Από το κινηματογραφικό όνειρο στον υπερτουρισμό που οδηγεί σε ασφυξία γραφικές περιοχές και αλλοιώνει το χαρακτήρα τους.
Έχουν περάσει 23 χρόνια από την πρώτη προβολή της ταινίας Under the Tuscan Sun (Ηλιόλουστος Έρωτας, η απόδοσή του στα ελληνικά), με την Νταϊάν Λέιν να ενσαρκώνει μια Αμερικανίδα που όταν ανακαλύπτει την απιστία του συζύγου της, ταξιδεύει στην Ιταλία και αποφασίζει να αγοράσει μια ετοιμόρροπη κατοικία στην Τοσκάνη. Με προσωπική δουλειά και επιμονή καταφέρνει όχι μόνο να επαναφέρει την παλιά αίγλη του σπιτιού, αλλά και να ζήσει έναν θυελλώδη έρωτα με έναν ντόπιο που υποδύεται ο Ράουλ Μπόβα. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας, η Λέιν ανεβαίνει στη βέσπα του Μπόβα και το ζευγάρι καταλήγει σε μια εντυπωσιακή παραλία, η οποία δε βρίσκεται… κάτω από την ήλιο της Τοσκάνης, αλλά κάτω από εκείνον του Σαλέρνο.
Στο Ποζιτάνο, στη φημισμένη ακτή του Αμάλφι -μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO- οι δύο τους ερωτεύονται και μαζί τους, εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο ερωτεύονται την Ιταλία και βάζουν την περιοχή στη λίστα των ταξιδιωτικών τους ονείρων. Ο ρομαντισμός της ταινίας, η αδιαμφισβήτητη ομορφιά του τοπίου, τα γραφικά λιθόστρωτα σοκάκια, τα χρωματιστά σπίτια χτισμένα αμφιθεατρικά στο βράχο, ο ήλιος που χαϊδεύει το δέρμα και οι ανθισμένες βουκαμβίλιες συνέβαλαν στη δημιουργία ενός σχεδόν μυθικού αφηγήματος για την περιοχή. Το Ποζιτάνο μετατράπηκε σε σύμβολο ρομαντικής απόδρασης, προσελκύοντας κυρίως Αμερικανούς ταξιδιώτες που ήθελαν να ζήσουν το δικό τους «φαινόμενο Ποζιτάνο», είτε μέσα από μια σύντομη διαμονή, είτε ακόμα προγραμματίζοντας το γάμο και το μήνα του μέλιτος στην ιταλική πόλη.
Από τη λάμψη στη ριζική αλλαγή της φυσιογνωμίας του τόπου
Ωστόσο, η κινηματογραφική λάμψη και η προβολή της περιοχής μέσα από τα social media, οδήγησαν σε ένα άλλο φαινόμενο: αυτό του υπερτουρισμού. Σε μια πόλη μόλις 3.600 μόνιμων κατοίκων, καθημερινά ιδίως κατά την περίοδο από το Πάσχα ως και τον Οκτώβριο συρρέουν καθημερινά 12.000 τουρίστες, με περισσότερες από 900 κατοικίες σε σύνολο 2.600 να έχουν μετατραπεί σε bed and breakfast για να ανταποκριθούν στη μαζική τουριστική ροή. Δεν ασφυκτιά, όμως, μόνο το Ποζιτάνο, αλλά όλη η ακτή του Αμάλφι με την καθημερινότητα των ντόπιων να επηρεάζεται δραματικά από τη συμφόρηση, την εκτόξευση των τιμών, την περιβαλλοντική επιβάρυνση και τη μετατροπή των περιοχών σε προορισμό σχεδόν αποκλειστικά προσανατολισμένο στις ανάγκες των επισκεπτών.
Εγκλωβισμένοι στα σοκάκια
Πρόσφατα, εικόνες από εκατοντάδες τουριστών να βρίσκονται ακινητοποιημένοι στα χαρακτηριστικά στενά του Ποζιτάνο κυκλοφόρησαν στον ιταλικό Τύπο, αποτυπώνοντας τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι κάτοικοι. Επισκέπτες εγκλωβισμένοι και μη μπορώντας να κινηθούν προς καμία κατεύθυνση, περίμεναν στωικά την ανθρώπινη μάζα να «διαλυθεί» προς την κεντρική παραλία της περιοχής, Σπιάτζα Γκράντε. Οι σκηνές ασφυξίας που μεταδόθηκαν επιβεβαιώνουν τη δυσκολία γραφικών προορισμών να διαχειριστούν το δυσανάλογο αριθμό τουριστών. Το φαινόμενο του υπερτουρισμού που περιγράφει την αδυναμία ενός προορισμού να δεχθεί περισσότερους επισκέπτες από όσους αντέχει, προκαλεί σοβαρή πίεση στις υποδομές και αλλοιώνει την εμπειρία τόσο των ταξιδιωτών όσο της τοπικής ζωής και ταυτόχρονα της ποιότητας των υπηρεσιών και τον αυθεντικό χαρακτήρα των περιοχών.
