Το νέο είδος κρασιών εξελίσσεται σε μια νέα σοβαρή συζήτηση του κλάδου μπροστά στην πραγματικότητα που θέλει τις νεότερες γενιές να μην συγκινούνται από το αλκοόλ.
Δεν μιλάμε για αγορές όπου το κρασί είχε ήδη χάσει τη θέση του, αλλά για δύο παλαιούς οινικούς πολιτισμούς που τώρα δοκιμάζουν έναν νέο τρόπο να το εντάξουν στο σύγχρονο τραπέζι. Ο καλύτερος τρόπος να δει κανείς αυτή τη μετατόπιση είναι μέσα από δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: τη Montelvini στην Ιταλία και τη Semeli στην Ελλάδα.
Η Montelvini, ο world-class παραγωγός του Veneto που συνδέεται στενά με το Asolo Prosecco Superiore DOCG, φέρνει στην κατηγορία την εμπειρία ενός οίκου που γνωρίζει σε βάθος τον αφρώδη οίνο και όλο το κοινωνικό του πλαίσιο: το aperitivo, τη φιλοξενία, την εξωστρέφεια, τον ρυθμό της περίστασης. Η Semeli, με έδρα τη Νεμέα, έγινε το πρώτο ελληνικό οινοποιείο που παρουσίασε κρασί χαμηλού αλκοόλ ως κρασί και όχι ως αρωματισμένο ποτό με βάση τον οίνο, δίνοντας στην κατηγορία στην Ελλάδα μια σαφή τοπική και οινική ταυτότητα. Στο φετινό Wine Paris ήταν φανερό ότι τα no-alcohol και τα low-alcohol wines δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως περιφερειακή περιέργεια. Έχουν περάσει στο κέντρο της εμπορικής συζήτησης.
Ο λόγος είναι σαφής: ένα ολοένα μεγαλύτερο κοινό ζητά περισσότερη ευελιξία στον τρόπο που πίνει, χωρίς να εγκαταλείπει απαραίτητα το κρασί. Η Ιταλία προηγείται καθαρά, με περισσότερες ετικέτες, μεγαλύτερη εξαγωγική ώθηση και πιο ανεπτυγμένη παρουσία στην κατηγορία. Η Ελλάδα παραμένει μικρότερη αγορά, όμως οι πρώτες σοβαρές ελληνικές προτάσεις έχουν ήδη εμφανιστεί.
Η ιταλική απάντηση
Η είδηση μέχρι στιγμής, έρχεται συχνά μέσα από τα αφρώδη. Και εδώ η Montelvini έχει ιδιαίτερη σημασία. Στο Wine Paris, ο Alessandro Guerini, Commercial Director της Montelvini, εξήγησε πώς αντιλαμβάνεται τον βασικό διαχωρισμό στα zero-alcohol wines. Υπάρχουν, όπως είπε, «δύο βασικές κατηγορίες zero-alcohol wine». Η μία ξεκινά από μη ζυμωμένο γλεύκος και μένει πιο κοντά στον χυμό σταφυλιού. Η άλλη ξεκινά από πραγματικό κρασί και στη συνέχεια αφαιρεί το αλκοόλ. Η Montelvini επέλεξε τη δεύτερη διαδρομή. «Περιμέναμε τη δυνατότητα της dealcoholization», είπε. «Φτιάχνεις πρώτα το κρασί και μετά αφαιρείς το αλκοόλ».
Αυτή η επιλογή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Πηγαίνει στον πυρήνα του ζητήματος της ποιότητας. Ο Guerini μίλησε ανοιχτά για τις αδυναμίες πολλών παλαιότερων παραδειγμάτων, που συχνά ήταν υπερβολικά γλυκά και εξαρτημένα από τα θειώδη. Η Montelvini ήθελε κάτι πιο πειστικό, με χαμηλότερα σάκχαρα και με προφίλ που να θυμίζει ακόμη κρασί. Γι’ αυτό και επιμένει ιδιαίτερα στον ρόλο των φυσαλίδων. «Οι φυσαλίδες μάς βοηθούν επίσης», είπε. «Απολύτως». Στα αφρώδη, η φρεσκάδα, η ένταση και η ζωντάνια αναπληρώνουν εν μέρει αυτό που άλλοτε προσέφερε το αλκοόλ. Παράλληλα, κρατούν το προϊόν μέσα σε ήδη υπάρχουσες συνήθειες κατανάλωσης: aperitivo, πάρτι, αλλά και zero-alcohol εκδοχές του Americano, του Spritz και του Hugo.
Η Sarah Serena, General Manager της Montelvini, το συνόψισε με έναν τρόπο απλό και εύστοχο όταν τη συνάντησα στο Wine Paris. «Il prosecco è allegria, è aperitivo, è stare assieme», είπε. Το Prosecco είναι χαρά, είναι aperitivo, είναι το να είμαστε μαζί. Αυτή ακριβώς η φράση εξηγεί γιατί η Montelvini ξεχωρίζει σε αυτή την ιστορία. Δεν βλέπει την κατηγορία ως τεχνική υποκατάσταση, αλλά ως έναν τρόπο να διατηρηθεί η κοινωνική μορφή του κρασιού: η φιάλη στο τραπέζι, το ποτήρι στο χέρι, η αρχή μιας βραδιάς. Η Ιταλία έχει ήδη και άλλα ονόματα στην κατηγορία, κυρίως στα αφρώδη, όπως οι Mionetto, Villa Sandi και La Gioiosa. Ωστόσο, η Montelvini παραμένει ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα για το πώς ένας καθιερωμένος παραγωγός μπορεί να μπει σε αυτή τη νέα περιοχή χωρίς να αποδυναμώσει την ταυτότητά του.
