Ο Ούγγρος Λάζλο Μπίρο εμπνεύστηκε από το μελάνι των εφημερίδων, άλλαξε τον τρόπο που γράφουμε και άνοιξε το δρόμο στην αυτοκρατορία του Μαρσέλ Μπικ.
Πριν γίνει το καθημερινό αντικείμενο που βρίσκεται σε κάθε γραφείο και σχολική τσάντα, το στιλό διαρκείας ήταν μια ιδέα που έμοιαζε ανεφάρμοστη: Πώς γράφεις γρήγορα, χωρίς να γεμίζουν τα δάχτυλά σου με μελάνι και χωρίς να μετατρέπεται η σελίδα σε μια σειρά από μουτζούρες; Ιδού ένα πρακτικό πρόβλημα. Ο άνθρωπος που το έλυσε ήταν ένας Ούγγρος δημοσιογράφος, ο Λάζλο Μπίρο. Η ιστορία, ωστόσο, του στιλό διαρκείας που έγινε παγκόσμιο προϊόν δεν τελειώνει με την εφεύρεσή του. Ακολούθησαν η πώληση της πατέντας, η βιομηχανική τεχνογνωσία και η επιχειρηματική διορατικότητα ενός Γάλλου που κατάφερε να κάνει το προϊόν προσιτό σε εκατομμύρια καταναλωτές.
Ο Μπίρο γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1899 και εργάστηκε ως δημοσιογράφος, μεταξύ άλλων επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Η καθημερινή επαφή του με το χαρτί τού έδινε την ευκαιρία να παρατηρεί τα προβλήματα των συνηθισμένων εργαλείων γραφής. Η πένα έπρεπε να γεμίζει με μελάνι, να καθαρίζεται και να χρησιμοποιείται με προσοχή. Το μελάνι μπορούσε να χυθεί ή να αφήσει σημάδια στο χαρτί. Για κάποιον που έγραφε συστηματικά, οι μικρές αυτές ενοχλήσεις ήταν μέρος της δουλειάς. Η έμπνευση ήρθε από κάτι που γνώριζε καλά: τις εφημερίδες και τον τρόπο που τυπώνονταν. Το μελάνι που χρησιμοποιούνταν στην εκτύπωσή τους στέγνωνε σχετικά γρήγορα, αφήνοντας το χαρτί έτοιμο για χειρισμό. Η ιδέα ήταν απλή στη σύλληψή της, αλλά δύσκολη στην εφαρμογή της. Αν το μελάνι μιας πένας μπορούσε να συμπεριφέρεται όπως εκείνο της τυπογραφικής μηχανής, θα υπήρχε τρόπος να γράφει κανείς χωρίς τις γνωστές καθυστερήσεις και τις μουτζούρες;
Η γέννηση του στιλό διαρκείας
Υπήρχε, όμως, ένα εμπόδιο. Το παχύρρευστο μελάνι της εκτύπωσης δεν μπορούσε να περάσει εύκολα από την πολύ λεπτή μύτη μιας συμβατικής πένας. Ο Μπίρο συνεργάστηκε με τον Γκιόργκι, τον αδελφό του, ο οποίος είχε γνώσεις χημείας, για να βρουν κατάλληλη σύνθεση μελανιού και έναν διαφορετικό μηχανισμό γραφής. Η λύση βασίστηκε σε μια μικρή μεταλλική μπίλια στην άκρη του στιλό. Καθώς κυλά πάνω στο χαρτί, παρασύρει ελεγχόμενη ποσότητα μελανιού από το εσωτερικό του και την αφήνει πίσω της. Με αυτόν τον τρόπο, το μελάνι δεν χρειάζεται να φτάνει στο χαρτί μέσω μιας λεπτής μεταλλικής μύτης, όπως συμβαίνει σε μια παραδοσιακή πένα. Η μπίλια επιτρέπει τη μεταφορά του μελανιού και ταυτόχρονα περιορίζει τη διαρροή του όταν το εργαλείο δεν χρησιμοποιείται.
Ο Μπίρο παρουσίασε το πρώτο του στυλό στην διεθνή έκθεση της Βουδαπέστης το 1931, ωστόσο κατοχύρωσε την πατέντα το 1938 και συνέχισε να εξελίσσει τον σχεδιασμό της. Η Ευρώπη, ωστόσο, βρισκόταν ήδη στη δίνη των πολιτικών αναταράξεων που θα οδηγούσαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ίδιος, που ήταν εβραϊκής καταγωγής, εγκαταστάθηκε τελικά στην Αργεντινή, όπου βρήκε το περιβάλλον για να συνεχίσει την προσπάθειά του. Το 1943 κατοχύρωσε εκεί νέο σχέδιο μαζί με τον επιχειρηματικό συνεργάτη του, Χουάν Χόρχε Μέινε, και ξεκίνησε η παραγωγή του στιλό.
