Η νέα πραγματικότητα στις ΗΠΑ που απαιτεί να βλέπεις την εργασία σαν επένδυση.
Τα τελευταία χρόνια η παραδοσιακή ισορροπία στην αγορά εργασίας φαίνεται να έχει ανατραπεί. Εκεί όπου κάποτε οι εταιρείες πλήρωναν ειδικούς (headhunters -κυνηγοί κεφαλών στην επιχειρηματική αργκό) για να βρουν ταλέντα, τώρα όλο και περισσότεροι υποψήφιοι, απόφοιτοι καλών πανεπιστημίων, πληρώνουν ειδικούς για να τους βρουν δουλειά. Αυτό που σε άλλες εποχές θα ακουγόταν σαν μεταφορά από δυστοπικό μυθιστόρημα, σήμερα γίνεται καθημερινό θέμα συζήτησης σε χώρες όπως οι ΗΠΑ. Και όχι μόνο.
Το νέο αυτό φαινόμενο έχει όνομα
Reverse recruiting, «αντίστροφη πρόσληψη». Πρόκειται για υπηρεσίες που έχουν αναδυθεί σε μια αγορά όπου οι άνεργοι ή οι εργαζόμενοι σε αναζήτηση νέας θέσης βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλο ανταγωνισμό, μεγαλύτερο αριθμό υποψηφίων από διαθέσιμες θέσεις, και ολοένα πιο πολύπλοκα συστήματα Applicant Tracking Systems (ATS). Όλα αυτά κάνουν τη διαδικασία αίτησης σχεδόν αυτοματοποιημένη και ανώνυμη.
Για πρώτη φορά από την έξαρση της πανδημίας COVID-19, στις ΗΠΑ ο αριθμός των ανέργων έχει ξεπεράσει τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων. Ο μέσος χρόνος αναζήτησης εργασίας πλησιάζει πια τους έξι μήνες. Αυτή η έλλειψη ισορροπίας στην αγορά εργασίας είναι η βασική αιτία πίσω από την άνθηση των υπηρεσιών που ζητούν πληρωμή προκειμένου να βρουν δουλειές με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που να ταιριάζουν στα προσόντα και τις απολαβές του υποψήφιου υπαλλήλου. Παρά το γεγονός ότι οι επίσημοι δείκτες ανεργίας παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η δυσκολία στην επίτευξη συνέντευξης ή στην κατάληξη σε προσφορά έχει κάνει την αναζήτηση θέσης μια επίπονη, παρατεταμένη εμπειρία για πολλούς.
Πώς λειτουργούν αυτές οι υπηρεσίες
Κάποιες, όπως η πλατφόρμα Refer, χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή στην ουσία AI βοηθούς (το όνομα στη συγκεκριμένη υπηρεσία είναι «Lia») για να κάνουν εισαγωγές σε διοικητικά στελέχη, να προωθούν υποψηφίους σε hiring managers ή και να υποβάλλουν αιτήσεις εκ μέρους τους. Άλλες υπηρεσίες λειτουργούν περισσότερο σαν προσωπικά γραφεία διαχείρισης καριέρας, αναλαμβάνοντας καθήκοντα από το personal branding μέχρι την αποστολή αιτήσεων σε συγκεκριμένες εταιρείες.
Σε ό,τι αφορά το κόστος, τα νούμερα που αναφέρουν οι ίδιοι φορείς και οι χρήστες τους είναι ενδεικτικά του πόσο μακριά έχει φτάσει αυτή η αγορά: κάποιες υπηρεσίες χρεώνουν ένα σταθερό μηνιαίο πάγιο που φτάνει έως και τα 1.500 δολάρια ή και περισσότερο, με πρόσθετη συμφωνία να πάρουν ποσοστό από τον πρώτο χρόνο μισθού του υποψηφίου όταν βρει δουλειά. Σε κάποιες περιπτώσεις, το ποσό που πλήρωσαν χρήστες τέτοιων υπηρεσιών ξεπέρασε ακόμη και τις 15.000 δολάρια, μάλισται χωρίς εγγυημένη επιτυχία.
