Κοιμούνται εύκολα, ξυπνούν χωρίς ξυπνητήρι, δεν χρειάζονται καφέ και έχουν άφθονη ενέργεια παρότι δεν καλύπτουν το «απαραίτητο» οκτάωρο ξεκούρασης.
Ο ύπνος δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Αποτελεί θεμελιώδη βιολογική λειτουργία και είναι απαραίτητος για την καλή λειτουργία του εγκεφάλου, τη μνήμη, τη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος, την απομάκρυνση τοξινών. Όπως επισημαίνει το Εθνικό Ινστιτούτο Νευρολογικών Διαταραχών και Εγκεφαλικών Επεισοδίων (NINDS) των ΗΠΑ, ο ποιοτικός ύπνος είναι εξίσου απαραίτητος για την επιβίωση όπως η τροφή και το νερό. Η έλλειψη ή η κακή ποιότητα ύπνου δυσκολεύει τη συγκέντρωση και αυξάνει τον κίνδυνο προβλημάτων υγείας, όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση, οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο διαβήτης, η κατάθλιψη και η παχυσαρκία.
Σύμφωνα με τους ειδικούς του NINDS, η ανάγκη και τα πρότυπα ύπνου αλλάζουν με την ηλικία, ενώ δεν υπάρχει μια ιδανική διάρκεια ύπνου για όλους. Τα νεογνά και τα βρέφη μπορεί να κοιμούνται έως και 16-18 ώρες ημερησίως, γεγονός που συμβάλλει στην ανάπτυξή τους, ιδίως του εγκεφάλου. Τα μεγαλύτερα παιδιά και οι έφηβοι χρειάζονται κατά μέσο όρο περίπου 9,5 ώρες ύπνου τη νύχτα, ενώ οι περισσότεροι ενήλικες 7-9 ώρες.
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, οι επαγγελματικές απαιτήσεις, ακόμα και η συνεχής πρόσβαση σε ψυχαγωγία και ψηφιακά μέσα, όμως, οδηγούν πολλούς ανθρώπους σε χρόνια στέρηση ύπνου. Αν και αρκετοί θεωρούν ότι μπορούν να «αναπληρώσουν» τον χαμένο ύπνο κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι αυτό συχνά δεν αρκεί για την πλήρη αποκατάσταση των βιολογικών και γνωστικών επιπτώσεων της έλλειψης ύπνου.
Γιατί κάποιοι κοιμούνται 4-6 ώρες
Παρότι η διάρκεια κι η ποιότητα του ύπνου καθορίζονται από πολλούς παράγοντες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσοι όχι μόνο δεν κοιμούνται 8 ώρες, αλλά λειτουργούν φυσιολογικά με πολύ λιγότερο χρόνο ξεκούρασης. Ο φαινότυπος του βραχέως ύπνου, στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ως Short Sleeper Syndrome (SSS), αφορά σε εκείνους που παρότι κοιμούνται ελάχιστες ώρες σε σύγκριση με την πλειονότητα των ανθρώπων, δεν εμφανίζουν τις αρνητικές συνέπειες της στέρησης ύπνου.
Το φαινόμενο διαφέρει τόσο από την αϋπνία όσο και από τη χρόνια στέρηση ύπνου, καθώς δεν συνοδεύεται από υπνηλία, γνωστική έκπτωση ή κινδύνους για την υγεία. Αντίθετα, μοιάζει φυσιολογική λειτουργία, παρότι σπάνια, και σχετίζεται με συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις και ιδιαίτερους μηχανισμούς ρύθμισης του ύπνου. Τα άτομα αυτά κοιμούνται συνήθως 4-6 ώρες, χωρίς να νιώθουν κόπωση μέσα στην ημέρα. Διατηρούν φυσιολογική υγεία και υψηλή απόδοση, γι’ αυτό και το φαινόμενο δε θεωρείται διαταραχή.
Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα επικεντρώνεται κυρίως στη γενετική βάση του φαινοτύπου. Μεταλλάξεις σε γονίδια όπως DEC2, ADRB1, NPSR1 και GRM1 έχουν συσχετιστεί με τον φυσικό βραχύ ύπνο, ενώ πρόσφατες μελέτες αναδεικνύουν και τον ρόλο άλλων γονιδίων στη ρύθμιση της διάρκειας και της ποιότητας του ύπνου.
Πόσο συχνό είναι το φαινόμενο;
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μόλις το 1-3% του πληθυσμού εμφανίζει αυτή την τάση, αν και η ακριβής συχνότητα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί περίπου 50 οικογένειες με σχετικές γενετικές μεταλλάξεις. Τα μέλη τους συνήθως κοιμούνται λιγότερες ώρες, ξυπνούν φυσικά χωρίς ξυπνητήρι, αποκοιμούνται εύκολα και διατηρούν υψηλά επίπεδα ενέργειας. Πολλοί έχουν απαιτητικό πρόγραμμα, έντονες δραστηριότητες, συχνά εμφανίζουν υψηλή αντοχή στον πόνο και αναφέρουν ότι δεν χρειάζονται καφεΐνη για να παραμείνουν σε εγρήγορση. Με λίγα λόγια, δείχνουν γενετικά προγραμματισμένοι να κοιμούνται μόνο 4-6 ώρες, αποδεικνύοντας ότι η ποιότητα και όχι η ποσότητα έχει σημασία.
Επιστημονικές ανακαλύψεις
Η πρώτη σημαντική ανακάλυψη έγινε το 2009 από την ομάδα της Γινγκ-Χούι Φου από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, όταν εντοπίστηκε μετάλλαξη στο γονίδιο DEC2, η οποία σχετίζεται με μειωμένη ανάγκη ύπνου, καθώς επηρεάζει τη ρύθμιση των κιρκάδιων ρυθμών και τη διάρκεια του ύπνου. Τα άτομα με τη μετάλλαξη αυτή κοιμούνται περίπου 6 ώρες ή λιγότερο και διατηρούν φυσιολογική γνωστική λειτουργία. Στη συνέχεια, εντοπίστηκαν και άλλες γενετικές παραλλαγές. Μεταξύ αυτών, η μετάλλαξη στο γονίδιο ADRB1, η οποία φαίνεται να επηρεάζει τη δραστηριότητα νευρωνικών κυκλωμάτων που σχετίζονται με την εγρήγορση, οδηγώντας σε μικρότερη ανάγκη ύπνου και αυξημένη ανθεκτικότητα στη στέρησή του. Επιπλέον, μεταλλάξεις στο γονίδιο NPSR1 έχουν συνδεθεί με μειωμένη διάρκεια ύπνου και ταχύτερη επαναφορά έπειτα από στέρηση ύπνου, ενώ σχετίζονται και με καλύτερη μνήμη.
Συνολικά, τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η διάρκεια του ύπνου δεν καθορίζεται μόνο από τον τρόπο ζωής, αλλά και από βιολογικούς και γενετικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν την ανάγκη για ξεκούραση. Η κατανόηση του συνδρόμου φυσικού βραχέος ύπνου μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βαθύτερη διερεύνηση της φυσιολογίας του ύπνου και να ανοίξει νέους δρόμους για την αντιμετώπιση διαταραχών, όπως η αϋπνία.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image