Ενας απρόσμενος πελάτης
Η νέα συσκευή αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη και για τη βρετανική πολεμική αεροπορία. Σε μεγάλο ύψος, οι συνηθισμένες πένες μπορούσαν να παρουσιάσουν προβλήματα διαρροής. Το στιλό με τη μπίλια ήταν πιο πρακτικό για τα πληρώματα αεροσκαφών που χρειάζονταν να κρατούν σημειώσεις και να συμπληρώνουν έγγραφα κατά τη διάρκεια των πτήσεων. Η στρατιωτική χρήση έδωσε στην τεχνολογία μια σημαντική ευκαιρία να αποδείξει την αξία της.
Η ιστορία, όμως, δεν θα είχε την ίδια κατάληξη χωρίς τον Μαρσέλ Μπικ. Ο Γάλλος επιχειρηματίας αντιλήφθηκε ότι το στιλό διαρκείας μπορούσε να γίνει ένα προϊόν μαζικής κατανάλωσης, αρκεί να βελτιωθούν η αξιοπιστία, η ποιότητα κατασκευής και κυρίως το κόστος του. Το 1945 επικοινώνησε με τον Μπίρο και μετά από λίγες εβδομάδες απέκτησε τα δικαιώματα για την τεχνολογία του έναντι του ποσού των 2 εκ. δολαρίων, ποσό τεράστιο για την εποχή. Αμέσως επένδυσε στη βελτίωση της μπίλιας, του μελανιού και της διαδικασίας παραγωγής. Χρησιμοποίησε εξοπλισμό ακριβείας, ώστε η μικρή μεταλλική μπίλια να κατασκευάζεται με συνέπεια και να επιτρέπει ομαλή γραφή.
Η επανάσταση του BIC Cristal
Το 1950 κυκλοφόρησε στη Γαλλία το BIC Cristal, το διαφανές στιλό με το εξαγωνικό σώμα που έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σχέδια στον κόσμο. Το διαφανές περίβλημα επέτρεπε στον χρήστη να βλέπει πόσο μελάνι απομένει, ενώ η απλή κατασκευή περιόριζε το κόστος. Το προϊόν δεν στηρίχθηκε σε περίπλοκες λειτουργίες ή σε πολυτελή εμφάνιση. Η επιτυχία του βασίστηκε στο ότι έκανε καλά, αξιόπιστα και φθηνά αυτό για το οποίο είχε σχεδιαστεί: να γράφει. Η εταιρεία Société BIC ιδρύθηκε το 1953 και σταδιακά επέκτεινε τη δραστηριότητά της πέρα από τη Γαλλία. Το στιλό έγινε η αφετηρία για μια ευρύτερη επιχείρηση καταναλωτικών προϊόντων, που αργότερα περιέλαβε αναπτήρες και ξυραφάκια μιας χρήσης. Σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία, από την κυκλοφορία του Cristal το 1950 έχουν πουληθεί περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια τεμάχια.
Ο Μπίρο, από την άλλη, άφησε το αποτύπωμά του και στη γλώσσα. Στην Αργεντινή, το στιλό διαρκείας εξακολουθεί να αποκαλείται «birome». Η λέξη προέρχεται από το όνομα του Μπίρο και εκείνο του συνεργάτη του, Μέινε, και πέρασε από την εμπορική ονομασία στην καθημερινή χρήση. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης στην Ουρουγουάη και στην Παραγουάη. Σε άλλες χώρες, το όνομα του εφευρέτη επιβιώνει με διαφορετικές μορφές: στα αγγλικά, για παράδειγμα, το “biro” χρησιμοποιείται ως κοινή ονομασία για το στιλό διαρκείας. Η ειρωνεία είναι ότι ο άνθρωπος που έδωσε την καθοριστική λύση στο πρόβλημα της γραφής δεν είναι εκείνος που συνδέθηκε περισσότερο με την παγκόσμια εμπορική επιτυχία του προϊόντος. Ο Μπίρο έδωσε την τεχνολογική βάση, αλλά ο Μπικ έδειξε πώς αυτή μπορούσε να παραχθεί μαζικά, να πωληθεί φθηνά και να αλλάξει μια και καλή τον τρόπο που γράφουμε.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image