Πίσω από κάθε κρατικό δείπνο κρύβονται πολλά. Το πρωτόκολλο, το φαγητό και η θέση των καλεσμένων μπορούν να μεταφέρουν πολιτικά μηνύματα.

«Ελπίζω η διαφωνία μας να μη σε οδήγησε να ματαιώσεις την πρόσκληση για δείπνο γιατί πεινάω εξαιρετικά». Με αυτή τη φράση έκλεισε τον Απρίλιο του 2021 η επεισοδιακή κοινή συνέντευξη Τύπου του Νίκου Δένδια και του Μεβλούτ Τσαβούσογλου στην Άγκυρα. Λίγα λεπτά νωρίτερα, οι δύο υπουργοί Εξωτερικών είχαν διαφωνήσει δημόσια για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και το Κυπριακό, μπροστά στις κάμερες όλου του κόσμου. Το δείπνο, πάντως, έγινε κανονικά. Αυτή η διπλωματική ατάκα ήταν μέρος ενός άγραφου κανόνα που επιβιώνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Οι διαφωνίες μπορεί να εκφράζονται δημόσια, όμως το τραπέζι σπάνια μένει άδειο.

Μυστικά και κώδικες πίσω από τα πολιτικά δείπνα ηγετών
Τζορτζ Μπους και Φρανσουά Μιτεράν στο ίδιο τραπέζι, το 1989. Τα κρατικά δείπνα συνοδεύουν, σχεδόν, κάθε σημαντική συνάντηση ηγετών. Photo: Getty Images/Ideal Image

Οι ηγέτες εξακολουθούν να συναντιούνται γύρω από ένα τραπέζι, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι δύσκολα θα συμφωνήσουν και δεν το κάνουν μόνο επειδή το επιβάλλει το πρωτόκολλο. Ένα κοινό γεύμα προσφέρει χρόνο για προσωπική επαφή και συζήτηση μακριά από τα μικρόφωνα. Ευκαιρίες που δύσκολα βρίσκει κανείς σε μια αίθουσα διαπραγματεύσεων. Ελάχιστες πολιτικές τελετές άντεξαν στον χρόνο όσο το κοινό γεύμα. Από τα συμπόσια της αρχαίας Αθήνας μέχρι τα δείπνα του Λευκού Οίκου, από τις βασιλικές αυλές της Ευρώπης μέχρι τις συνόδους κορυφής του 21ου αιώνα, η πολιτική δεν γράφεται μόνο στις αίθουσες διαπραγματεύσεων. Γράφεται και γύρω από ένα τραπέζι.

Το τραπέζι της εξουσίας πριν από τη «γαστροδιπλωματία»
Η λέξη «γαστροδιπλωματία» είναι σχετικά νέα. Το ίδιο το φαινόμενο, όμως, είναι σχεδόν τόσο παλιό όσο και η οργανωμένη κοινωνία. Στην αρχαία Ελλάδα, το συμπόσιο ήταν χώρος συζήτησης, ανταλλαγής ιδεών και πολιτικού διαλόγου. Υπήρχε σειρά, ιεραρχία και ένας συμποσίαρχος που καθόριζε τη ροή της βραδιάς. Εκεί, συναντιούνταν πολιτικοί, φιλόσοφοι και ποιητές, δοκιμάζονταν επιχειρήματα και χτίζονταν σχέσεις που επηρέαζαν τη δημόσια ζωή. Στη Ρώμη, τα αυτοκρατορικά συμπόσια απέκτησαν διαφορετικό ρόλο γιατί έπρεπε να φαίνεται η ισχύ σε κάθε λεπτομέρεια. Ο πλούτος και η αφθονία ήταν δεδομένα αλλά, ακόμα και η θέση κάθε καλεσμένου στο τραπέζι, δήλωνε την επιρροή του. Αιώνες αργότερα, στις βασιλικές αυλές της Ευρώπης, οι ηγεμόνες εντυπωσίαζαν με το τραπέζι τους και τα επίσημα δείπνα έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της διπλωματίας. Έτσι, η φιλοξενία μετατράπηκε σε μέσο προβολής της δύναμης, του πλούτου και του πολιτισμού ενός κράτους.

