Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η χώρα μας κατακτά την πρώτη θέση στον Henley Residence Program Index.
Λένε ότι είναι πιο δύσκολο να διατηρηθείς στην κορυφή, παρά να σκαρφαλώσεις σ’ αυτήν. Υπό αυτό το πρίσμα, η είδηση ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει και για το 2026 την πρώτη θέση στον Henley Residence Program Index, έναν από τους πιο γνωστούς διεθνείς δείκτες αξιολόγησης προγραμμάτων άδειας διαμονής μέσω επένδυσης, είναι πιο σημαντική από την αντίστοιχη περσινή. Τότε η χώρα μας είχε σκαρφαλώσει για πρώτη φορά στην κορυφή του δείκτη, ξεπερνώντας την Πορτογαλία που βρισκόταν εκεί για περίπου μια δεκαετία.
Η πρωτιά αυτή δεν είναι απλώς μια συμβολική διάκριση. Ο δείκτης της Henley & Partners αξιολογεί τα σημαντικότερα προγράμματα «residence by investment» παγκοσμίως, εξετάζοντας παράγοντες όπως το ύψος της απαιτούμενης επένδυσης, η φορολογική πολιτική, η ευελιξία διαμονής, η ποιότητα ζωής, η ταχύτητα επεξεργασίας των αιτήσεων και η δυνατότητα πρόσβασης σε άλλες χώρες. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν συγκριτικό χάρτη των επιλογών που έχουν οι διεθνείς επενδυτές όταν αναζητούν μια δεύτερη βάση διαμονής ή ένα «plan B» για το μέλλον τους.
Η Ελλάδα στην κορυφή
Στην έκδοση του 2026, η Ελλάδα διατηρεί την πρώτη θέση με βαθμολογία 73 στα 100, επιβεβαιώνοντας την άνοδο που ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια. Πίσω της ακολουθούν η Ιταλία, η Ελβετία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα που μοιράζονται τη δεύτερη θέση με 72 βαθμούς. Η Πορτογαλία, που κυριαρχούσε προηγουμένως, αξιολογήθηκε με βαθμολογία 71. Ακολουθούν η Αυστραλία με 69 βαθμούς και στη συνέχεια ο Καναδάς και η Ουρουγουάη που μοιράζονται την πέμπτη θέση με 68. Στην πρώτη δεκάδα βρίσκονται επίσης χώρες όπως το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κόστα Ρίκα, ο Παναμάς και λίγο πιο πίσω η Λετονία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
To αξιοπερίεργο είναι ότι η πρωτιά της Ελλάδας πιστοποιήθηκε τις χρονιές των σημαντικών αλλαγών στο πρόγραμμα Golden Visa. Οι αλλαγές αυτές είχαν στόχο να περιορίσουν την πίεση στην αγορά ακινήτων σε δημοφιλείς περιοχές, αλλά και να κατευθύνουν περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια σε άλλους τομείς της οικονομίας. Όπως είναι γνωστό, η άδεια αυτή δεν προσφέρει μόνο το δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα. Στην πράξη λειτουργεί ως πύλη προς ολόκληρη τη ζώνη Σένγκεν, καθώς οι κάτοχοι μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Αυτό αποτελεί ισχυρό κίνητρο για επενδυτές από χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής που αναζητούν ευκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η ελληνική Golden Visa
Η σημαντικότερη μεταβολή στο πρόγραμμα Golden Visa αφορά το ύψος της απαιτούμενης επένδυσης. Το παλιό κατώφλι των 250.000 ευρώ, που ίσχυε σχεδόν παντού, αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα πολλών επιπέδων. Σήμερα το όριο φτάνει τα 800.000 ευρώ σε περιοχές υψηλής ζήτησης όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Μύκονος και η Σαντορίνη, ενώ σε μεγάλο μέρος της υπόλοιπης χώρας το ελάχιστο ποσό διαμορφώνεται στα 400.000 ευρώ. Το όριο των 250.000 ευρώ παραμένει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όπως όταν πρόκειται για μετατροπή παλαιών εμπορικών ή βιομηχανικών κτιρίων σε κατοικίες, μια επιλογή που επιδιώκει να ενθαρρύνει την αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων ακινήτων.
Παράλληλα, το πρόγραμμα απέκτησε πιο αυστηρούς κανόνες για τη χρήση των ακινήτων και τη μορφή της επένδυσης. Τα ακίνητα που αγοράζονται μέσω Golden Visa δεν μπορούν πλέον να αξιοποιούνται για βραχυχρόνια μίσθωση τύπου Airbnb, ώστε να περιοριστεί η πίεση στις τιμές κατοικίας σε δημοφιλείς αστικές περιοχές. Επιπλέον, η επένδυση πρέπει πλέον να αφορά ένα μόνο ακίνητο συγκεκριμένων προδιαγραφών, περιορίζοντας τη μαζική αγορά πολλών μικρών διαμερισμάτων. Ταυτόχρονα, η ελληνική πολιτεία επιχείρησε να επεκτείνει το πρόγραμμα πέρα από την αγορά ακινήτων, εισάγοντας μια νέα δυνατότητα επένδυσης σε νεοφυείς επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στο οικοσύστημα Elevate Greece.
Παρά αυτούς τους περιορισμούς, το ελληνικό πρόγραμμα θεωρείται ιδιαίτερα ελκυστικό επειδή συνδυάζει σχετικά χαμηλό επενδυτικό όριο, γρήγορη διαδικασία έκδοσης και περιορισμένες απαιτήσεις φυσικής παρουσίας στη χώρα. Σε αντίθεση με άλλα προγράμματα, οι επενδυτές δεν είναι υποχρεωμένοι να ζουν μόνιμα στην Ελλάδα για να διατηρήσουν την άδεια διαμονής τους, κάτι που το καθιστά ιδιαίτερα δημοφιλές σε διεθνείς επιχειρηματίες και επενδυτές που δραστηριοποιούνται σε πολλές χώρες. Η άνοδος της Ελλάδας στον συγκεκριμένο δείκτη αντανακλά επίσης μια ευρύτερη μεταβολή. Μετά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η χώρα επιδίωξε να προσελκύσει ξένα κεφάλαια μέσω της αγοράς ακινήτων και άλλων επενδύσεων. Το πρόγραμμα Golden Visa αποτέλεσε ένα από τα βασικά εργαλεία αυτής της στρατηγικής, συμβάλλοντας στην εισροή σημαντικών κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία και στην αναζωογόνηση της αγοράς ακινήτων.
Αλλά και η διεθνής ζήτηση για «επενδυτική μετανάστευση» έχει αυξηθεί σημαντικά. Σε έναν κόσμο γεμάτο γεωπολιτική αβεβαιότητα, πολλοί εύποροι πολίτες αναζητούν εναλλακτικές βάσεις διαμονής που θα τους προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια, πρόσβαση σε διεθνείς αγορές και καλύτερες προοπτικές για τις οικογένειές τους. Τα προγράμματα residence by investment αποτελούν πλέον ένα είδος ασφαλιστικής δικλείδας για τις παγκόσμιες οικονομικές ελίτ, γι’ αυτό το real estate συγκεκριμένων χωρών έχει γίνει στόχος.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image