Από το δεκάχρονο κορίτσι που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις πιο πολύκροτες δίκες της Αμερικής μέχρι τη σχεδιάστρια που έχτισε μια αυτοκρατορία εκατομμυρίων, η Gloria Vanderbilt έζησε μια ζωή με εντυπωσιακές μεταμορφώσεις, μεγάλες επιτυχίες και απώλειες.
Την 1η Οκτωβρίου 1934, το Ανώτατο Δικαστήριο της Νέας Υόρκης έγινε το σκηνικό μιας υπόθεσης που ο αμερικανικός τύπος βάφτισε γρήγορα «δίκη του αιώνα». Στο επίκεντρο βρισκόταν ένα δεκάχρονο κορίτσι: η Gloria Vanderbilt, μοναχοκόρη του Reginald Vanderbilt και κληρονόμος ενός ονόματος που είχε ήδη περάσει στη σφαίρα του αμερικανικού μύθου. Η αντιδικία φαινομενικά αφορούσε την επιμέλειά της. Στην πράξη άνοιγε μπροστά στο κοινό την ιδιωτική ζωή μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες των Ηνωμένων Πολιτειών: περιουσίες, καταπιστεύματα, ταξίδια στην Ευρώπη, πρίγκιπες, νταντάδες, υπηρέτες, κοινωνικά ήθη και μια μητέρα που βρέθηκε στο εδώλιο της δημόσιας γνώμης πριν ακόμη αποφασίσει ο δικαστής.
Μια κληρονόμος ανάμεσα σε δύο κόσμους
Όλα ξεκίνησαν με τον Cornelius Vanderbilt, τον θρυλικό «Commodore» και προπάππου της Gloria, που είχε χτίσει τον 19ο αιώνα μια αυτοκρατορία σε ατμόπλοια και σιδηροδρόμους. Όταν πέθανε το 1877, η περιουσία του υπολογιζόταν σε περίπου 100 εκατ. δολάρια, ποσό ασύλληπτο για την εποχή. Μέσα σε 50 χρόνια, οι κληρονόμοι σπατάλησαν τα χρήματα σε πολυτελή κτήματα και πάρτι, δεξιώσεις και τέχνη. Όταν γεννήθηκε η Gloria, το όνομα Vanderbilt εξακολουθούσε να συμβολίζει τον αμερικανικό πλούτο, όμως η αμύθητη περιουσία που είχε δημιουργήσει ο Cornelius είχε ήδη αρχίσει να κατακερματίζεται και να εξανεμίζεται στα χέρια των επόμενων γενεών.
Ο πατέρας της μικρής Gloria, υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της παρακμής. Κληρονόμησε μεγάλη περιουσία (σύμφωνα με δημοσίευμα του Time της εποχής, 10 εκατ. δολάρια) και είχε ήδη εξανεμίσει μεγάλο μέρος της όταν πέθανε. Ωστόσο, οι δύο κόρες του, η Gloria και η μεγαλύτερη ετεροθαλής αδελφή της Cathleen, έγιναν δικαιούχοι, κατά το ήμισυ η καθεμία, ενός καταπιστεύματος 5 εκατ. δολαρίων που είχε συστήσει ο παππούς τους, Cornelius Vanderbilt II. Το μερίδιο της μικρής Gloria ανερχόταν έτσι σε περίπου 2,5 εκατ. δολάρια (γύρω στα 36-37 εκατ. δολάρια σε σημερινή αξία).