Ο άνθρωπος που κατάλαβε καλύτερα από όλους τη δύναμη του τραπεζιού ήταν ο Γάλλος διπλωμάτης Charles-Maurice de Talleyrand-Périgord. Στο Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815), όπου οι ευρωπαϊκές δυνάμεις χάραζαν εξ αρχής τον χάρτη της Ευρώπης μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, παρέθετε αδιάκοπα δείπνα στους συνέδρους. Εκεί, οι συζητήσεις δεν περιορίζονταν στις επίσημες συνεδριάσεις και συνεχίζονταν στο δείπνο. Δίπλα του βρισκόταν πάντοτε ο Antonin Carême, ένας από τους σημαντικότερους σεφ της γαλλικής ιστορίας, που φρόντιζε τα δείπνα του να είναι μέρος της γαλλικής διπλωματικής στρατηγικής. Έτσι, το τραπέζι είχε ήδη αποκτήσει πολιτική δύναμη. Η λέξη «γαστροδιπλωματία» θα ερχόταν σχεδόν δύο αιώνες αργότερα.

Μυστικά και κώδικες πίσω από τα πολιτικά δείπνα ηγετών
Στα επίσημα δείπνα τα πιάτα πρέπει να είναι λιτά, με καθαρές γεύσεις. Ψάρια με πολλά κόκαλα, φαγητά που λερώνουν, πολύπλοκες παρασκευές που μπορεί να φέρουν κάποιον σε δύσκολη θέση συνήθως αποφεύγονται.

Γιατί οι ηγέτες συνεχίζουν να τρώνε μαζί;
Στον 21ο αιώνα, ένας αρχηγός κράτους μπορεί να συνομιλήσει με τον ομόλογό του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Οι κυβερνήσεις ανταλλάσσουν ηλεκτρονικά έγγραφα, οι διπλωματικές αποστολές επικοινωνούν σε πραγματικό χρόνο και μια κρίσιμη σύσκεψη μπορεί να γίνει με τηλεδιάσκεψη από την άλλη άκρη του κόσμου. Γιατί λοιπόν τα κρατικά δείπνα εξακολουθούν να αποτελούν σχεδόν υποχρεωτικό μέρος κάθε επίσημης επίσκεψης;
Το ερώτημα αυτό άρχισε να απασχολεί συστηματικά τους πολιτικούς επιστήμονες τα τελευταία χρόνια. Ο Αμερικανός ερευνητής Sam Chapple-Sokol, από τους πρώτους που μελέτησαν συστηματικά τη σχέση ανάμεσα στο φαγητό και τη διπλωματία, υποστηρίζει ότι ένα κοινό γεύμα προσφέρει την ευκαιρία να γνωριστούν οι συνομιλητές ως άνθρωποι και όχι μόνο ως εκπρόσωποι κρατών. Οι επίσημες συζητήσεις έχουν συγκεκριμένους κανόνες και αυστηρή ατζέντα, ενώ, αντίθετα, ένα δείπνο αφήνει χώρο για μια διαφορετική μορφή επικοινωνίας.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η επιστήμη της κοινωνικής ψυχολογίας. Πειραματικές μελέτες δείχνουν ότι άνθρωποι που μοιράζονται ένα γεύμα συνεργάζονται ευκολότερα και εμφανίζουν μεγαλύτερη διάθεση για αμοιβαίες υποχωρήσεις από όσους συναντιούνται αποκλειστικά σε ένα τυπικό επαγγελματικό περιβάλλον. Το κοινό φαγητό δεν μπορεί να εξαφανίσει τις διαφωνίες. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται μια δύσκολη συζήτηση. Ένα κρατικό δείπνο διαρκεί συνήθως δύο ή τρεις ώρες. Αυτό σημαίνει ότι για τόσο χρονικό διάστημα οι συνομιλητές μένουν στον ίδιο χώρο, χωρίς κάμερες, χωρίς δημόσιες δηλώσεις και χωρίς την πίεση της επικαιρότητας. Άρα, λοιπόν, αν τα κρατικά δείπνα ήταν απλά μια τυπική υποχρέωση του πρωτοκόλλου, πιθανότατα θα είχαν εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια. Κι όμως, εξακολουθούν να συνοδεύουν, σχεδόν, κάθε σημαντική συνάντηση ηγετών.

