Ο Ζορζ δε Μεστράλ πειραματίστηκε για δέκα χρόνια πριν δημιουργήσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα συστήματα κουμπώματος στον κόσμο.
Ένα από τα αγαπημένα χόμπι του Ζορζ ντε Μεστράλ ήταν το κυνήγι. Πήγαινε συχνά για να κυνηγήσει στο δάσος του Σεν Σεφορέν, κοντά στη Λωζάνη της Ελβετίας, όπου ζούσε και εργαζόταν ως μηχανικός. Ένα τέτοιο απόγευμα του 1941 επέστρεψε από το κυνήγι στο σπίτι του και του καρφώθηκε μια ιδέα που, μερικά χρόνια αργότερα, άλλαξε την υπόδηση και την ένδυση για πάντα. Ο Μεστράλ παρατήρησε μερικά αγκάθια από τα φυτά της περιοχής είχαν κολλήσει στα ρούχα του και στο τρίχωμα του σκύλου του. Για τους περισσότερους ανθρώπους θα ήταν απλώς μια ενοχλητική αγγαρεία, αλλά για το «μηχανικό» μυαλό του ήταν ένα πρόβλημα που άξιζε να εξεταστεί. Αντί να πετάξει τα αγκάθια, πήρε μερικά απ’ αυτά και τα κοίταξε στο μικροσκόπιο. Και είδε εκατοντάδες μικροσκοπικά άγκιστρα στην επιφάνειά τους.
Η ιδέα του Velcro
Αν αυτά τα αγκάθια μπορούσαν να στερεώνονται τόσο δυνατά στις τρίχες ενός ζώου, γιατί δεν θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο και στα υφάσματα; Ιδέα απλή μεν, αλλά κάθε άλλο παρά εύκολη στην εφαρμογή της. Αν η φύση μπορούσε να δημιουργήσει ένα σύστημα που ενωνόταν όταν δύο επιφάνειες πιέζονταν μεταξύ τους και αποχωρίζονταν όταν κάποιος τις τραβούσε, πώς μπορούσε ο άνθρωπος να κατασκευάσει κάτι τέτοιο σ’ ένα εργαστήριο; Ο Μεστράλ άρχισε να πειραματίζεται με υφάσματα και συνθετικές ίνες. Το ένα μέρος του συστήματος θα αποτελούνταν από μικρές θηλιές και το άλλο από μικροσκοπικά άγκιστρα. Όταν τα δύο κομμάτια θα έρχονταν σε επαφή, τα άγκιστρα θα πιάνονταν στις θηλιές. Το πρόβλημα ήταν ότι η φύση είχε κάνει τη δουλειά πολύ καλύτερα από οποιοδήποτε εργοστάσιο της εποχής. Το να κατασκευαστούν οι θηλιές ήταν σχετικά εύκολο. Το να κατασκευαστούν εκατομμύρια μικρά, ομοιόμορφα άγκιστρα που θα ήταν αρκετά ανθεκτικά ώστε να συγκρατούν τα δύο κομμάτια αλλά και αρκετά εύκαμπτα ώστε να απελευθερώνονται όταν τραβιούνται, αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολο.
Ο Ελβετός μηχανικός δεν εγκατέλειψε. Χωρίς να παρατήσει τη δουλειά του, τα επόμενα χρόνια αναζήτησε τεχνικές λύσεις σε διάφορα ευρωπαϊκά εργοστάσια υφασμάτων, ενώ μεγάλο μέρος της έρευνάς του συνδέθηκε με τη Γαλλία και ειδικά με την υφαντουργική τεχνογνωσία της Λυών. Ξόδεψε όλη του την περιουσία και χρόνια ολόκληρα από τον χρόνο του σε ταξίδια και πειράματα. Ήταν σίγουρος ότι είχε βρει κάτι που, στις προσωπικές του συζητήσεις, έλεγε ότι «θα πουλούσε καλά».
Η μεγάλη πρόοδος ήρθε από το νάιλον
Το συνθετικό υλικό είχε τις ιδιότητες που χρειαζόταν: αντοχή και την ικανότητα να διατηρεί το σχήμα του. Με την κατάλληλη επεξεργασία μπορούσε να δημιουργηθεί η πλευρά με τα μικροσκοπικά άγκιστρα. Χρειάστηκαν περίπου δέκα χρόνια έρευνας και ανάπτυξης μέχρι η ιδέα της βόλτας στο δάσος να μετατραπεί σε πραγματικό προϊόν. Το 1951 κατέθεσε αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ελβετία και στις 16 Μαρτίου 1954 του χορηγήθηκε το πρώτο δίπλωμα για το σύστημα «hook and loop». Το 1955 ακολούθησε το αμερικανικό δίπλωμα και στη συνέχεια ήρθαν αντίστοιχες προστασίες σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και στον Καναδά. Το όνομα που επέλεξε ο Μεστράλ είχε, επίσης, τη δική του ιστορία και συμβολισμό. Συνδύασε δύο γαλλικές λέξεις, το «velours», που σημαίνει βελούδο, και το «crochet», δηλαδή γάντζος ή άγκιστρο. Έτσι δημιουργήθηκε το «Velcro».
