλτσχάιμερ υπολογίζει επιπλέον 350.000 άτομα με ήπια νοητική διαταραχή -το στάδιο που προηγείται. Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Άνοια υπάρχει από το 2016, με υλοποίηση που έχει καθυστερήσει επανειλημμένα. Την ίδια στιγμή, η τηλεόραση παραμένει βασικό μέσο ενημέρωσης για το 54% των Ελλήνων, σύμφωνα με ευρωπαϊκή έρευνα του 2025. Και τα στοιχεία της Nielsen δείχνουν ότι η κατηγορία «άλλα» -που περιλαμβάνει κυρίως υπηρεσίες συνδρομητικής ροής- έχει ξεπεράσει σε μερίδιο κάθε μεμονωμένο κανάλι. Η οθόνη δεν αδειάζει. Αλλάζει περιεχόμενο.
Κι εδώ είναι το πραγματικό ερώτημα για όποιον διαβάζει τη μελέτη σκεπτόμενος ότι αυτός δεν βλέπει τηλεόραση, σειρές βλέπει στον υπολογιστή. Η έρευνα δεν αφορούσε τη συσκευή. Αφορούσε τη διαφορά ανάμεσα σε έναν εγκέφαλο που δουλεύει κι έναν που παρακολουθεί. Από αυτή τη σκοπιά, τέσσερις ώρες αυτόματης αναπαραγωγής επεισοδίων δεν διαφέρουν σε τίποτα από τέσσερις ώρες μπροστά στο δελτίο. Η πρακτική συνέπεια δεν είναι να κλείσει κανείς την τηλεόραση. Είναι ότι η υγιεινή του εγκεφάλου μοιάζει να έχει δύο άξονες αντί για έναν, κι ο δεύτερος δεν εμφανίζεται σε καμία εφαρμογή βημάτων. Ο πρώτος μετράει κίνηση. Ο δεύτερος μετράει αν το κεφάλι έχει κάτι να λύσει. Οι περισσότεροι από εμάς παρακολουθούμε συστηματικά μόνο τον έναν.
Φωτογραφίες: 123RF