Ο Ολλανδός μιλάει με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη νέα γλώσσα πολιτικής ορθότητας της αρχιτεκτονικής, τα προβλήματα του κλάδου και το όραμά του για τον ρόλο του αρχιτέκτονα σήμερα και στο μέλλον.
Οι τάσεις, οι μόδες και οι βαρύγδουποι όροι δεν έχουν θέση στη σκέψη του Reinier de Graaf. Ένας από τους μακροβιότερους συνεργάτες του διεθνούς αρχιτεκτονικού γραφείου OMA και συνιδρυτής του think tank του, AMO, ο κορυφαίος Ολλανδός αρχιτέκτονας θα μπορούσε εύκολα να είναι ένας ακόμη επηρμένος και ματαιόδοξος εκπρόσωπος ενός κόσμου που συχνά συγχέει την αρχιτεκτονική με μια ελιτίστικη ανάγκη αυτοπροβολής. Μιας διάστασης όπου η λειτουργικότητα θυσιάζεται στο βωμό της αισθητικής. Είναι, όμως, το ακριβώς αντίθετο. Οξυδερκής, πολυεπίπεδος και κυνικός, αποφεύγει τις φιοριτούρες, δυσπιστεί απέναντι στις πολυφορεμένες έννοιες και παραμένει απόλυτα προσγειωμένος, παρότι είναι από τους πιο σημαντικούς κι επιδραστικούς αρχιτέκτονες του κόσμου.
Προτιμά τις καθαρές γραμμές και τις καθαρές κουβέντες, τοποθετείται χωρίς περιστροφές και δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Η στάση του απέναντι στην αρχιτεκτονική δεν θα μπορούσε παρά να αντανακλά τη στάση του απέναντι στην πραγματικότητα: χωρίς περιττά στολίδια, μεγαλοστομίες ή ιδεοληψίες, αντιμετωπίζει το κτίριο ως μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Με ειρωνεία, αιχμηρά σχόλια και παρατηρήσεις που ανατρέπουν τις συμβάσεις του κλάδου, ο de Graaf αποστρέφεται τους εντυπωσιασμούς και επιμένει σε κάτι πραγματικά δύσκολο, για πολλούς: την ειλικρίνεια.
Έχει κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία, μέσα από τα οποία ασκεί κριτική στην εμπορευματοποίηση του κλάδου, υποστηρίζει τα δικαιώματα των εργαζομένων και αποδομεί τον μύθο των «starchitects». Το βιβλίο του «Αρχιτεκτονώ, ρήμα. Η νέα γλώσσα της κατασκευής» (Εκδ. University Studio Press), μεταφρασμένο στα ελληνικά και επιμελημένο επιστημονικά από τους Ρίβα Λάββα και Κώστα Τσιαμπάο, παρουσιάζεται αύριο Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026 στις 17:30,στο Μουσείο Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, στο πλαίσιο της εκδήλωσης RECYCLING, REUSING, REBUILDING. Rethinking Architecture’s Sources, Origins and Ends. Στις σελίδες του καταρρίπτει, με ευφυή τρόπο, τους μύθους που συνδέονται με την αρχιτεκτονική και αφηγείται την αλλαγή που έχει υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες: από χώρος ιδεών και έκφρασης, σε ένα επάγγελμα που προσαρμόζεται σε πρότυπα επιβεβλημένα από άλλους. Εκφράζει, ωστόσο, την ελπίδα κάποια στιγμή, σύντομα, να απαλλαγεί από περιττά βάρη και να αναδυθεί ως ανεξάρτητος κλάδος με καθοριστικό ρόλο.
Λίγο πριν την προγραμματισμένη εκδήλωση, που διοργανώνει το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής και η Πρεσβεία της Ολλανδίας στην Ελλάδα, ο διεθνούς φήμης αρχιτέκτονας, μίλησε στο Newmoney.gr, το ίδιο αφοπλιστικά, για τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος, τη στεγαστική κρίση, το πλαίσιο γύρω από τη διατήρηση ενός κτιρίου και τον πραγματικό ρόλο του αρχιτέκτονα σήμερα.
