Η βελγική Lotus Bakeries, έκλεισε το 2025 με τζίρο 1,4 δισ. ευρώ και ανακοίνωσε επένδυση άνω των 500 εκατ. ευρώ, για να διεκδικήσει την τρίτη θέση παγκοσμίως στα μπισκότα.
Όλα ξεκίνησαν το 1932 στο Lembeke, ένα χωριό της ανατολικής Φλάνδρας, όπου η οικογένεια Boone έψησε ένα λεπτό speculoos -ένα λεπτό, τραγανό μπισκότο με κανέλα, βελγικής και ολλανδικής καταγωγής, δεμένο παραδοσιακά με τη γιορτή του Αγίου Νικολάου. Αρχικά το ονόμασε «Lotus», από το λουλούδι που συμβολίζει την αγνότητα. Για δεκαετίες ήταν ένα βελγικό μπισκότο του καφέ, χωρίς μεγαλύτερες βλέψεις.
Η στροφή ήρθε από τις ΗΠΑ: ένας Αμερικανός έμπορος τροφίμων το δοκίμασε σε ταξίδι του στην Ευρώπη, το σύστησε στην Delta Airlines, κι από το 1986 το σερβίριζαν στις πτήσεις της. Εκατομμύρια επιβάτες το γνώρισαν στον αέρα, χρόνια πριν το δουν στο ράφι. Για την αμερικανική αγορά χρειάστηκε και καινούργιο όνομα, γιατί το «speculoos» δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν σε διεθνές επίπεδο. Έτσι προέκυψε το «Biscoff» από τις λέξεις biscuit και coffee.
Ένα όνομα που κατοχυρώνεται
Πίσω από αυτό, υπάρχει μια απόφαση που μετράει. Το «speculoos» είναι όρος γενικός, ένα είδος μπισκότου που μπορεί να φτιάξει ο καθένας, και γι’ αυτό δεν κατοχυρώνεται, όπως δεν κατοχυρώνεται το ψωμί ή το κέικ. Το 2025, η εταιρεία αποφάσισε να αντικαταστήσει το ιστορικό λογότυπο «Lotus» με τη χάραξη «Biscoff» πάνω στο ίδιο το μπισκότο. Παράλληλα, απέφυγε να μοιράσει τις δυνάμεις της και σε άλλα προϊόντα, και κράτησε τα δύο βασικά, το μπισκότο και το άλειμμα. Το τελευταίο μάλιστα, το άλειμμα, ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 2000, από μια ιδέα που παρουσιάστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή, και δούλεψε για να μπει σε όσο περισσότερα νοικοκυριά γίνεται. Για τα υπόλοιπα προϊόντα στο οποία ήθελε να επεκταθεί συνεργάστηκε με τρίτους: έδωσε το όνομα Biscoff στη Mondelēz για σοκολάτα (Cadbury, Milka, πιο πρόσφατα Toblerone και Marabou) και στη Froneri για παγωτό.
Τα μεγέθη και η επένδυση των 500 εκατ.
Oι αριθμοί επιβεβαιώνουν την τακτική. Τα καθαρά κέρδη της βελγικής Lotus Bakeries για το 2025 ανέβηκαν 13%, στα 172 εκατ. ευρώ. Το Biscoff μόνο του σημείωσε οργανική ανάπτυξη 13% και έφτασε τα 670 εκατομμύρια -το 57% των επώνυμων πωλήσεων του ομίλου. Και όμως, ο χώρος για μεγέθυνση παραμένει μεγάλος. Στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη αγορά, το μπισκότο έμπαινε σε λιγότερο από ένα στα δέκα νοικοκυριά στο τέλος του 2025, διείσδυση 9%, ποσοστό που μέσα στο 2026 πέρασε το 10%. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 η εικόνα έγινε πιο έντονη.
Ο όμιλος ανέβηκε 14%, το Biscoff πάνω από 20% σε τζίρο και όγκο, και οι ΗΠΑ έδωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση πωλήσεων απ’ όλες τις χώρες. Τότε ανακοινώθηκε και το μεγαλύτερο επενδυτικό πρόγραμμα στην ιστορία της εταιρείας, άνω των 500 εκατ. ευρώ για την πενταετία 2026-2030, με επεκτάσεις στα εργοστάσια σε Βέλγιο, ΗΠΑ και στη νέα μονάδα της Ταϊλάνδης. Ο διευθύνων σύμβουλος Jan Boone σε συνέντευξή του έχει σημειώσει ότι θέλει το Biscoff τρίτη μεγαλύτερη μάρκα μπισκότου στον κόσμο. Στο πλάνο μπαίνει ήδη η Ινδία, όπου η διανομή απογειώθηκε μέσω της Mondelēz, ενώ για τη Βραζιλία οι δύο εταιρείες συζητούν παρόμοιο μοντέλο.
Το ελληνικό ράφι και το στοίχημα που μένει
Μεγάλο μέρος της διαφήμισης το κάνουν οι ίδιοι οι καταναλωτές. Το «cookie butter» μπαίνει σε cheesecake, σε παγωτά, σε καφέδες, και κάθε viral συνταγή στο TikTok δουλεύει σαν προβολή που η εταιρεία δεν πλήρωσε. Αγοράζεις το προϊόν επειδή το είδες, κι έτσι δικαιολογείται και η τιμή του: ένα άλειμμα από θρυμματισμένα μπισκότα κοστολογείται σαν premium. Η Ελλάδα δεν είναι στο περιθώριο αυτής της πορείας. Στα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου η ίδια η Lotus αναφέρει τη χώρα μας ανάμεσα σε εκείνες που στήριξαν την ευρωπαϊκή ανάπτυξη, μαζί με τη Γερμανία, την Ιταλία και την Πολωνία. Στο ελληνικό ράφι τα έξι ευρώ ανά βάζο, δεν φαίνεται να τρομάζουν κανέναν. Μάλλον λειτουργούν ως απόδειξη ότι πρόκειται για κάτι ξεχωριστό.
Ο κίνδυνος για μια μάρκα δεμένη με μία γεύση και με τη λογική του viral είναι γνωστός: κάποια στιγμή η μόδα κουράζει και εμφανίζονται οι απομιμήσεις. Η Lotus απαντά βάζοντας πάνω από 500 εκατ. σε ένα πλάνο που τρέχει ώς το 2030, με το σκεπτικό ότι η σταθερή δουλειά στη διανομή κρατάει περισσότερο από μια viral συνταγή. Το στοίχημα θα κριθεί στις αγορές που δεν έχουν ακόμα το βαζάκι στο ντουλάπι, και είναι αρκετές. Ακόμα και στις ΗΠΑ, όπου το brand τρέχει πιο γρήγορα από παντού, τα περισσότερα νοικοκυριά δεν το έχουν δοκιμάσει.
Εισαγωγική φωτογραφία: www.lotusbakeries.com