Όταν η κουζίνα μπήκε στην εξωτερική πολιτική
Για αιώνες, τα κρατικά δείπνα θεωρούνταν αυτονόητο κομμάτι της διπλωματίας. Οι κυβερνήσεις αφιέρωναν χρόνο και χρήμα για να τα οργανώσουν, όμως ελάχιστοι αναρωτιούνταν αν το φαγητό μπορούσε να αποτελεί και εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Η συζήτηση άρχισε να αλλάζει στα τέλη του 20ού αιώνα. Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Joseph Nye εισήγαγε την έννοια της «ήπιας ισχύος» (soft power), υποστηρίζοντας ότι η επιρροή μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική ή την οικονομική της δύναμη. Εξαρτάται και από την ικανότητά της να προσελκύει, να εμπνέει εμπιστοσύνη και να διαμορφώνει μια θετική εικόνα για τον εαυτό της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γαστρονομία απέκτησε μια νέα διάσταση. Ο Αμερικανός ερευνητής Paul Rockower ήταν από τους πρώτους που ξεχώρισαν δύο έννοιες οι οποίες μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν σχεδόν σαν συνώνυμες.

Μυστικά και κώδικες πίσω από τα πολιτικά δείπνα ηγετών
Η χώρα που επένδυσε πιο συστηματικά στη γαστροδιπλωματία ήταν η Ταϊλάνδη. Το 2002 η κυβέρνηση ξεκίνησε το πρόγραμμα Global Thai, με στόχο να αυξήσει τον αριθμό των ταϊλανδέζικων εστιατορίων σε όλο τον κόσμο.

Η γαστρονομική διπλωματία (culinary diplomacy) αφορά στους ίδιους τους ηγέτες. Ένα κρατικό δείπνο, ένα γεύμα εργασίας ή ένα μενού που επιλέγεται για να εκπροσωπήσει τη χώρα που φιλοξενεί έναν επίσημο προσκεκλημένο. Η γαστροδιπλωματία (gastrodiplomacy) απευθύνεται σε όλους τους υπόλοιπους. Δηλαδή, δεν προσπαθεί να επηρεάσει έναν πρόεδρο κράτους ή έναν πρωθυπουργό, αλλά εκατομμύρια πολίτες. Χρησιμοποιεί την εθνική κουζίνα για να κάνει μια χώρα πιο αναγνωρίσιμη, να ενισχύσει τον τουρισμό της, να αυξήσει τις εξαγωγές των προϊόντων της και να καλλιεργήσει μια θετική εικόνα γι’ αυτήν.
Η χώρα που επένδυσε πιο συστηματικά σε αυτή την ιδέα ήταν η Ταϊλάνδη. Το 2002 η κυβέρνηση ξεκίνησε το πρόγραμμα Global Thai, με στόχο να αυξήσει τον αριθμό των ταϊλανδέζικων εστιατορίων σε όλο τον κόσμο. Χρηματοδότησε νέες επιχειρήσεις, σχεδίασε διαφορετικά μοντέλα εστιατορίων για κάθε αγορά και ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να ανοίξουν ταϊλανδέζικες κουζίνες στο εξωτερικό. Η λογική ήταν απλή και εφικτή. Αν κάποιος αγαπήσει την ταϊλανδέζικη κουζίνα, είναι πιο πιθανό να ταξιδέψει στην Ταϊλάνδη, να αγοράσει τα προϊόντα της ή να τη δει με διαφορετικό μάτι. Αυτό το παράδειγμα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, το Περού και αρκετές ακόμη χώρες, καθεμία με τη δική της στρατηγική. Αν η γεύση δεν είχε πολιτική αξία, γιατί τόσες κυβερνήσεις να επενδύουν εκατομμύρια για να την εξάγουν;.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο στο τραπέζι
Το γεγονός ότι ένα κρατικό δείπνο αποτελεί μια καλοστημένη βραδιά φιλοξενίας, είναι γιατί κάποιος έχει φροντίσει να μη φαίνεται όλη η δουλειά που προηγήθηκε. Το μενού μπορεί να οριστικοποιηθεί εβδομάδες πριν από την επίσκεψη. Στη διαδικασία συμμετέχει η υπηρεσία πρωτοκόλλου, οι διπλωμάτες, οι άνθρωποι της ασφάλειας και η ομάδα της κουζίνας. Πριν καν αρχίσουν τα μαγειρέματα, έχουν ήδη καταγραφεί θρησκευτικοί περιορισμοί, πιθανές αλλεργίες, διατροφικές συνήθειες και προσωπικές προτιμήσεις των καλεσμένων. Η σημασία βρίσκεται στη λεπτομέρεια. Τα πιάτα πρέπει να είναι λιτά, με καθαρές γεύσεις και χωρίς περίπλοκες παρασκευές, ώστε να τρώγονται εύκολα. Ψάρια με πολλά κόκαλα, φαγητά που λερώνουν, υπερβολικά πολύπλοκες παρασκευές ή υλικά που μπορεί να φέρουν κάποιον σε δύσκολη θέση συνήθως αποφεύγονται. Σε κάθε περίπτωση, το φαγητό δεν πρέπει να κλέβει την παράσταση αλλά να αφήνει χώρο στη συζήτηση, διαφημίζοντας έμμεσα τη χώρα.