Μετά τον θάνατο του πατέρα της, το 1925, η Gloria ήταν μόλις 18 μηνών. Η νεαρή χήρα, Gloria Morgan Vanderbilt, μετά την αποπληρωμή χρεών και φόρων, έμεινε με περίπου 130.000 δολάρια. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ζούσε κυρίως από τα εισοδήματα του καταπιστεύματος της κόρης της. Εγκαταστάθηκε για μεγάλα διαστήματα στην Ευρώπη μαζί με τη μικρή Gloria, τη μητέρα της και τη νταντά. Ζούσαν ανάμεσα στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στο Μπιαρίτζ, ενώ η νεαρή χήρα ταξίδευε συχνά και κινούνταν στους κύκλους της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Η μικρή Gloria, παρότι βρισκόταν μαζί της, περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της υπό τη φροντίδα της νταντάς της, Emma Kieslich και της γιαγιάς της. Η δίδυμη αδελφή της, Thelma Furness, ήταν τότε ερωμένη του πρίγκιπα της Ουαλίας, μετέπειτα Εδουάρδου Η΄, γεγονός που έφερε τη Gloria Morgan στον κύκλο της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας.
Το 1932, σε ηλικία οκτώ ετών, η μικρή Gloria αρρώστησε με αμυγδαλίτιδα και η μητέρα της την έφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποβλήθηκε σε αφαίρεση αμυγδαλών στη Νέα Υόρκη και η θεία της, Gertrude Vanderbilt Whitney, πρότεινε να αναρρώσει στο κτήμα της στο Old Westbury του Long Island. Η μητέρα της επέστρεψε στην Ευρώπη και αρχικά συμφώνησε η κόρη της να παραμείνει με τη θεία της, έπειτα από σχετική σύσταση του οικογενειακού γιατρού των Whitney. Η Gertrude την έγραψε στο σχολείο και ανέλαβε πλέον την καθημερινή της ζωή. Η απουσία της μητέρας οδήγησε και σε οικονομική συνέπεια: Όταν οι αρμόδιες αρχές πληροφορήθηκαν ότι το παιδί ζούσε με τη θεία του για μήνες, το ετήσιο επίδομα της Gloria Morgan μειώθηκε από 48.000 σε 9.000 δολάρια. Από εκεί και πέρα η υπόθεση πήρε την πορεία που οδήγησε στη μεγάλη δικαστική σύγκρουση.
Η θεία της μικρής, ήταν γλύπτρια, συλλέκτρια, προστάτιδα Αμερικανών καλλιτεχνών και ιδρύτρια του Μουσείου Αμερικανικής Τέχνης Whitney. Όταν επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, η Gloria Morgan υπέβαλε αίτηση στο δικαστήριο προκειμένου να αναγνωριστεί επισήμως ως νόμιμη κηδεμόνας της κόρης της. Η διαδικασία ήταν απαραίτητη, καθώς η ίδια ήταν ανήλικη όταν γεννήθηκε η κόρη της και όταν πέθανε ο σύζυγός της. Τότε παρενέβη η Gertrude, διεκδικώντας η ίδια την επιμέλεια του παιδιού, υποστηρίζοντας πως η μητέρα ήταν ακατάλληλη.
Επτά εβδομάδες στο έλεος του Τύπου
Η δίκη κράτησε εβδομάδες και εξελίχθηκε σε καθημερινό ανάγνωσμα στον Τύπο της εποχής. Οι εφημερίδες αποκάλεσαν τη μικρή Gloria «poor little rich girl», τη «φτωχή μικρή πλούσια». Οι καταθέσεις είχαν όλα τα στοιχεία που τραβούσαν την προσοχή του κοινού: μητρική αμέλεια, οικονομικά συμφέροντα, σεξουαλικά υπονοούμενα, ευρωπαϊκή αριστοκρατία. Η νταντά της μικρής κατέθεσε εναντίον της μητέρας. Υπηρέτες μίλησαν για ολονύχτιες εξόδους, απουσίες και επιστροφές στο σπίτι τα ξημερώματα. Η Daily News παρουσίασε τη Gloria ως «cocktail-crazed dancing mother» (μια μητέρα παθιασμένη με τα κοκτέιλ και τον χορό), φράση που συμπύκνωνε τον τρόπο με τον οποίο μέρος του Tύπου την είχε ήδη καταδικάσει: ήταν η γυναίκα που ξέφευγε από τα επιτρεπτά ηθικά όρια της εποχής.
