Σύμφωνα με νέα μελέτη της PYMNTS Intelligence, δεν υπάρχει πια ένας μέσος καταναλωτής. Υπάρχουν τρεις και μιλούν με πολύ διαφορετική φωνή.
Τον Μάιο του 2026 ο Δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν έπεσε στο 44,8, το χαμηλότερο επίπεδο από τότε που ξεκίνησε η μέτρηση το 1952, για τρίτο συνεχόμενο μήνα πτώσης. Ταυτόχρονα, οι Αμερικανοί συνέχισαν να ξοδεύουν κανονικά: οι λιανικές πωλήσεις τον Απρίλιο έφτασαν τα 757,1 δισεκατομμύρια δολάρια, αυξημένες 0,5% σε σχέση με τον Μάρτιο και στο υψηλότερο μηνιαίο επίπεδο του τελευταίου έτους. Το χάσμα ανάμεσα σε μια οικονομία που λέει πως νιώθει άσχημα και μια οικονομία που συνεχίζει να αγοράζει έχει γίνει τόσο μεγάλο που οι παραδοσιακοί δείκτες αρχίζουν να μοιάζουν παραπλανητικοί.
Τρεις ταχύτητες, ένα ραγισμένο «Κ»
Η πρώτη ομάδα, όσοι δεν ζουν από μισθό σε μισθό, συνεχίζει να ξοδεύει με σχετική αυτοπεποίθηση, με σκορ 61,9, ακόμα κι όταν διστάζει απέναντι στην πορεία της οικονομίας γενικότερα. Η δεύτερη, η λεγόμενη «οικονομία του Κόστκο» όπως την ονομάζει η μελέτη, ζει από μισθό σε μισθό αλλά καταφέρνει να πληρώνει τους λογαριασμούς της, κρατώντας σταθερό σκορ γύρω στο 56,2. Νευρική, αλλά όχι ακινητοποιημένη. Ψάχνει προσφορές, δοκιμάζει προγράμματα δόσεων, ξέρει πού είναι το φθηνότερο ράφι. Η τρίτη ομάδα, όσοι δυσκολεύονται να καλύψουν τις μηνιαίες υποχρεώσεις τους, είδε το σκορ της να πέφτει στο 40,6, με την οικονομική της αντοχή να συρρικνώνεται μέσα σε λίγους μήνες.
Το χάσμα ανάμεσα στην κορυφή και τον πάτο διευρύνθηκε από περίπου 18 σε 21 μονάδες. Κι όχι επειδή η κορυφή απογειώθηκε. Επειδή ο πάτος αποκολλήθηκε. Στελέχη της Federal Reserve περιγράφουν πλέον την καταναλωτική δαπάνη ως ολοένα και πιο διχασμένη ανάμεσα σε εισοδηματικές ομάδες, ίσως η πιο ξεκάθαρη παραδοχή που έχει κάνει η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ ότι η επίσημη αφήγηση κρύβει ένα ρήγμα από κάτω. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s έχει μιλήσει για χάσμα που δεν έχει ξαναφανεί τόσο μεγάλο.
Το Bank of America Institute βάζει κι αυτό νούμερο στη διχοτόμηση: τον Ιανουάριο τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος κατέγραψαν αύξηση δαπανών μόλις 0,3% και 1% σε ετήσια βάση αντίστοιχα, έναντι 2,5% για τα υψηλού εισοδήματος. Οι μισθολογικές αυξήσεις ακολούθησαν το ίδιο μοτίβο: 0,9% για τους χαμηλόμισθους, 1,6% για τους μεσαίους, 3,7% για τους υψηλόμισθους. Δεν είναι πια μια ιστορία πλουσίων εναντίον φτωχών. Είναι μια ιστορία όπου και η μεσαία τάξη αρχίζει να γλιστράει προς τα κάτω, χωρίς να το καταλαβαίνει πάντα εγκαίρως. Για επιχειρήσεις και τράπεζες, η μελέτη της PYMNTS προτείνει έναν απλό κανόνα: όταν το πρόβλημα είναι έλλειψη χρήματος, κερδίζεις με τιμή κι έκπτωση. Όταν το πρόβλημα είναι έλλειψη εμπιστοσύνης, κερδίζεις με μήνυμα κι επωνυμία.
Η ελληνική εκδοχή: πολλή κατανάλωση, λίγη αγοραστική δύναμη
Στην Ελλάδα το «σχήμα Κ» δεν είναι καινούργιο, αλλά φέτος παίρνει πιο συγκεκριμένα νούμερα. Η Ετήσια Έκθεση 2026 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καταγράφει πως η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου -από 66% έξι χρόνια πριν- δηλαδή η πρόοδος υπάρχει απλώς είναι μικρή, με το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ να διαμορφώνεται στα 19.400 ευρώ έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27. Ταυτόχρονα, η ελληνική οικονομία στηρίζεται στην κατανάλωση περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην Ένωση: η ιδιωτική κατανάλωση αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ, έναντι 51,2% στην ΕΕ. Η χώρα καταναλώνει πολύ, με πολύ λιγότερα χρήματα από τον μέσο ευρωπαίο.
Η μετατόπιση φαίνεται καθαρά στο πώς μοιράζεται το εισόδημα. Σύμφωνα με την τελευταία Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, το φτωχότερο 20% του πληθυσμού ξοδεύει το 55,9% του προϋπολογισμού του μόνο για τρόφιμα και στέγαση. Το αντίστοιχο ποσοστό για το πλουσιότερο 20% είναι 24,7%. Δύο νούμερα δίπλα-δίπλα που λένε όλη την ιστορία: για τον έναν, το φαγητό και το σπίτι είναι το μισό βιός του. Για τον άλλον, ό,τι απομένει μετά είναι το βιός του. Κι όλο αυτό ενώ η μέση ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει, σε σταθερές τιμές, μειωμένη κατά 16,6% σε σχέση με το 2008.
Η μέση μηνιαία δαπάνη ενός ελληνικού νοικοκυριού το 2024 έφτασε τα 1.724,54 ευρώ, αυξημένη 3,6% σε τρέχουσες τιμές. Σε σταθερές τιμές όμως, αφαιρώντας δηλαδή τον πληθωρισμό, η αύξηση περιορίζεται σε μόλις 1%. Ξοδεύουμε περισσότερα ευρώ. Δεν αγοράζουμε περισσότερα πράγματα. Κι οι επενδύσεις ακολουθούν την ίδια λογική της υπερκατανάλωσης. Παραμένουν στο 16,9% του ΑΕΠ, έναντι 21,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και κατευθύνονται κατά κύριο λόγο στην αγορά κατοικίας κι όχι στην παραγωγή. Μια οικονομία που καταναλώνει σαν πλούσια αλλά επενδύει σαν φτωχή, με εξάρτηση από εισαγωγές που δεν λέει να μειωθεί. Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ το θέτει ευθέως: χωρίς στροφή προς την παραγωγική βάση και δίκαιη ενίσχυση των μισθών, το ελληνικό μοντέλο θα παραμείνει μια εύθραυστη βιτρίνα.
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image