Πώς γράφτηκε μία από τις πιο ακριβές επιχειρηματικές γκάφες της σύγχρονης ιστορίας.
Εν έτει 2026 είναι εύκολο να μιλά κανείς για την Amazon σαν μια εταιρεία που ήταν εξαρχής προορισμένη να αλλάξει τον κόσμο. Είναι ένας από τους κολοσσούς του πλανήτη, με δραστηριότητες που εκτείνονται από το ηλεκτρονικό εμπόριο μέχρι το cloud computing, την τεχνητή νοημοσύνη, τη διαστημική τεχνολογία και την ψυχαγωγία. Το όνομα του Τζεφ Μπέζος έχει περάσει στη σφαίρα των επιχειρηματικών θρύλων και η ιστορία του διδάσκεται σε σχολές διοίκησης επιχειρήσεων.
Το ιστορικό της απόρριψης
Το παράδοξο είναι ότι υπήρξε μια εποχή κατά την οποία σχεδόν κανείς δεν ήθελε να επενδύσει σε αυτόν. Κι αυτό δεν είναι θαμμένο στα βάθη της ιστορίας, απέχει μόλις 31 χρόνια από σήμερα. Το 1995, όταν το διαδίκτυο αποτελούσε ακόμη ένα άγνωστο τοπίο για τη συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, ο Μπέζος αναζητούσε χρηματοδότηση για μια μικρή εταιρεία που πουλούσε βιβλία μέσω υπολογιστή. Η σημερινή εικόνα του ηλεκτρονικού εμπορίου δεν υπήρχε ούτε στη φαντασία των περισσότερων ανθρώπων. Για τους περισσότερους το ίντερνετ ήταν μια ακατανόητη τεχνολογία, ενώ η ιδέα ότι κάποιος θα έβαζε την πιστωτική του κάρτα σε μια ιστοσελίδα για να αγοράσει ένα βιβλίο ακουγόταν περισσότερο σαν επιστημονική φαντασία.
Ο Μπέζος δεν ζητούσε δισεκατομμύρια. Προσπαθούσε να συγκεντρώσει μόλις ένα εκατομμύριο δολάρια, αποτιμώντας την Amazon τότε στα πέντε εκατομμύρια. Η πρότασή του ήταν απλή: όποιος έβαζε περίπου 50.000 δολάρια αποκτούσε περίπου το 1% της εταιρείας. Με τα σημερινά δεδομένα, το ποσό μοιάζει πραγματικά αστείο. Τότε, όμως, κάθε επιταγή έμοιαζε με ψήφο εμπιστοσύνης σε κάτι που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αν θα υπάρχει έπειτα από λίγα χρόνια. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκληρή από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η μετέπειτα επιτυχία της Amazon. Ο Μπέζος χρειάστηκε να κάνει περίπου εξήντα συναντήσεις με πιθανούς επενδυτές. Δεν επρόκειτο για σύντομες παρουσιάσεις ή τυπικά ραντεβού. Ήταν πολύωρες συζητήσεις, επαναλαμβανόμενες επαφές, ερωτήσεις, αμφιβολίες και προσπάθειες να πείσει ανθρώπους ότι η ιδέα του άξιζε μια ευκαιρία. Κι όμως, τα 2/3 απ’ όσους συνάντησε απάντησαν αρνητικά. Οι 40 από τους 60.
Γιατί όλοι έλεγαν όχι
Όπως θυμήθηκε πρόσφατα ο Μπέζος, εκείνα τα όχι δεν ήταν βιαστικά, αλλά καλά μελετημένα. Οι περισσότεροι δεν έβλεπαν προοπτική σε μια εταιρεία που πουλούσε βιβλία μέσω ίντερνετ. Κάποιοι δυσκολεύονταν ακόμη και να κατανοήσουν τι ακριβώς ήταν το ίδιο το διαδίκτυο. Μ’ αυτή την ερώτηση, μάλιστα, ξεκινούσαν οι απορίες τους. Εκείνη την εποχή, βέβαια, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ το διαδίκτυο. Τα έξυπνα κινητά δεν υπήρχαν, οι ευρυζωνικές συνδέσεις ήταν άγνωστη έννοια και η καθημερινότητα εξακολουθούσε να περιστρέφεται γύρω από φυσικά καταστήματα, τηλεφωνικές παραγγελίες και καταλόγους προϊόντων. Η Amazon δεν ερχόταν να βελτιώσει μια υπάρχουσα αγορά. Ερχόταν να δημιουργήσει μια εντελώς καινούργια.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο ίδιος ο Μπέζος δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει την κατάσταση. Αντί να υποσχεθεί σίγουρα κέρδη, προειδοποιούσε τους υποψήφιους επενδυτές ότι υπήρχε περίπου 70% πιθανότητα να χάσουν όλα τα χρήματά τους. Με άλλα λόγια, ζητούσε από ανθρώπους να επενδύσουν σε μια ιδέα, ενώ ταυτόχρονα τους έλεγε ότι οι πιθανότητες αποτυχίας ήταν περισσότερες από τις πιθανότητες επιτυχίας. Στη σημερινή εποχή των υπερβολικών επιχειρηματικών παρουσιάσεων, όπου κάθε νεοφυής επιχείρηση υπόσχεται να «αλλάξει τον κόσμο», αυτή η ειλικρίνεια μοιάζει σχεδόν αδιανόητη. Κι όμως, ούτε αυτή ήταν αρκετή για να πείσει τους περισσότερους.