Οι υποψήφιοι που έχουν επιλέξει την πλατφόρμα LiveMint καταβάλλουν περίπου 400 δολάρια για την προσαρμογή του βιογραφικού του και την αίτηση σε 50 θέσεις μέσω μιας υπηρεσίας freelancer, αλλά δεν είναι σίγουρο πόσες απ’ αυτές τις εταιρείες θα ασχοληθούν με το βιογραφικό και θα κλείσουν συνέντευξη. Άλλες υπηρεσίες υπόσχονται ως και 100 αιτήσεις εβδομαδιαίως, προσαρμοσμένα βιογραφικά και επαφές με υπαλλήλους των εταιρειών στις οποίες απευθύνονται οι υποψήφιοι, αλλά δεν εγγυώνται το αποτέλεσμα, αν δηλαδή όλη αυτή η προσπάθεια θα οδηγήσει σε πρόσληψη.
Αντιδράσεις για την ηθική και τη βιωσιμότητά του recruiting
Επαγγελματίες του παραδοσιακού recruiting εκφράζουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών που χρεώνουν τους υποψηφίους. Η πρόσληψη, προφανώς, δεν είναι απλώς θέμα υποβολής αιτήσεων, αλλά και του πώς οι ίδιοι οι recruiters έχουν πρόσβαση και σχέσεις με τις εταιρείες, κάτι που δεν μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα από μια υπηρεσία πληρωμένη από τον υποψήφιο. Παράλληλα, οι επικριτές προειδοποιούν ότι οι υποψήφιοι μπορεί να εκτίθενται σε κινδύνους όσον αφορά την ασφάλεια των προσωπικών τους δεδομένων, ειδικά όταν δίνουν σε τρίτους πρόσβαση σε λογαριασμούς, όπως LinkedIn ή εσωτερικά συστήματα υποβολής αιτήσεων.
Η πραγματικότητα πίσω από την «αντίστροφη πρόσληψη» είναι απαραίτητα συνδεδεμένη με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εργαζόμενοι. Αν και σε γενικές γραμμές οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ δείχνουν σταθερότητα σε επίπεδο συνολικών αριθμών, η εμπειρία των υποψηφίων, ιδίως των «white collars» με υψηλή εξειδίκευση διαφέρει σημαντικά. Πολλοί αναφέρουν ότι έχουν στείλει εκατοντάδες βιογραφικά χωρίς να λάβουν απάντηση ή ότι οι προσφορές που προκύπτουν απαιτούν μεγάλη μείωση μισθού ακόμη και μετά από χρόνια εμπειρίας. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκεκριμένοι παραμένουν οι καλύτεροι «πελάτες» τέτοιων υπηρεσιών, αφού οι θέσεις στις οποίες επιθυμούν να προσληφθούν είναι συγκεκριμένες και καλά αμοιβόμενες.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στα μακροοικονομικά σταθερά μεγέθη και την δαπανηρή αυτή εμπειρία των αναζητούντων εργασία αντικατοπτρίζει επίσης και μια ευρύτερη μετατόπιση στην αγορά. Από τη μία πλευρά, η χρήση αυτοματισμών και τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση αιτήσεων συμβάλλει στην απομάκρυνση του ανθρώπινου παράγοντα από την αρχική φάση επιλογής υποψηφίων. Από την άλλη, αυτή η «αποξένωση» σπρώχνει κάποιους υποψήφιους προς υπηρεσίες που υπόσχονται προτεραιότητα σε hiring managers, με το αζημίωτο βέβαια.
Το αν αυτή η τάση θα σταθεροποιηθεί ή θα αποδειχθεί μια πρόσκαιρη «μόδα» παραμένει για την ώρα αβέβαιο. Ωστόσο, το γεγονός ότι υπηρεσίες reverse recruiting εμφανίζονται, αυξάνονται σε δημοτικότητα και συχνά απαιτούν χιλιάδες δολάρια από υποψηφίους δείχνει ξεκάθαρα πως η εμπιστοσύνη πολλών στην παραδοσιακή διαδικασία πρόσληψης έχει κλονιστεί βαθιά. Σε μια αγορά όπου ο μέσος χρόνος αναζήτησης εργασίας αγγίζει πλέον σχεδόν τον μισό χρόνο και οι διαθέσιμες θέσεις δεν επαρκούν για όλους τους αναζητούντες, οι υποψήφιοι ψάχνουν λύσεις που υπό άλλες συνθήκες θα φάνταζαν περιθωριακές.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image