Αυτούς τους κανόνες η Γαλλία τους τηρεί εδώ και δεκαετίες. Στα επίσημα δείπνα του Μεγάρου των Ηλυσίων, τα κρασιά, τα τυριά και τα επιδόρπια επιλέγονται έτσι ώστε να εκπροσωπούν διαφορετικές περιοχές της χώρας. Το ίδιο το μενού γίνεται μια σύντομη περιήγηση στην παραδοσιακή γαλλική γαστρονομία. Η Ιαπωνία ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Η εποχικότητα βρίσκεται στο κέντρο κάθε επίσημου γεύματος. Τα πιάτα αλλάζουν μαζί με τις εποχές και παρουσιάζουν προϊόντα που βρίσκονται στην καλύτερη στιγμή τους. Χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη, το τραπέζι αφηγείται μια βασική αρχή της ιαπωνικής κουλτούρας.
Καμιά φορά, όμως, αυτό που μένει στην ιστορία δεν είναι το μενού αλλά η στιγμή. Τον Φεβρουάριο του 1972, ο πρώην Πρόεδρος των Ηνωμένων Εθνών Richard Nixon, έφτασε στο Πεκίνο, στην πρώτη επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Το επίσημο δείπνο που παρέθεσε ο τότε Πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας Zhou Enlai, μεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο. Οι εικόνες των δύο αντιπροσωπειών να υψώνουν τα ποτήρια τους απέκτησαν μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το μενού. Ήταν η εικόνα μιας σχέσης που μόλις άρχιζε να αλλάζει. Αν το φαγητό ήταν απλώς μια λεπτομέρεια του πρωτοκόλλου, κανείς δεν θα αφιέρωνε τόση προσοχή στο τι σερβίρεται, πού σερβίρεται και με ποιον τρόπο.

Μυστικά και κώδικες πίσω από τα πολιτικά δείπνα ηγετών
Μερικές φορές, το ίδιο το τραπέζι στέλνει το δικό του μήνυμα. Οι φωτογραφίες από τις συναντήσεις του Πούτιν με ξένους ηγέτες μετά την πανδημία, το 2022, έκαναν τον γύρο του κόσμου όχι για όσα ειπώθηκαν, αλλά για όσα χώριζαν τους συνομιλητές. Photo: AFPForum

Όταν το ίδιο το τραπέζι γίνεται μήνυμα
Δεν είναι μόνο το μενού που στέλνει μηνύματα. Μερικές φορές, το ίδιο το τραπέζι λέει περισσότερα. Οι φωτογραφίες από τις συναντήσεις του Πούτιν με ξένους ηγέτες μετά την πανδημία έκαναν τον γύρο του κόσμου όχι για όσα ειπώθηκαν, αλλά για όσα χώριζαν τους συνομιλητές. Τα υπερβολικά μακριά τραπέζια του Κρεμλίνου, με τους ηγέτες να κάθονται αρκετά μέτρα μακριά ο ένας από τον άλλον, έγιναν αντικείμενο αμέτρητων σχολίων και αναλύσεων. Επισήμως, η απόσταση αποδόθηκε στα αυστηρά υγειονομικά μέτρα που συνέχιζε να εφαρμόζει η ρωσική προεδρία μετά την πανδημία.