Η απάντηση της δημοτικής αρχής
Ο δήμαρχος του Ποζιτάνο, Τζουζέπε Γκουίντα, επιχείρησε να υποβαθμίσει το περιστατικό εξηγώντας ότι το σημείο από όπου απαθανατίστηκαν οι στιγμές ασφυξίας πρόκειται για «στενό πέρασμα πλάτους όχι μεγαλύτερου από 20 μέτρα που αντιμετωπίζει τακτικά συμφόρηση. Μόλις η ροή των πεζών απομακρυνθεί, το περπάτημα είναι ελεύθερο. Κι εγώ έχω κολλήσει στο πλήθος. Κατάφερα να φτάσω στην παραλία σε λίγα μόνο λεπτά. Συμβαίνει τις μέρες με μεγάλη κίνηση». Παρότι, επενέβη η δημοτική αστυνομία και η πολιτική προστασία για να λυθεί το πρόβλημα, το σίγουρο είναι ότι η κατάσταση -παρότι θεωρείται φυσιολογική από τον δήμαρχο- κατά την περίοδο αιχμής, εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη διαχείριση των τουριστικών ροών.
Τα κρουαζιερόπλοια
Ρεκόρ αφίξεων παρατηρείται κυρίως μέσω θαλάσσης, όταν επιβάτες κρουαζιερόπλοιων αποβιβάζονται στη γύρω περιοχή και κατακλύζουν τις παραθαλάσσιες ζώνες για λίγες ώρες. Έτσι, από τη μία, εστιατόρια και επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σκηνές χάους κατά τη διάρκεια της ημέρας, και από την άλλη, τις βραδινές ώρες καταστήματα μένουν άδεια. Οι επιχειρηματίες κάνουν λόγο για «σκηνές τρίτου κόσμου που δεν κάνουν καλό στον τουρισμό», ωστόσο η τοπική αυτοδιοίκηση μοιάζει ανήμπορη. Από τη μία επιχειρείται φιλτράρισμα των αφίξεων σε περιοχές που ήδη πλήττονται από συμφόρηση, θέτοντας ζώνες περιορισμένης κυκλοφορίας (ZTL), αλλά η «ανοιχτή πύλη» της θάλασσας αποτελεί το πραγματικό αγκάθι. Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το χάος, συζητούνται περιορισμοί στις αποβιβάσεις και καλύτερος προγραμματισμός των ροών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα μέτρα που ελήφθησαν στη Βενετία σε μια απόπειρα αποσυμφόρησης της πόλης. Ήδη από τον Αύγουστο του 2021 ισχύει απαγόρευση διέλευσης για πλοία βάρους άνω των 25.000 τόνων μπροστά από τον Άγιο Μάρκο και κατά μήκος του καναλιού Τζουντέκα. Βέβαια, τα πλωτά μεγαθήρια παραμένουν αγκυροβολημένα στη Μαργκέρα και επομένως χιλιάδες επισκεπτών εξακολουθούν να αποβιβάζονται και να ξεχύνονται στον εύθραυστο αστικό ιστό της ιστορικής πόλης. Σύμφωνα με την Εθνική Ένωση Bed & Breakfast, Δωματίων προς Ενοικίαση και Εξοχικών Κατοικιών της Ιταλίας (ANBBA), το πρόβλημα επεκτείνεται και στην πρωτεύουσα.
Στην Τσιβιταβέκια της Ρώμης, ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια στην Ευρώπη, δέχεται κατά τη «high season», έως και επτά πλοία την ημέρα που αντιστοιχούν σε περισσότερους από 20.000 επιβάτες σε λίγες μόνο ώρες. Οι περισσότεροι εξ αυτών κατευθύνονται στην καρδιά της ιταλικής πρωτεύουσας κατακλύζοντας τους αυτοκινητόδρομους και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς προκαλώντας συμφόρηση. Με λίγα λόγια, το κινηματογραφικό όνειρο που παρουσιάστηκε ως σύμβολο της αυθεντικής dolce vita, σήμερα αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα πώς μπορεί να αλλάξει ριζικά η φυσιογνωμία ενός τόπου.