Η πιο θορυβώδης στιγμή ήρθε όταν πρώην καμαριέρα κατέθεσε ότι είχε δει τη Gloria Morgan σε ιδιαίτερα τρυφερές στιγμές με τη Nadejda «Nada» Mountbatten, μαρκησία του Milford Haven και μέλος της ευρύτερης βρετανικής βασιλικής οικογένειας. Η αίθουσα αναστατώθηκε και ο δικαστής περιόρισε την παρουσία των δημοσιογράφων. Η υπόθεση έπαψε να αφορά μόνο την επιμέλεια. Έγινε δημόσια δίκη ενός τρόπου ζωής. Η Gertrude κέρδισε την επιμέλεια και η Gloria Morgan απέκτησε δικαίωμα επισκέψεων τα Σαββατοκύριακα, μια ρύθμιση που οι εφημερίδες σατίρισαν ως παράδοξο: «ακατάλληλη μητέρα τις καθημερινές, αποδεκτή τα Σάββατα και τις Κυριακές».
Αργότερα, η ίδια η Gloria Vanderbilt έδωσε στη δίκη άλλη διάσταση. Στα απομνημονεύματά της έγραψε ότι ο δικηγόρος της θείας της, Frank Crocker, την είχε προετοιμάσει για όσα θα έλεγε στον δικαστή. Η παιδική «μαρτυρία» της, που παρουσιάστηκε τότε ως αυθόρμητη φωνή του παιδιού, είχε περάσει μέσα από πρόβες ενηλίκων. Η σχέση της με τη μητέρα της παρέμεινε τραυματική. Στο βιβλίο της The Rainbow Comes and Goes, θα τη θυμόταν ως «μια όμορφη ξένη, που την έβλεπε μόνο φευγαλέα».
Μετά τη δίκη, η Gloria Morgan έζησε ανάμεσα σε Νέα Υόρκη και Λος Άντζελες, συχνά κοντά στη δίδυμη αδελφή της Thelma. Το 1958 οι δύο αδελφές εξέδωσαν την κοινή αυτοβιογραφία Double Exposure. Η Gloria Morgan πέθανε από καρκίνο το 1965.
Έρωτες, γάμοι, οικογένεια και η επαγγελματική επιτυχία
Η ζωή της μικρής Gloria με τη θεία της πρόσφερε κοινωνική ασφάλεια, εκπαίδευση και πρόσβαση στους σωστούς κύκλους. Πρόσφερε επίσης αυστηρή επιτήρηση. Στα 17 της, ενώ βρισκόταν στο Λος Άντζελες για να δει τη μητέρα της, γνώρισε τον Pat DiCicco, ατζέντη ηθοποιών. Τον παντρεύτηκε το 1941. Ο γάμος κράτησε τέσσερα χρόνια και η ίδια αργότερα τον περιέγραψε ως κακοποιητικό. Λίγες εβδομάδες μετά το διαζύγιο, παντρεύτηκε τον μαέστρο Leopold Stokowski, 42 χρόνια μεγαλύτερό της. Ο γάμος, από τον οποίο απέκτησαν δύο γιους, κράτησε από το 1945 έως το 1955. Ο τρίτος γάμος της, με τον σκηνοθέτη Sidney Lumet, κράτησε για εφτά χρόνια και τη συνέδεσε πιο καθαρά με τον καλλιτεχνικό κόσμο της Νέας Υόρκης, χωρίς παιδιά και με λιγότερη δημοσιότητα συγκριτικά με τις προηγούμενες σχέσεις της.
Ο τέταρτος και τελευταίος γάμος της, με τον συγγραφέα Wyatt Cooper, έγινε το 1963 και κράτησε έως τον θάνατό του, το 1978. Η ίδια περιέγραφε αργότερα τον Wyatt ως τον άνδρα με τον οποίο έζησε την πιο σταθερή οικογενειακή περίοδο της ζωής της. Μαζί απέκτησαν δύο γιους, τον Carter και τον Anderson.
