Περισσότερα από 2.800 πλαστά έργα και σχετικά τεκμήρια εξετάστηκαν τα τελευταία δύο χρόνια από την Εθνική Πινακοθήκη, έπειτα από εισαγγελικές παραγγελίες. Πώς λειτουργεί αυτή η παράλληλη αγορά και γιατί ακόμη και έμπειροι συλλέκτες μπορούν να πέσουν θύματά της;
Για χρόνια, η πλαστογραφία έργων τέχνης αντιμετωπιζόταν ως ένα πρόβλημα που αφορούσε λίγους συλλέκτες και ακόμη λιγότερους ειδικούς. Σήμερα, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Η αγορά των πλαστών έργων αποτελεί πλέον μια οργανωμένη δραστηριότητα με σοβαρές οικονομικές και πολιτιστικές συνέπειες, ενώ οι πρόσφατες υποθέσεις που απασχόλησαν τις ελληνικές αρχές ανέδειξαν το πραγματικό εύρος του φαινομένου.
Μόνο την τελευταία διετία, η Εθνική Πινακοθήκη κλήθηκε, κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών, να γνωματεύσει για περισσότερα από 2.800 πλαστά έργα και συναφή τεκμήρια, τα οποία κατασχέθηκαν στο πλαίσιο τριών μεγάλων υποθέσεων διακίνησης πλαστών έργων τέχνης. Ο αριθμός αυτός αφορά αποκλειστικά υποθέσεις που έφτασαν στις αρχές και παραμένει άγνωστο πόσα ακόμη έργα κυκλοφορούν στην αγορά χωρίς να έχουν εντοπιστεί. Ο Μανόλης Πλατσιδάκης, ερευνητής της αυθεντικότητας έργων νεοελληνικής τέχνης, υπεύθυνος του Catalogue Raisonné του Γιάννη Σπυρόπουλου -του πλήρους επιστημονικού καταλόγου των αυθεντικών έργων του ζωγράφου και μέλος του International Catalogue Raisonné Association (ICRA)- παρακολουθεί εδώ και χρόνια την εξέλιξη του φαινομένου. Όπως εξηγεί, η πλαστογραφία δεν πλήττει μόνο τους συλλέκτες, αλλά και την αξιοπιστία ολόκληρης της αγοράς, καθώς και την ίδια την ιστορία της τέχνης.
Η υπόθεση που συγκλόνισε την αγορά
Από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις ήταν εκείνη των δύο έργων που αποδόθηκαν στον Κωνσταντίνο Παρθένη και αγοράστηκαν από τον εφοπλιστή Διαμαντή Διαμαντίδη, μέσω δημοπρασιών του οίκου Sotheby’s. Το 2006 απέκτησε το έργο «Νεκρή Φύση μπροστά από την Ακρόπολη», ενώ έναν χρόνο αργότερα, στη δημοπρασία Greek Sale του 2007, αγόρασε τον πίνακα «Η Παναγία με τον Χριστό», καταβάλλοντας συνολικά περίπου 1,7 εκατ. ευρώ. Τα δύο έργα συνοδεύονταν από ένα ιδιαίτερα πειστικό ιστορικό προέλευσης (provenance), το οποίο δημιουργούσε την εντύπωση ότι συνδέονταν άμεσα με το περιβάλλον του ζωγράφου. Ωστόσο, η υπόθεση οδηγήθηκε στα δικαστήρια και ύστερα από πραγματογνωμοσύνη της Εθνικής Πινακοθήκης και εξειδικευμένες αναλύσεις των υλικών, διαπιστώθηκε ότι τουλάχιστον ένα από τα έργα ήταν σύγχρονη απομίμηση της τεχνοτροπίας του Παρθένη.
Για τον Μανόλη Πλατσιδάκη, η συγκεκριμένη υπόθεση αποδεικνύει ότι η επιτυχία μιας πλαστογραφίας δεν βασίζεται μόνο στην τεχνική της ποιότητα. «Τα έργα αυτά αγοράστηκαν σε τόσο υψηλές τιμές επειδή συνδύαζαν το όνομα ενός κορυφαίου δημιουργού με ένα εξαιρετικά πειστικό, αλλά κατασκευασμένο, ιστορικό προέλευσης, το οποίο εξουδετέρωνε τις επιφυλάξεις των αγοραστών», επισημαίνει. Παρά τη δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση, ο ίδιος θεωρεί ότι αποτελεί μάλλον εξαίρεση. Η πλειονότητα των πλαστών έργων που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά βρίσκεται σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο ποιότητας. Πρόκειται κυρίως για πρόχειρες απομιμήσεις, οι οποίες μπορούν να εντοπιστούν σχετικά εύκολα από ανθρώπους με εμπειρία στην ελληνική τέχνη. Αντίθετα, οι πραγματικά επικίνδυνες περιπτώσεις είναι εκείνες που συνοδεύονται από προσεκτικά κατασκευασμένη τεκμηρίωση και μια πειστική αφήγηση γύρω από την προέλευση του έργου.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ελληνικής πραγματικότητας είναι ότι, σε αντίθεση με άλλες χώρες, οι δημιουργοί των σημαντικότερων πλαστογραφιών παραμένουν σχεδόν πάντα άγνωστοι. «Στην Ελλάδα ο “σημαντικότερος” δημιουργός παραμένει προκλητικά ανώνυμος», σημειώνει ο Πλατσιδάκης. «Όπως είδαμε στην υπόθεση Διαμαντίδη, ενώ η δικαιοσύνη εντόπισε τους διακινητές και τους μεσάζοντες, η ανακριτική διαδικασία δεν αναζήτησε την πηγή, δηλαδή το εργαστήριο κατασκευής. Η “αξία” αυτού του αφανή δημιουργού δεν είναι μόνο ζωγραφική· είναι η ικανότητά του να εκμεταλλεύεται τα κενά ελέγχου των μεγάλων οίκων δημοπρασιών και να κατασκευάζει έργα που αντέχουν στον χρόνο και την κριτική. Η ανωνυμία του είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της επιτυχίας του και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη παθογένεια του συστήματος».