Σήμερα είναι εύκολο να χαρακτηρίσει κανείς αφελείς και γκαφατζήδες εκείνους τους σαράντα επενδυτές. Ήταν, όμως, τέτοιοι στην πραγματικότητα; Ή μήπως έκαναν αυτό που θα έκανε σχεδόν κάθε λογικός άνθρωπος μπροστά σε μια πρωτόγνωρη τεχνολογία και ένα επιχειρηματικό μοντέλο χωρίς προηγούμενο; Το πρόβλημα για έναν επενδυτή που βρίσκεται μπροστά σε τέτοιο σχέδιο είναι ακριβώς αυτό. Οι μεγάλες καινοτομίες σπάνια μπορούν να αξιολογηθούν με τα εργαλεία του χθες. Η Amazon δεν έμοιαζε με καμία εταιρεία που είχαν γνωρίσει μέχρι τότε. Δεν είχε αλυσίδα καταστημάτων, δεν διέθετε ιστορία δεκαετιών, δεν είχε ισχυρό εμπορικό σήμα ούτε εγγυημένη πελατεία. Είχε μόνο έναν ιδρυτή που πίστευε ότι το διαδίκτυο θα άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο αγοράζει ο κόσμος.
Αν κάποιος από εκείνους που απέρριψαν την πρόταση είχε γράψει τελικά εκείνη την επιταγή των 50.000 δολαρίων και είχε καταφέρει να διατηρήσει το ποσοστό του μέχρι σήμερα, η αξία της συμμετοχής του θα ανερχόταν θεωρητικά σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα ποσοστά των πρώτων επενδυτών μειώθηκαν μέσα από διαδοχικούς γύρους χρηματοδότησης και νέες εκδόσεις μετοχών. Ωστόσο, ακόμη και με σημαντική απομείωση του αρχικού ποσοστού, η επένδυση θα είχε αποφέρει αποδόσεις που δύσκολα βρίσκουν αντίστοιχο στην ιστορία των επιχειρήσεων. Κάπως έτσι, όμως, τα σαράντα «όχι» που θυμήθηκε ο Μπέζος πέρασαν στη συλλογική μνήμη ως μία από τις ακριβότερες χαμένες ευκαιρίες που έχουν καταγραφεί ποτέ στον κόσμο των επενδύσεων.
Ο ίδιος ο Μπέζος έχει παραδεχθεί αργότερα ότι ακόμη και η δική του εκτίμηση για 70% πιθανότητα αποτυχίας ίσως ήταν υπερβολικά αισιόδοξη. Με την εμπειρία που απέκτησε εκ των υστέρων, θεωρεί ότι οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας ήταν ακόμη μικρότερες. Με άλλα λόγια, ακόμη και ο άνθρωπος που δημιούργησε την Amazon δεν ήταν βέβαιος ότι θα τα κατάφερνε. Γι’ αυτό και το πραγματικό δίδαγμα δεν είναι ότι πρέπει να επενδύει κανείς σε κάθε παράξενη ιδέα που εμφανίζεται. Ούτε ότι κάθε startup κρύβει μια μελλοντική Amazon.
Η ιστορία δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι να απορρίπτουμε αυτό που δεν καταλαβαίνουμε πριν αφιερώσουμε χρόνο να εξετάσουμε τις πραγματικές του προοπτικές. Οι τεχνολογικές επαναστάσεις δεν μοιάζουν προφανείς όταν ξεκινούν. Συνήθως μοιάζουν ακατανόητες, υπερβολικές ή ακόμη και παράλογες. Αν ήταν προφανείς, θα είχαν ήδη γίνει πραγματικότητα.
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image
Εισαγωγική φωτογραφία: AFPForum