Το 1952 είχε ήδη δημιουργηθεί στην Ελβετία η Velcro S.A., ενώ από το 1956 άρχισαν να πωλούνται εμπορικά τα πρώτα προϊόντα με το σήμα VELCRO. Έναν χρόνο αργότερα άνοιξε η πρώτη αμερικανική μονάδα παραγωγής στις ΗΠΑ, στην πολιτεία του Νιου Χάμσιρ. Η εμπορική επιτυχία, όμως, δεν ήταν στιγμιαία. Για αρκετά χρόνια το προϊόν έπρεπε να πείσει τις βιομηχανίες ότι δεν ήταν απλώς μια περίεργη εφεύρεση ενός Ελβετού μηχανικού. Το hook and loop μπορούσε να είναι πιο γρήγορο από τα κουμπιά, πιο εύκολο στη χρήση από τα κορδόνια και επαναχρησιμοποιήσιμο. Έτσι άρχισε σταδιακά να βρίσκει εφαρμογές στα ρούχα, στα αθλητικά προϊόντα, στον στρατιωτικό εξοπλισμό και σε βιομηχανικές εφαρμογές.
Στο επίκεντρο της προσοχής
Η μεγάλη δημοσιότητα ήρθε από έναν χώρο που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει ο Μεστράλ: το διάστημα. Τα προϊόντα VELCRO χρησιμοποιήθηκαν στο αμερικανικό διαστημικό πρόγραμμα, καθώς το σύστημα μπορούσε να συγκρατεί αντικείμενα σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας. Το 1968, το hook and loop ταξίδεψε μαζί με τον Νιλ Άρμστρονγκ και συνέδεσε το όνομά του με την τεχνολογική απογείωση. Από εκεί και πέρα, η εφεύρεση άρχισε να περνά από τα εργαστήρια στην καθημερινότητα. Πουθενά δεν αποδείχθηκε πιο χρήσιμη αυτή η εφεύρεση από ό,τι στα παιδικά παπούτσια. Για ένα μικρό παιδί, το να δέσει σωστά ένα κορδόνι απαιτεί συντονισμό, εξάσκηση και χρόνο. Ένα λουράκι hook and loop χρειάζεται απλώς να πιεστεί και να τραβηχτεί. Για τους γονείς αυτό σημαίνει πως μπορούσαν πολύ ταχύτερα να βάλουν και να βγάλουν τα παπούτσια του παιδιού τους, αν όχι να το εκπαιδεύσουν πολύ πιο νωρίς να εξυπηρετείται μόνο του.
Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα η ίδια η Velcro Companies έχει ξεχωριστές εφαρμογές για την υπόδοση, τα βρεφικά και τα παιδικά. Η εταιρεία περιγράφει τα προϊόντα της ως λύσεις για παιδικά και βρεφικά υποδήματα και ενδύματα. Η χρήση της, βέβαια, δεν περιορίστηκε ποτέ στα παιδιά. Το ίδιο σύστημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αθλητικά παπούτσια, ιατρικά βοηθήματα, ρούχα, τσάντες, αυτοκίνητα, βιομηχανικό εξοπλισμό και αμέτρητες άλλες εφαρμογές.
Η σύγχρονη Velcro Companies δραστηριοποιείται σε καταναλωτικά προϊόντα, υπόδηση κα ένδυση, κατασκευές, ιατρικές συσκευές, συσκευασίες, μεταφορές, αλλά και άλλους κλάδους. Και η αγορά που δημιούργησε η ιδέα του Μεστράλ δεν είναι καθόλου μικρή. Οι σημερινές εκτιμήσεις για την παγκόσμια αγορά προϊόντων hook and loop κυμαίνονται περίπου μεταξύ 3 και 4 δισ. δολαρίων, ανάλογα με το τι περιλαμβάνει κάθε μελέτη. Μία πρόσφατη εκτίμηση τοποθετεί την αγορά στα 3,16 δισ. δολάρια το 2025 και προβλέπει ότι θα φτάσει τα 4,60 δισ. δολάρια το 2032.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της αγοράς δεν βρίσκεται σε κάποια εξωτική τεχνολογία. Βρίσκεται σε μια ιδέα που βασίζεται σε δύο εξαιρετικά απλές επιφάνειες: μικροσκοπικά άγκιστρα και μικροσκοπικές θηλιές. Ο Μεστράλ δεν δημιούργησε ένα καινούργιο υλικό από το μηδέν. Παρατήρησε κάτι που υπήρχε ήδη στη φύση και προσπάθησε να καταλάβει πώς λειτουργεί. Η φύση είχε ήδη βρει τη λύση. Εκείνος χρειάστηκε περίπου δέκα χρόνια για να μάθει πώς να την αντιγράψει.
Eισαγωγική φωτογραφία: Pexels