Ωστόσο, πολλοί αναλυτές είδαν στην εικόνα μια επίδειξη ισχύος, ελέγχου ή ακόμη και ψυχολογικής απόστασης. Βέβαια, το Κρεμλίνο δεν επιβεβαίωσε ποτέ αυτές τις ερμηνείες γιατί δεν χρειαζόταν. Η φωτογραφία είχε ήδη αποκτήσει τη δική της ζωή. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η γεωμετρία ενός τραπεζιού απέκτησε πολιτική σημασία. Στη διπλωματία, η θέση κάθε καλεσμένου, η σειρά με την οποία κάθονται οι αντιπροσωπείες, ακόμη και το ποιος βρίσκεται δεξιά ή αριστερά του οικοδεσπότη εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του αυστηρού πρωτοκόλλου.

Και η Ελλάδα;
Η Ελλάδα δεν ακολούθησε ποτέ τον δρόμο χωρών όπως η Ταϊλάνδη ή η Νότια Κορέα, που επένδυσαν συστηματικά στην κουζίνα τους ως εργαλείο δημόσιας διπλωματίας. Κι όμως, λίγες χώρες διαθέτουν τόσο αναγνωρίσιμη γαστρονομική ταυτότητα όσο η Ελλάδα. Η ελληνική κουζίνα ταξίδεψε μέσα από τη διασπορά, τα ελληνικά εστιατόρια του εξωτερικού, τον τουρισμό και την εμπορική πορεία προϊόντων όπως η φέτα, η ελιά και το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Και, σίγουρα, όχι μέσα από ένα οργανωμένο κρατικό σχέδιο. Έτσι, η γαστρονομία αποτέλεσε τον άτυπο πρεσβευτή της χώρας, πολύ πριν αντιμετωπιστεί ως στοιχείο εξωτερικής πολιτικής. Στο επίπεδο της επίσημης διπλωματίας, όμως, κάτι φαίνεται να αλλάζει.

Μυστικά και κώδικες πίσω από τα πολιτικά δείπνα ηγετών
Στο Προεδρικό Μέγαρο το δείπνο προς τιμήν του Μακρόν, το μενού υπέγραψε ο αρχιμάγειρας της Προεδρίας της Δημοκρατίας, Βασίλης Μπέκας, με έμφαση στη σύγχρονη ελληνική δημιουργική κουζίνα. Photo: Eurokinissi

Για πολλά χρόνια, τα κρατικά δείπνα στην Ελλάδα σέρβιραν ένα «απρόσωπο» μενού που δεν αποτύπωνε τον αγροδιατροφικό πλούτο της χώρας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, εμφανίζονται όλο και συχνότερα ελληνικές πρώτες ύλες, προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ, παραδοσιακές συνταγές και μενού που φέρουν την υπογραφή Ελλήνων σεφ. Το τραπέζι αρχίζει να αφηγείται την ιστορία της χώρας μέσα από τα προϊόντα της, τις περιφέρειές της και τους ανθρώπους που τα παράγουν. Χαρακτηριστική ήταν η δεξίωση που παρέθεσε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2021, με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Το μενού, που επιμελήθηκε ο Λευτέρης Λαζάρου, βασίστηκε σε ελληνικά προϊόντα και σύγχρονες εκδοχές γνώριμων γεύσεων.

Ακολούθησαν και άλλες πρωτοβουλίες. Το 2024, στο επίσημο γεύμα προς τιμήν της Προέδρου της Σλοβενίας, το Προεδρικό Μέγαρο επέλεξε να παρουσιάσει την κουζίνα των Κυκλάδων μέσα από έντεκα μαγείρισσες και μάγειρες των νησιών. Λίγους μήνες πριν, στο δείπνο προς τιμήν του Μακρόν, το μενού υπέγραψε ο αρχιμάγειρας της Προεδρίας της Δημοκρατίας, Βασίλης Μπέκας, με έμφαση στις ελληνικές πρώτες ύλες και στη σύγχρονη ελληνική δημιουργική κουζίνα. Αρκούν όλα αυτά για να μιλήσουμε για μια συγκροτημένη εθνική στρατηγική γαστροδιπλωματίας; Όχι ακόμη.
Δείχνουν όμως ότι το επίσημο τραπέζι δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως μια πράξη φιλοξενίας. Η Ελλάδα διαθέτει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες κουζίνες στον κόσμο. Το ερώτημα είναι αν θα αποφασίσει κάποτε, στοχευμένα, να τη χρησιμοποιήσει και ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.

Εισαγωγική φωτογραφία: AFPForum