Το πλουσιότερο 10% των Αμερικανών ευθύνεται πλέον για σχεδόν το μισό της κατανάλωσης, ρεκόρ από το 1989. Όταν η μισή ζωτικότητα μιας οικονομίας προέρχεται από ένα δέκατο του πληθυσμού, τι ακριβώς σημαίνει «δυνατή οικονομία»;
Την ίδια στιγμή που εκατομμύρια Αμερικανοί μετράνε νοικοκυρεμένα τα δολάρια τους στο σούπερ μάρκετ και πληρώνουν τα χριστουγεννιάτικα δώρα με δόσεις, ένα μικρό κομμάτι του πληθυσμού ξοδεύει χωρίς δεύτερη σκέψη σε όλο και πιο ακριβές διακοπές, αγορες και εστιατόρια. Πρόκειται για δύο διαφορετικές οικονομίες που συνυπάρχουν κάτω από έναν αριθμό ΑΕΠ που δείχνει υγιής. Σύμφωνα με ανάλυση της Moody’s Analytics, το πλουσιότερο 10% των αμερικανικών νοικοκυριών (όσοι κερδίζουν περίπου 250.000 δολάρια και παραπάνω) ευθυνόταν στο δεύτερο τρίμηνο του 2025 για το 49,2% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης. Είναι το υψηλότερο ποσοστό από τότε που υπάρχουν στοιχεία, δηλαδή από το 1989. Πριν από τρεις δεκαετίες το ίδιο 10% αντιστοιχούσε σε περίπου 36%. Το 2020 ήταν στο 43%, το 2023 γύρω στο 46%, και η καμπύλη συνεχίζει να ανεβαίνει.
Δύο Αμερικές που ξοδεύουν διαφορετικά
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s, Μαρκ Ζάντι, υπολόγισε ότι μόνο η δαπάνη αυτού του 10% αντιστοιχεί σε σχεδόν το ένα τρίτο του αμερικανικού ΑΕΠ. Δεδομένου ότι η συνολική κατανάλωση καλύπτει περίπου το 70% της οικονομίας, αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη μιας υπερδύναμης κρέμεται όλο και περισσότερο από το πορτοφόλι μιας μειοψηφίας. Μιας μειοψηφίας που πλουτίζει ακόμα πιο γρήγορα τα τελευταία χρόνια βέβαια. Και που απομακρύνεται ακόμα ταχύτερα από τον «μέσο όρο» και τον «μέσο Αμερικανό». Η αιτία είναι τα περιουσιακά στοιχεία. Ο δείκτης S&P 500 έχει ανέβει 261% μέσα σε μια δεκαετία και το πλουσιότερο 1% κατέχει τη μισή χρηματιστηριακή αξία της χώρας. Ο τυπικός μέτοχος του ανώτερου 10% είχε στο τρίτο τρίμηνο του 2025 μετοχές αξίας 1,1 εκατ. δολαρίων, από 624.000 στα τέλη του 2022. Όταν τα χαρτοφυλάκια και τα ακίνητα ανεβαίνουν, οι κάτοχοί τους νιώθουν πλουσιότεροι και ξοδεύουν αναλόγως.
Στον αντίποδα, η εικόνα είναι αντεστραμμένη. Το κατώτερο 80% των εργαζομένων αντιπροσωπεύει μόλις γύρω στο 37% της κατανάλωσης. Ανάμεσα στον Σεπτέμβριο του 2023 και τον Σεπτέμβριο του 2024, οι υψηλόμισθοι αύξησαν τις δαπάνες τους κατά 12%, ενώ τα μεσαία και τα εργατικά νοικοκυριά τις περιόρισαν. Η εμπιστοσύνη των μεσαίων στρωμάτων έπεσε στο χαμηλότερο σημείο από τα μέσα του 2022, κι ολοένα περισσότεροι καταφεύγουν σε εκπτώσεις και σε προγράμματα «αγοράζω τώρα, πληρώνω μετά» για να βγάλουν τον μήνα. Η οικονομία δεν είναι δυνατή για όλους. Είναι δυνατή για όσους έχουν στοιχεία ενεργητικού που ανατιμώνται.
Η ευθραυστότητα του ρεκόρ
Ο ίδιος ο Ζάντι δήλωσε ότι δεν αισθάνεται άνετα με αυτή τη συγκέντρωση. «Αυτή η ομάδα οδηγεί το οικονομικό τρένο με τα έξοδά της», προειδοποίησε. «Αν κάνει πίσω, θα πάρει μαζί της και την οικονομία». Εδώ κρύβεται ο κίνδυνος που οι τίτλοι των ειδήσεων δεν δείχνουν. Μια κατανάλωση που στηρίζεται σε λίγους είναι εξ ορισμού εύθραυστη, αρκεί μια πτώση στο χρηματιστήριο ή στις τιμές των κατοικιών ή ένας κύκλος απολύσεων στα ανώτερα στρώματα, για να συμπαρασύρει το σύνολο. Όταν ακούμε ότι μια οικονομία «πάει καλά», αξίζει να ρωτάμε ποιος ακριβώς ξοδεύει και γιατί. Ένα ισχυρό νούμερο ΑΕΠ μπορεί να κρύβει ανισορροπία όπου η μέση μετριέται με τα έξοδα των ολίγων και η εμπειρία της πλειονότητας μένει στάσιμη ή χειρότερη. Τα καλά νέα που μας παρουσιάζονται δεν είναι ψεύτικα. Είναι απλώς πολύ πιο ανομοιόμορφα απ’ όσο δείχνει ο μέσος όρος.
Μια οικονομία που εξαρτάται από τη διάθεση των λίγων να συνεχίσουν να ξοδεύουν δεν είναι, στην πραγματικότητα, δυνατή. Είναι ισορροπημένη πάνω σε μια στενή «προεξοχή». Κι ο αριθμός που αξίζει να παρακολουθεί κανείς δεν είναι η ανάπτυξη του ΑΕΠ, αλλά το πόσο σίγουρο νιώθει το πλουσιότερο δέκατο για το χαρτοφυλάκιό του.
Εξωτερική φωτογραφία: @ Michael Heise / Unsplash