Γιατί ακόμη και οι έμπειροι συλλέκτες εξαπατώνται
Παρά την εμπειρία τους, ακόμη και καταξιωμένοι συλλέκτες μπορεί να πέσουν θύματα πλαστογραφίας. Σύμφωνα με τον Μανόλη Πλατσιδάκη, η εξήγηση βρίσκεται λιγότερο στην ποιότητα του πλαστού έργου και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις αγοράς. «Η απληστία και η οργανωμένη απάτη υπάρχουν, όμως από μόνες τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν το φαινόμενο», λέει. «Αν συνέβαινε αυτό, θα εξαπατούνταν μόνο οι άπειροι αγοραστές. Στην πραγματικότητα βλέπουμε ανθρώπους με γνώσεις, εμπειρία και μακρά παρουσία στην αγορά να κάνουν σοβαρά λάθη».
Καθοριστικό ρόλο, όπως εξηγεί, παίζει η αφήγηση που συνοδεύει κάθε έργο. Η έννοια της «μεγάλης ευκαιρίας» ενεργοποιεί την προσδοκία ενός σημαντικού κέρδους και ταυτόχρονα τον φόβο ότι ο ενδιαφερόμενος θα χάσει κάτι μοναδικό αν δεν αποφασίσει αμέσως. «Η “ευκαιρία” δεν είναι απλώς μια χαμηλή τιμή. Είναι μια ιστορία που πείθει τον αγοραστή ότι απέκτησε πρόσβαση σε κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούν. Από εκείνη τη στιγμή, το συναίσθημα αρχίζει να υπερισχύει της κρίσης». Ο ίδιος επισημαίνει δύο βασικούς ψυχολογικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν ακόμη και τους πιο έμπειρους συλλέκτες: την αποστροφή προς την απώλεια και την αναμενόμενη μεταμέλεια. Ο φόβος ότι μια μοναδική ευκαιρία θα χαθεί ή ότι κάποιος θα μετανιώσει αργότερα επειδή δεν προχώρησε στην αγορά συχνά οδηγεί σε βιαστικές αποφάσεις, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τον ουσιαστικό έλεγχο του έργου.
Το ιστορικό προέλευσης ενός έργου είναι η πρώτη γραμμή άμυνας
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο σημαντικότερος σύμμαχος του συλλέκτη είναι το provenance, δηλαδή το ιστορικό προέλευσης ενός έργου. «Δεν πρόκειται για ένα απλό συνοδευτικό έγγραφο», τονίζει ο κ. Πλατσιδάκης. «Είναι η διαδρομή του έργου στον χρόνο, η αλυσίδα των ιδιοκτητών του και η τεκμηρίωση της παρουσίας του σε συλλογές, εκθέσεις ή δημοσιεύσεις». Ένα πλήρες και επαληθεύσιμο ιστορικό προέλευσης δυσκολεύει σημαντικά τους πλαστογράφους, καθώς περιορίζει τη δυνατότητά τους να δημιουργήσουν μια πειστική ψευδή αφήγηση γύρω από το έργο. Γι’ αυτό, όπως υπογραμμίζει, κάθε κενό στην προέλευση ενός έργου πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Όσο πιο ασαφής είναι η διαδρομή του μέχρι να φτάσει στην αγορά, τόσο μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται πριν από οποιαδήποτε αγορά.
Στην προσπάθεια περιορισμού του φαινομένου εντάσσεται και ο νόμος 5271/2026, ο οποίος εισάγει αυστηρότερο πλαίσιο για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας έργων τέχνης, προβλέποντας βαρύτερες κυρώσεις και ενισχύοντας τις δυνατότητες των διωκτικών αρχών και των δημόσιων πολιτιστικών φορέων να εντοπίζουν και να κατάσχουν ύποπτα έργα. Για τον κ. Πλατσιδάκη, πάντως, όσο σημαντική και αν είναι η νομοθεσία, η καλύτερη προστασία παραμένει η σωστή ενημέρωση. «Στην αγορά της τέχνης η μεγαλύτερη παγίδα είναι η πίεση να αποφασίσεις αμέσως», λέει. «Η καλύτερη επένδυση δεν είναι να αγοράσεις κάτι φθηνά, αλλά να αποφύγεις να αγοράσεις κάτι λάθος».
Ευχαριστούμε το Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ. για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού από την έκθεση Fake (f)or Real (Ψεύτικο για αληθινό;), που φιλοξενήθηκε στο Ίδρυμα, σε συνεργασία με το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας που εδρεύει στις Βρυξέλλες.
Εξωτερική φωτογραφία: «Ε.D.», Λιοντάρια, 1855, λάδι σε κόντρα πλακέ, 53Χ73 εκ. Δωρεά Αλίκης και Νέστορα Τέλλογλου. @ teloglion.gr