Η Vanderbilt ασχολούνταν με τη ζωγραφική, το σχέδιο υφασμάτων και την εσωτερική διακόσμηση. To 1976 συνεργάστηκε με τον επιχειρηματία Mohan Murjani, λανσάροντας τη σειρά με τζιν αποκλειστικά σχεδιασμένα για γυναίκες, τα πρώτα επώνυμα τζιν, τα οποία γνώρισαν άμεση επιτυχία. Όπως είπε η ίδια χρόνια αργότερα στο People, η ιδέα γεννήθηκε όταν έμαθε ότι υπήρχε διαθέσιμο ύφασμα τζιν στις αποθήκες της Murjani στο Χονγκ Κονγκ: «Γιατί να μην κάνουμε ένα τζιν με πραγματικά καλή εφαρμογή»;
Το παντελόνι είχε εφαρμοστή γραμμή για το γυναικείο σώμα, την υπογραφή της κεντημένη στην πίσω τσέπη και τον χαρακτηριστικό κύκνο στο μπροστινό, μικρό τσεπάκι. Η ίδια έλεγε ότι το παντελόνι έπρεπε να «αγκαλιάζει τους γλουτούς και τις καμπύλες του σώματος». Η επιτυχία υπήρξε τεράστια και η φίρμα εξελίχθηκε σε αυτοκρατορία αξίας 100 εκατ. δολαρίων. Το 1980 φέρεται να κέρδισε 10 εκατ. δολάρια μόνο από τη μόδα. Το σημαντικότερο ίσως ήταν ότι τα χρήματα αυτά τα είχε κερδίσει η ίδια. «Τα χρήματα που κερδίσεις μόνη σου είναι τα μόνα που έχουν πραγματική υπόσταση», είπε το 2014 στους Financial Times. Η επιτυχία των τζιν εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη και πολυετή επιχειρηματική παρουσία στη μόδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το όνομα Gloria Vanderbilt είχε πλέον επεκταθεί σε ολοκληρωμένες συλλογές ένδυσης, από resort μέχρι bodywear, ενώ η δημοτικότητα της μάρκας κορυφώθηκε γύρω στο 1985.
Η τελευταία δεκαετία
Η ζωή της επιφύλαξε ακόμη ένα μεγάλο τραύμα. Στις 22 Ιουλίου 1988, ο γιος της Carter, σε ηλικία 23 ετών, αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον 14ο όροφο του διαμερίσματός της, στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, μπροστά στα μάτια της. Η Vanderbilt εξέδωσε εφτά χρόνια αργότερα το βιβλίο A Mother’s Story, περιγράφοντας λεπτομερώς όσα βίωσε τη συγκεκριμένη μέρα και τα γεγονότα που οδήγησαν στο περιστατικό, υπογραμμίζοντας την αξιοσημείωτη ένταση των συναισθημάτων μιας τέτοιας απώλειας. Σε συνέντευξή της στο People περιέγραψε πως η σκηνή επανερχόταν στο μυαλό της «σαν σε κινηματογραφική οθόνη». Η αναφορά στον νεκρό γιο της ήταν συχνή σε συνεντεύξεις της. «Αυτό τον κρατάει ζωντανό και τον φέρνει πιο κοντά μας και σημαίνει ότι δεν έχει ξεχαστεί». Με τον γιο της, Anderson Cooper, έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους Αμερικανούς δημοσιογράφους και παρουσιαστές του CNN, η σχέση έγινε ακόμη στενότερη μετά την αυτοκτονία του Carter. «Μας έφερε πιο κοντά με τρόπους που ήταν αναπόφευκτοι, ύστερα από κάτι τέτοιο, είχαμε απομείνει ο ένας στον άλλον», έχει πει.