Στο βιβλίο σας «Αρχιτεκτονώ, ρήμα. Η νέα γλώσσα της κατασκευής», εξετάζετε τη γλώσσα που έχει αναπτύξει η σύγχρονη αρχιτεκτονική και περιγράφετε ως περιττούς, όρους όπως η «βιωσιμότητα» και η «καινοτομία». Στο βιβλίο σας «Architecture Against Architecture», η κριτική σας γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή. Υποστηρίζετε ότι η αρχιτεκτονική έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία της και καλείτε τους συναδέλφους σας αρχιτέκτονες να δεσμευτούν για μια νέα αρχή. Τι άλλαξε μεταξύ των δύο βιβλίων;
Το «Αρχιτεκτονώ, ρήμα. Η νέα γλώσσα της κατασκευής», ήταν μια κριτική προς το επάγγελμα, επειδή υιοθέτησε μια γλώσσα που, ουσιαστικά, δεν ήταν δική του. Μια γλώσσα πολιτικά ορθών όρων με τους οποίους κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει, αλλά η οποία αφήνει ολοένα λιγότερο περιθώριο για διάλογο. Και χωρίς διάλογο, χωρίς την ελευθερία να διαφωνεί κανείς, δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος. Εξ ου και η ανησυχία μου. Υποθέτω ότι το βιβλίο πέτυχε τον στόχο του σε κάποιο βαθμό, διότι όποιος το διάβαζε μου έλεγε ότι ήταν μια εξαιρετική ανάλυση. Αλλά, έπειτα ρωτούσαν κάθε φορά: «Λοιπόν, τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό;». Αυτή ήταν η αφετηρία για το «Architecture Against Architecture». Φτάνει πια με τις εύκολες αναλύσεις. Ήρθε η ώρα να κάνουμε προτάσεις. Και έτσι επέλεξα τη μορφή που μου φαινόταν πιο κατάλληλη ως πρόταση: ένα μανιφέστο. Φυσικά, τώρα μου κάνουν μια διαφορετική ερώτηση. «Τι θα κάνεις για αυτά που προτείνεις;». Δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτό ακόμα, αλλά μείνετε συντονισμένοι.
Ποια είναι τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το επάγγελμα; Μήπως ένα από αυτά είναι μια μορφή αλαζονείας; Από πού πιστεύετε ότι προέρχεται;
Δεν νομίζω ότι είναι τόσο αλαζονεία όσο άγνοια. Για πάρα πολύ καιρό, οι αρχιτέκτονες έχουν απορροφηθεί από την ίδια την αρχιτεκτονική, δίνοντας ελάχιστη προσοχή στον κόσμο γύρω τους. Η πραγματικότητα είναι ότι η δόμηση έχει εξελιχθεί σε μια μορφή επένδυσης και αν οι αρχιτέκτονες επιθυμούν να έχουν λόγο στο τι χτίζεται και πώς, πρέπει να κατανοήσουν τις δυνάμεις που καθορίζουν αυτές τις αποφάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μιλούν ή να ενεργούν σαν κατασκευαστές ή τραπεζίτες. Ακριβώς το αντίθετο. Αλλά για να είμαστε αποτελεσματικοί, για να μας παίρνουν στα σοβαρά, πρέπει να κατανοήσουμε την πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτουργούμε και να μάθουμε να κινούμαστε μέσα σε αυτήν. Αυτό είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Η απάντηση στην ερώτησή σας είναι, στο σύνολό του, το βιβλίο «Architecture Against Architecture».
