Στις 14 Ιουνίου οι Ελβετοί ψηφίζουν για μια πρόταση που προβλέπει ότι η χώρα δεν θα πρέπει να ξεπεράσει τα 10 εκατομμύρια κατοίκους.
Η Ελβετία είναι μια χώρα που έχει μάθει να ζει με τους αριθμούς. Από τα ρολόγια της ως τις τράπεζες και τα τρένα της, όλα έχουν μάθει να λειτουργούν με μαθηματική ακρίβεια. Δεν είναι να απορεί κανείς που σε λίγες ημέρες, συγκεκριμένα στις 14 Ιουνίου, οι πολίτες της θα κληθούν να αποφασίσουν για ένα αριθμητικό θέμα. Το οποίο, όμως, είναι πολύ πιο ευαίσθητο σε σχέση με χρήματα, επιτόκια ή δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Πόσοι άνθρωποι είναι «αρκετοί» για την Ελβετία;
Μπορεί η χώρα να «αντέξει» πάνω από 10 εκατομμύρια κατοίκους ή πρέπει να περιορίσει τον πληθυσμό της, βάσει του Συντάγματός της, σε αυτό το νούμερο; Όσο περίεργο κι αν διαβάζεται, αυτό είναι το ερώτημα. Οι Ελβετοί ψηφίζουν για τη λεγόμενη «Πρωτοβουλία Βιωσιμότητας», γνωστή ευρύτερα ως «Όχι σε μια Ελβετία των 10 εκατομμυρίων». Η πρόταση, που προωθείται κυρίως από το δεξιό Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP), ζητά να εγγραφεί στο Σύνταγμα ότι ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας δεν θα πρέπει να ξεπεράσει τα 10 εκατομμύρια κατοίκους πριν από το 2050. Αν ο πληθυσμός υπερβεί τα 9,5 εκατομμύρια νωρίτερα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα είναι υποχρεωμένη να λάβει μέτρα για τον περιορισμό της αύξησής του, κυρίως μέσω αυστηρότερων μεταναστευτικών κανόνων.
Η συζήτηση, βέβαια, δεν προέκυψε τυχαία, ούτε πρόσκαιρη είναι, αλλά άναψε τα τελευταία χρόνια. Κι αυτό, διότι η Ελβετία του 2026 δεν μοιάζει πληθυσμιακά με εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Το 1970 η χώρα είχε περίπου 6,3 εκατομμύρια κατοίκους. Το 1990 είχε φτάσει περίπου τα 6,8 εκατομμύρια. Σήμερα αριθμεί περίπου 9,1 εκατομμύρια κατοίκους και η αύξηση συνεχίζεται με ρυθμό που συγκαταλέγεται στους υψηλότερους της δυτικής Ευρώπης. Από το 2002 και την εφαρμογή της συμφωνίας ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά περίπου 1,7 εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως λόγω της μετανάστευσης.
Οι αριθμοί γίνονται ακόμη πιο εντυπωσιακοί όταν εξετάσει κανείς τη σύνθεση του πληθυσμού. Περισσότερο από το 1/4 των κατοίκων της χώρας διαθέτει ξένη υπηκοότητα και περίπου το 30% γεννήθηκε στο εξωτερικό. Αν χρησιμοποιηθεί ο ευρύτερος ορισμός της «μεταναστευτικής καταγωγής», τότε το ποσοστό φτάνει περίπου στο 41% του ενήλικου πληθυσμού. Σχεδόν οι μισοί, δηλαδή.
Μια εικόνα που δεν μπορεί να αγνοηθεί
Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας πληθυσμιακού ελέγχου θεωρούν ότι η χώρα αντιμετωπίζει ολοένα μεγαλύτερη πίεση στις υποδομές της. Οι τιμές των κατοικιών ανεβαίνουν, τα ενοίκια γίνονται δυσκολότερα για τα μεσαία εισοδήματα, τα τρένα και οι αυτοκινητόδρομοι γεμίζουν. Τα σχολεία και τα νοσοκομεία καλούνται να εξυπηρετήσουν συνεχώς μεγαλύτερο πληθυσμό με πολύ υψηλό κόστος. Παράλληλα, προβάλλουν περιβαλλοντικά επιχειρήματα, υποστηρίζοντας ότι μια μικρή αλπική χώρα διαθέτει περιορισμένους φυσικούς πόρους και περιορισμένο διαθέσιμο χώρο για συνεχή οικιστική επέκταση. Η κοινωνική βάση αυτής της άποψης είναι σχετικά σαφής. Μεγαλύτερη υποστήριξη καταγράφεται σε αγροτικές περιοχές, σε μικρότερες πόλεις, σε ηλικιακά μεγαλύτερους ψηφοφόρους και σε όσους θεωρούν ότι η εθνική ταυτότητα και η κοινωνική συνοχή απειλούνται από τη συνεχή εισροή νέων κατοίκων.