Την δεκαετία του 1990 βρέθηκε αντιμέτωπη με μια διαφορετική ανατροπή: ανακάλυψε ότι ο επί χρόνια δικηγόρος και οικονομικός σύμβουλός της, Thomas Andrews, είχε καταχραστεί μεγάλα ποσά και είχε παραμελήσει τις φορολογικές της υποχρεώσεις. Τον μήνυσε και το 1993 δικαστήριο της επιδίκασε 1,79 εκατ. δολάρια, όμως η ίδια δήλωσε ότι ουσιαστικά δεν εισέπραξε τα χρήματα. Για να καλύψει τις οφειλές της προς την εφορία, αναγκάστηκε να πουλήσει κατοικίες της στη Νέα Υόρκη και στο Southampton.
Η δημιουργική της δραστηριότητα συνεχίστηκε για τις επόμενες δύο δεκαετίες: εξέδωσε μυθιστορήματα και απομνημονεύματα, παρουσίασε έργα της σε εκθέσεις και στα 85 της, προκάλεσε αίσθηση με το ερωτικό μυθιστόρημα Obsession. Μάλιστα, σε συνέντευξή της στο περιοδικό Time, όταν ρωτήθηκε αν οι φίλοι της ανησυχούσαν ότι το βιβλίο θα έβλαπτε τη φήμη της, απάντησε πως «το μόνο πράγμα που θα με έκανε να διστάσω θα ήταν να δημοσιευτεί ένα κακογραμμένο έργο». Το 2010 κυκλοφόρησε το εικονογραφημένο αυτοβιογραφικό λεύκωμα The World of Gloria Vanderbilt, ενώ εξακολουθούσε να ζωγραφίζει καθημερινά.
Όταν έκλεισε στα 91 της χρόνια, ο Anderson Cooper συνειδητοποίησε ότι, παρά τη στενή τους σχέση, υπήρχαν ακόμη πολλά που αγνοούσε για τη ζωή της μητέρας του. Άρχισαν να ανταλλάσσουν μακροσκελή μηνύματα μέσω email, συζητώντας ανοιχτά για την παιδική της ηλικία, τη μητέρα της, τους γάμους, τον έρωτα και τις απώλειες που είχαν σημαδέψει και τους δύο. «Ήθελα να αξιοποιήσω τον χρόνο που μας απέμενε για να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον ως ενήλικες», εξήγησε ο Cooper. «Ήθελα να ειπωθούν όλα ανάμεσά μας».
Από αυτή την αλληλογραφία προέκυψε το βιβλίο The Rainbow Comes and Goes: A Mother and Son on Life, Love, and Loss (2016, εκδόσεις Harper Collins), ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε σαν συνέχεια του βιβλίου και το ντοκιμαντέρ Nothing Left Unsaid, στο οποίο μητέρα και γιος συνομιλούν με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια για μια ζωή που είχε υπάρξει δημόσια σχεδόν από την αρχή της, χρησιμοποιώντας προσωπικές επιστολές, φωτογραφίες και οικογενειακό αρχειακό υλικό.
Η Gloria Vanderbilt πέθανε στις 17 Ιουνίου 2019, σε ηλικία 95 ετών, από καρκίνο του στομάχου. Στον τηλεοπτικό αποχαιρετισμό που έκανε ο Anderson Cooper για τη μητέρα του, σε ένα προσωπικό αφιέρωμα που μεταδόθηκε από το CNN την ημέρα του θανάτου της, την περιέγραψε ως άνθρωπο που «έζησε με τους δικούς της όρους» και παρά τις αλλεπάλληλες απώλειες, «δεν επέτρεψε ποτέ στον φόβο, τον πόνο ή την απώλεια να την εμποδίσουν να συνεχίσει και να προχωρήσει μπροστά».
Εξωτερική φωτογραφία: @ Getty Images / Ideal Image