Έχετε ασκήσει κριτική στην ιδέα ότι οι αρχιτέκτονες είναι καλλιτέχνες, υποστηρίζοντας ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως βιομηχανία. Αν το δούμε από αυτή την οπτική γωνία, πώς πρέπει να ανταποκριθεί η αρχιτεκτονική στη στεγαστική κρίση; Σε μια εποχή που η προσιτή στέγαση είναι ίσως η μεγαλύτερη ανάγκη σε πολλές πόλεις, έχει η αρχιτεκτονική γίνει μια πολυτέλεια που είναι διαθέσιμη κυρίως σε όσους μπορούν να την αντέξουν οικονομικά;
Πιστεύω ότι το να θεωρούμε την αρχιτεκτονική ως τέχνη είναι επιζήμιο για το επάγγελμα, επειδή η αγορά της τέχνης καθοδηγείται από παράγοντες που είναι θεμελιωδώς αντίθετοι με τον σκοπό της δόμησης, όπως η σπανιότητα και η αποκλειστικότητα. Η αξία ενός έργου τέχνης δεν έχει καμία σχέση με τη χρησιμότητά του. Εφαρμόζοντας την ίδια λογική στην αρχιτεκτονική, τα κτίρια μετατρέπονται σε αντικείμενα πόθου που προσφέρονται για κερδοσκοπία. Υπάρχει, λοιπόν, και μια άλλη ιδέα από την οποία πρέπει να απαλλαγούμε: ότι τα κτίρια προορίζονται να διαρκέσουν για πάντα. Όσο περισσότερο διαρκεί ένα κτίριο, τόσο περισσότερη αξία συσσωρεύει, ανεξάρτητα από την πραγματική χρησιμότητά του. Έχουμε φτάσει να θεωρούμε αυτή τη συσσώρευση ως κάτι θετικό, σαν να συνδέεται μαγικά με καλύτερο βιοτικό επίπεδο, αλλά στην πραγματικότητα απλώς καθιστά τα κτίρια όλο πιο απρόσιτα. Αν αποδεχθούμε πως ό,τι χτίζουμε είναι προσωρινό και σχεδιάσουμε ανάλογα, ίσως βρούμε τον τρόπο να σπάσουμε τον κύκλο της κτηματομεσιτικής κερδοσκοπίας. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τη στεγαστική κρίση για αυτό που πραγματικά είναι: όχι έλλειψη κτιρίων, αλλά έλλειψη κτιρίων που οι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν οικονομικά.
Έχετε μιλήσει για τα δικαιώματα των εργαζομένων στην αρχιτεκτονική. Μπορεί να υπάρχει καλή αρχιτεκτονική όταν οι άνθρωποί της είναι κακοπληρωμένοι, με υπερβολικό φόρτο εργασίας ή έχουν ελάχιστο έλεγχο στο έργο τους;
Οι κακοπληρωμένοι εργαζόμενοι είναι συνέπεια ενός κακοπληρωμένου επαγγέλματος. Αν συγκρίνετε τα εισοδήματα των αρχιτεκτόνων με αυτά που αποκομίζουν οι τράπεζες, οι κατασκευαστικές εταιρείες, οι εργολάβοι ή οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι από το ίδιο κτίριο, οι αρχιτέκτονες είναι μακράν οι χειρότερα αμειβόμενοι. Η ανάμειξη των αρχιτεκτόνων τελειώνει όταν ολοκληρωθεί το κτίριο, αλλά ακριβώς τότε είναι που ένα κτίριο αρχίζει να αποφέρει κέρδη. Όλοι οι άλλοι επωφελούνται από την αύξηση της αξίας του, ενώ οι αρχιτέκτονες δεν λαμβάνουν τίποτα πέρα από την αμοιβή τους. Εμείς δημιουργούμε την αξία, αλλά σχεδόν δεν απολαμβάνουμε τα οφέλη. Για να αποκτήσουν οι αρχιτέκτονες καλύτερη θέση, πρέπει είτε να βρούμε έναν τρόπο να επωφεληθούμε από την αξία που δημιουργούμε, είτε έναν τρόπο να σταματήσουμε εντελώς την ανατίμηση των κτιρίων.