Απέναντί τους βρίσκεται μια εξίσου ισχυρή συμμαχία. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η πλειοψηφία του κοινοβουλίου, οι μεγάλες επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια και σημαντικό μέρος των οικονομικών φορέων ζητούν την απόρριψη της πρότασης. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι η ευημερία της Ελβετίας βασίζεται ακριβώς στην ικανότητά της να προσελκύει εργαζομένους από το εξωτερικό. Νοσοκομεία, γηροκομεία, ερευνητικά κέντρα, βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ξένους εργαζομένους.
Οι αντίπαλοι της πρωτοβουλίας επισημαίνουν επίσης ότι η εφαρμογή της θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές τριβές με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρόταση προβλέπει ότι αν το όριο απειληθεί, η Ελβετία θα πρέπει να επαναδιαπραγματευθεί ή ακόμη και να καταγγείλει συμφωνίες που ευνοούν την πληθυσμιακή αύξηση, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας ελεύθερης μετακίνησης προσώπων με την Ε.Ε. Για μια χώρα που πραγματοποιεί το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου της με ευρωπαϊκούς εταίρους, αυτό συνεπάγεται σημαντικό οικονομικός κίνδυνος.
Η δημόσια συζήτηση δεν αφορά μόνο τη μετανάστευση
Πολλοί Ελβετοί αναρωτιούνται αν η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να συνεχίσει να συνδέεται με τη συνεχή αύξηση του πληθυσμού. Άλλοι, βέβαια, υποστηρίζουν ότι μια κοινωνία που γερνάει χρειάζεται νέους εργαζομένους για να στηρίξει το ασφαλιστικό σύστημα και την αγορά εργασίας. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα δημόσια φόρουμ η αντιπαράθεση είναι έντονη. Κάποιοι βλέπουν το όριο των 10 εκατομμυρίων κατοίκων ως αναγκαίο συμβολικό φρένο και άλλοι ως αυθαίρετο αριθμό που δεν λύνει τα πραγματικά προβλήματα της οικονομίας και της στέγασης.
Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η διαδικασία που έφερε το θέμα στην κάλπη. Η Ελβετία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο. Μέσω του θεσμού της λαϊκής πρωτοβουλίας, οι πολίτες μπορούν να προτείνουν τροποποίηση του Συντάγματος χωρίς να χρειάζεται η πρωτοβουλία να προέρχεται από την κυβέρνηση ή το κοινοβούλιο. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται 100.000 έγκυρες υπογραφές πολιτών μέσα σε διάστημα 18 μηνών. Εφόσον συγκεντρωθούν, η πρόταση τίθεται υποχρεωτικά σε πανεθνικό δημοψήφισμα.
Αυτό ακριβώς συνέβη και με την «Πρωτοβουλία για τα 10 εκατομμύρια». Οι υποστηρικτές της συγκέντρωσαν τις απαιτούμενες υπογραφές και έτσι το θέμα πέρασε από τα γραφεία των πολιτικών στα χέρια των πολιτών. Είναι μια διαδικασία που εξηγεί γιατί στην Ελβετία διεξάγονται συχνά δημοψηφίσματα για ζητήματα που σε άλλες χώρες θα αποφασίζονταν αποκλειστικά από τα κοινοβούλια. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν μια βαθιά διχασμένη κοινωνία. Αν και οι πιο πρόσφατες μετρήσεις δίνουν μικρό προβάδισμα στο στρατόπεδο του «όχι», η διαφορά παραμένει περιορισμένη και το αποτέλεσμα θεωρείται ανοιχτό.
Όποια κι αν είναι η τελική απόφαση, το δημοψήφισμα της 14ης Ιουνίου έχει ήδη πετύχει κάτι σημαντικό: έφερε στο επίκεντρο ένα ερώτημα που απασχολεί όλο και περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες. Η Ελβετία καλείται να δώσει πρώτη την απάντηση.
Φωτογραφίες: Τουν, Getty Images/Ideal Image