Η Ελλάδα κινείται πιο ήσυχα
Η Semeli έδωσε στην κατηγορία μια πραγματική αφετηρία. Ο Γιάννης Φλεριανός, οινολόγος της Semeli, είναι σαφής: «Το Κτήμα Semeli είναι το πρώτο ελληνικό οινοποιείο που παρουσίασε κρασί χαμηλού οινοπνεύματος», τονίζοντας ότι, απ’ όσο γνωρίζει, παραμένει το μόνο στην κατηγορία ως πραγματικός οίνος και όχι ως αρωματισμένο ποτό με βάση τον οίνο. Για τον ίδιο, η επιλογή αυτή ήταν στρατηγική. Η Semeli αποφάσισε «να παρακολουθήσει τη διεθνή τάση στα No-Lo», αναγνωρίζοντας ότι η ελληνική αγορά θα αναπτυχθεί όταν θα υπάρχουν αξιόλογες ελληνικές προτάσεις. Η διατύπωσή του είναι χαρακτηριστική: «Σήμερα μία. Αύριο περισσότερες».
Εξίσου αποκαλυπτικός είναι για το πώς γεννήθηκε το ίδιο το προϊόν. «Το Low της Semeli δεν ήταν απλά ένα καινούριο κρασί, αλλά ένα τελείως καινούριο προϊόν», είπε. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να απαντηθούν όλα από την αρχή: ποια ποικιλία, ποιο στιλ, ποια τεχνική αφαίρεσης αλκοόλ, ποιο τελικό αποτέλεσμα. Ο στόχος, όπως επισημαίνει, δεν ήταν απλώς ένα προϊόν χαμηλού αλκοόλ, αλλά ένα κρασί συνεπές με τη γενικότερη φιλοσοφία της Semeli: «κομψό, φινετσάτο, νόστιμο».
Εκεί ακριβώς αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το λευκό LOW, που βασίζεται στη Μαλαγουζιά και το Μοσχοφίλερο. Ο Φλεριανός θεωρεί ότι αυτές οι δύο σημαντικές ελληνικές ποικιλίες δίνουν στο κρασί έναν χαρακτήρα που το διαφοροποιεί από τον διεθνή ανταγωνισμό. Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο για την ελληνική περίπτωση. Η Ελλάδα δεν ακολουθεί απλώς μια παγκόσμια τάση. Αρχίζει να τη μεταφράζει μέσα από το δικό της αμπελοτόπι και τη δική της οινική γλώσσα. Το κοινό στο οποίο απευθύνεται η κατηγορία είναι επίσης ευρύτερο απ’ όσο συχνά υποθέτουμε. Ο κ. Φλεριανός μιλά για Millennials και Gen Z, αλλά και για “substituters” και “moderators”, καταναλωτές που πίνουν συνήθως κρασιά κανονικού αλκοολικού βαθμού, αλλά σε συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως η οδήγηση ή η εγκυμοσύνη, επιλέγουν κάτι χαμηλότερο. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για μια κατηγορία για τους απέχοντες, ούτε μόνο για τους νεότερους. Πρόκειται για μια κατηγορία που μπαίνει σταδιακά στην πραγματική ζωή.
Υπάρχουν ήδη και στην Ελλάδα σημάδια μιας πρώτης διεύρυνσης, με το NOW της No Ordinary Wines να μπαίνει επίσης στη συζήτηση. Ωστόσο, η Semeli παραμένει ο καθοριστικός πρωτοπόρος. Και αυτό έχει σημασία, γιατί σε μια χώρα όπου το κρασί εξακολουθεί να συνδέεται στενά με το τραπέζι, την παρέα και το φαγητό, η είσοδος ενός low-alcohol wine αποκτά βάρος μόνο όταν αντιμετωπίζεται ως κρασί και όχι ως περιφερειακό υποκατάστατο.
Το ενδιαφέρον τώρα δεν βρίσκεται απλώς στο αν η Ελλάδα και η Ιταλία θα συνεχίσουν να συμμετέχουν στην κατηγορία. Αυτό έχει ήδη αρχίσει. Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι τι μορφή θα πάρει αυτή η κατηγορία όταν περάσει από το στάδιο της περιέργειας στο στάδιο της οινικής ωριμότητας. Η Ιταλία δείχνει ήδη τι μπορεί να πετύχει με κλίμακα, αφρώδη και εξαγωγική αυτοπεποίθηση. Η Ελλάδα δείχνει κάτι διαφορετικό και ίσως εξίσου ουσιαστικό: πώς μια νέα κατηγορία μπορεί να ξεκινήσει με ταυτότητα. Εκεί αρχίζει πραγματικά το επόμενο κεφάλαιο.
Εισαγωγική φωτογραφία: 123RF