Έχετε ασκήσει έντονη κριτική στο σύστημα που παράγει την αρχιτεκτονική, ωστόσο έχετε αφιερώσει μεγάλο μέρος της καριέρας σας σε ένα από τα πιο επιδραστικά αρχιτεκτονικά γραφεία του κόσμου. Βλέπετε κάποια αντίφαση σε αυτό; Και μπορείτε πραγματικά να αλλάξετε το σύστημα από μέσα;
Μου έχουν κάνει αυτή την ερώτηση πολλές φορές. Το OMA έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή στην αρχιτεκτονική ακριβώς επειδή αμφισβητούσε συνεχώς τις επικρατούσες παραδοχές του επαγγέλματος. Θα έλεγα ότι αλλάζουμε το σύστημα από την αρχή. Έπειτα από 50 χρόνια, ορισμένοι μπορεί να μας βλέπουν ως μέρος του κατεστημένου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε σταματήσει να αμφισβητούμε το σύστημα. Προσωπικά, μου αρέσει να γράφω για το ίδιο το επάγγελμα, κάτι που μπορώ να κάνω μόνο χάρη στην εμπειρία μου, και ελπίζω ότι αυτό συμβάλλει κατά κάποιον τρόπο στην αλλαγή του συστήματος.
Είστε γνωστός για την ειλικρίνεια και την ευθύτητα με την οποία μιλάτε για την αρχιτεκτονική. Είναι αυτή η ίδια ευθύτητα εξίσου σημαντική στη σχέση μεταξύ αρχιτέκτονα και πελάτη; Σε ποιο βαθμό πρέπει ένας αρχιτέκτονας να λειτουργεί και ως ψυχολόγος, προκειμένου να κατανοήσει όχι μόνο τι ζητούν οι πελάτες, αλλά και τι πραγματικά χρειάζονται;
Δεν θέλω να δώσω μια τυποποιημένη απάντηση, γιατί αυτό που λειτουργεί για έναν αρχιτέκτονα μπορεί να μην λειτουργεί για έναν άλλο. Το πόσο ευθύς είσαι εξαρτάται από την προσωπικότητά σου, από το πώς αποφασίζεις να λειτουργείς μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Για εμένα και το γραφείο μας, έχει περισσότερο ενδιαφέρον να δουλεύουμε σε έργα στα οποία έχουμε λόγο. Γι’ αυτό και δημιουργήσαμε το AMO, τον ερευνητικό βραχίονα του OMA. Μέσω του AMO, έχουμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με όλα όσα προηγούνται του σχεδιασμού ενός κτιρίου. Αυτό μας δίνει την ελευθερία να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό που χρειάζεται ο πελάτης μπορεί να μην είναι καθόλου ένα κτίριο. Αυτό ακριβώς συνέβη με τη συμμετοχή μας σε έργα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχικά μας ζητήθηκε να εξετάσουμε τις Βρυξέλλες ως πρωτεύουσα της Ευρώπης και πώς η παρουσία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ αλληλεπιδρούσε με την πόλη. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα δεν αφορούσε τόσο στην αρχιτεκτονική, όσο στην έκφραση της ταυτότητας της ΕΕ. Προτείναμε μια νέα σημαία που δημιουργήθηκε από τα χρώματα των σημαιών όλων των κρατών μελών. Η πρόταση δεν υιοθετήθηκε ποτέ επίσημα από την ΕΕ, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως οπτική ταυτότητα της αυστριακής προεδρίας το 2006.
Τι κάνει ένα κτίριο «καλό»; Είναι η αισθητική του, η λειτουργικότητά του, η ποιότητα κατασκευής και η τεχνική του ποιότητα, ή κάτι που υπερβαίνει όλα αυτά;
Η αισθητική, η λειτουργικότητα και η ποιότητα κατασκευής συνθέτουν ένα καλό κτίριο. Αυτό που κάνει ένα κτίριο πραγματικά καλό είναι το πόσο απολαμβάνουν οι άνθρωποι τη χρήση του.
Ας μιλήσουμε για την Αθήνα. Από τη δεκαετία του 1950 και το φαινόμενο της αντιπαροχής, με τη μαζική κατασκευή τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, χωρίς αρχιτεκτονικό όραμα, ούτε αστικό σχέδιο, τα κτίρια της εποχής στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα. Έτσι, σήμερα, ιστορικά κτίρια καταλήγουν να στέκονται δίπλα σε πολυκατοικίες, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά αντιφατικό αστικό τοπίο. Πώς ερμηνεύετε αυτή την πόλη;
Δεν έχω περάσει αρκετό χρόνο στην Αθήνα για να έχω μια σωστή άποψη γι’ αυτήν, αλλά πιστεύω ότι είναι σημαντικό να αποδεχθούμε όλες τις περιόδους της ιστορίας μιας πόλης. Δεν πρέπει να εξυμνούμε μόνο τα κομμάτια του παρελθόντος, για τα οποία είμαστε περήφανοι και να ευχόμαστε το υπόλοιπο να εξαφανιστεί ως δια μαγείας. Κάθε περίοδος έχει την αξία της και η γοητεία ορισμένων πόλεων προέρχεται στην πραγματικότητα από τη «διαφωνία» κτιρίων διαφορετικών εποχών. Η ομοιογένεια δεν είναι ο μόνος τρόπος για να εκτιμήσει κανείς μια πόλη.
Πού μπαίνει το όριο όταν πρόκειται για τη διατήρηση ενός κτιρίου; Έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική του αξία, ή με την προσκόλλησή μας στο παρελθόν; Μήπως τελικά μπορεί να γίνει βάρος;
Από τότε που υφίσταται ως επιστημονικός κλάδος, η συντήρηση ασχολείται με το εξαίρετο. Επιλέγοντας τι πρέπει να διατηρηθεί και τι όχι, είναι σαν να εκδίδεται μια ηθική ετυμηγορία για το παρελθόν, η οποία επεκτείνεται στο μέλλον. Προστατεύουμε κτίρια συγκεκριμένων περιόδων, ενώ κατεδαφίζουμε άλλα από άλλες. Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων διατηρούνται προσεκτικά, ενώ οι μεταπολεμικές οικιστικές συνοικίες κατεδαφίζονται. Αν θέλουμε να πάρουμε στα σοβαρά τη δέσμευσή μας για βιωσιμότητα, θα πρέπει να επανεξετάσουμε την ιδέα της κατεδάφισης. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να κατεδαφίζουμε κτίρια απλώς και μόνο επειδή δεν μας αρέσει πλέον η εμφάνισή τους, διαφωνούμε πολιτικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες κατασκευάστηκαν ή θεωρούμε ότι είναι δύσκολο να τα προσαρμόσουμε στη σύγχρονη ζωή. Χρειαζόμαστε την άνευ όρων διατήρηση κάθε κτιρίου που διαθέτουμε, από οποιαδήποτε εποχή, σε οποιοδήποτε στυλ, χτισμένο υπό οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς. Πρέπει να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι ό,τι έχουμε αξίζει να διατηρηθεί, και από εκεί να αποφασίσουμε τι πρέπει να κάνουμε.
Αν η αρχιτεκτονική δεν χρειάζεται πάντα να δημιουργεί κάτι καινούριο, ποιος είναι ο ρόλος του αρχιτέκτονα σήμερα; Είναι ο αρχιτέκτονας πρωτίστως δημιουργός νέων κτιρίων; Πρόκειται για πολυτέλεια; Ή μήπως το επάγγελμα αυτό μπορεί επίσης να αφορά την επαναχρησιμοποίηση, τη μεταμόρφωση και την προστασία όσων ήδη υπάρχουν;
Δουλεύοντας με υπάρχοντα κτίρια ανοίγει ένα εντελώς νέο πεδίο δυνατοτήτων. Η ιστορία μπορεί να γίνει αντικείμενο δημιουργίας, όχι απλώς ένα πλαίσιο που πρέπει να γίνεται σεβαστό ή να αγνοείται, αλλά ύλη με την οποία μπορεί κανείς να εργαστεί. Μετατοπίζοντας την προσοχή μας από την κατασκευή νέων κτιρίων στην αξιοποίηση όσων ήδη υπάρχουν, δεν πιστεύω ότι οι αρχιτέκτονες θα έχουν λιγότερη δουλειά. Ακριβώς το αντίθετο.