Από τις πίστες του πέρασαν ο Basquiat, ο Keith Haring, οι Beastie Boys και δεκάδες ακόμη καλλιτέχνες, πολύ πριν αποκτήσουν τη φήμη που τους έκανε θρύλους.
Η Madonna δεν τραγουδάει ποτέ για το παρελθόν της. Αντίθετα, έχει χτίσει ολόκληρη την καριέρα της πάνω στην ιδέα της συνεχούς επανεφεύρεσης. Γι’ αυτό και το “Danceteria”, ένα από τα πιο προσωπικά τραγούδια του νέου της άλμπουμ Confessions II, μοιάζει περισσότερο με εξομολόγηση παρά με νοσταλγία. Δεν είναι απλώς ένας ύμνος σε ένα θρυλικό νυχτερινό κέντρο της Νέας Υόρκης. Είναι μια επιστροφή στο μέρος όπου όλα ξεκίνησαν. Εκεί όπου μια άγνωστη χορεύτρια από το Μίσιγκαν άφησε μια κασέτα στα χέρια ενός DJ και, χωρίς να το γνωρίζει κανείς, άλλαξε για πάντα την ιστορία της pop μουσικής.
Το πιο επιδραστικό club των 80s
Το Danceteria υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένα club. Ήταν μια συμπύκνωση της Νέας Υόρκης των αρχών της δεκαετίας του ’80, μιας πόλης που έμοιαζε να καταρρέει και, ταυτόχρονα, να γεννά μια από τις πιο εκρηκτικές πολιτιστικές εκρήξεις του 20ού αιώνα. Η εικόνα της σημερινής Νέας Υόρκης, με τα πανάκριβα lofts, τις μπουτίκ και τις ουρές έξω από τα εστιατόρια του SoHo, δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την εποχή. Τότε η πόλη βρισκόταν σε οικονομική κρίση. Τα εγκαταλελειμμένα κτίρια ήταν περισσότερα από τα ανακαινισμένα, η εγκληματικότητα βρισκόταν στα ύψη και πολλές γειτονιές του Μανχάταν θεωρούνταν απαγορευμένες μετά τη δύση του ήλιου. Για τους περισσότερους Αμερικανούς η Νέα Υόρκη ήταν μια πόλη που έπρεπε να αποφύγεις. Για τους καλλιτέχνες όμως ήταν το μοναδικό μέρος όπου μπορούσες να επιβιώσεις με ελάχιστα χρήματα και να δημιουργήσεις χωρίς όρια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δύο άνθρωποι οραματίστηκαν έναν χώρο που δεν θα λειτουργούσε απλώς ως νυχτερινό κέντρο. Ο Γερμανός Rudolf Piper, ένας κοσμοπολίτης επιχειρηματίας με εμμονή στην avant-garde αισθητική, και ο ακτιβιστής Jim Fouratt, μορφή της Gay Liberation Front και άνθρωπος που πίστευε ότι η νυχτερινή ζωή μπορούσε να γίνει πολιτιστική πράξη, ήθελαν να δημιουργήσουν κάτι που δεν υπήρχε πουθενά αλλού. Όχι ακόμη ένα disco. Έναν χώρο όπου η μουσική, η performance, η μόδα, η ζωγραφική και η video art θα συνυπήρχαν κάτω από την ίδια στέγη.
Όταν το Danceteria άνοιξε τις πόρτες του το 1980, η ιδέα φαινόταν σχεδόν παράλογη. Το πρώτο του σπίτι, στη West 37th Street, λειτουργούσε περισσότερο σαν καλλιτεχνικό πείραμα παρά σαν οργανωμένη επιχείρηση. Στο υπόγειο έπαιζαν DJs, στον πρώτο όροφο εμφανίζονταν συγκροτήματα, στον επάνω προβάλλονταν experimental videos και στους τοίχους ζωγράφιζαν νέοι καλλιτέχνες που κανείς ακόμη δεν γνώριζε. Ανάμεσά τους και ένας νεαρός που λεγόταν Keith Haring, του οποίου οι τοιχογραφίες βάφτηκαν λίγους μήνες αργότερα χωρίς κανείς να φαντάζεται ότι κάτω από τις στρώσεις μπογιάς κρύβονταν έργα που σήμερα θα άξιζαν εκατομμύρια δολάρια.
Το club έκλεισε προσωρινά ύστερα από εφόδους των αρχών για παραβιάσεις της άδειας πώλησης αλκοόλ, όμως επέστρεψε ακόμη πιο φιλόδοξο. Το 1982 μεταφέρθηκε στην οδό 21st Street, μέσα σε ένα παλιό βιομηχανικό κτίριο που εξελίχθηκε στο πιο επιδραστικό club της δεκαετίας. Τέσσερις όροφοι, τέσσερις διαφορετικοί κόσμοι. Στο ισόγειο έδιναν συναυλίες συγκροτήματα που λίγο αργότερα θα γέμιζαν στάδια. Πιο πάνω υπήρχε μια πίστα όπου οι DJs ανακάτευαν χωρίς ενοχές disco, punk, electro, funk και το τότε σχεδόν άγνωστο hip hop. Σε άλλον όροφο λειτουργούσε ένας από τους πρώτους video lounges της Αμερικής, ενώ στην ταράτσα το Wuthering Heights rooftop bar μετατρεπόταν τα καλοκαιρινά βράδια σε ένα αυτοσχέδιο πάρτι κάτω από τον ουρανό του Μανχάταν. Δεν υπήρχε συγκεκριμένος τρόπος να ζήσεις το Danceteria. Απλώς ανέβαινες τις σκάλες και άφηνες τη νύχτα να αποφασίσει για σένα.
Oρόσημo της pop κουλτούρας
Αυτό όμως που έκανε το Danceteria μοναδικό δεν ήταν ο χώρος. Ήταν οι άνθρωποι. Κανείς δεν ερχόταν εκεί επειδή ήταν ήδη διάσημος. Ερχόταν για να γίνει. Σε ένα οποιοδήποτε βράδυ μπορούσες να συναντήσεις τον Jean-Michel Basquiat να συζητά με τον Keith Haring για μια έκθεση ή τον Fab 5 Freddy να γεφυρώνει τον κόσμο του graffiti με το hip hop του Bronx. Τον Kenny Scharf να ζωγραφίζει, τη Maripol να πειραματίζεται με το στιλ που λίγο αργότερα θα έκανε τη Madonna fashion icon αλλά και τον Rick Rubin να ανταλλάσσει ιδέες με τους Beastie Boys πριν ακόμη υπάρξει η Def Jam. Λίγα μέτρα πιο πέρα ο RuPaul δοκίμαζε τις πρώτες drag εμφανίσεις του και οι Sonic Youth, οι Smiths, οι New Order, οι R.E.M., οι Depeche Mode, οι Soft Cell, ο Nick Cave and the Bad Seeds, η Sade, οι Duran Duran, οι Run-DMC και ο LL Cool J ανέβαιναν στη σκηνή πριν αποκτήσουν παγκόσμια φήμη.
Το Danceteria δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα στις φυλές της πόλης. Εκεί χόρευαν μαζί punks, breakdancers, drag queens, fashion designers, queer ακτιβιστές, φωτογράφοι, φοιτητές Καλών Τεχνών, μουσικοί και παιδιά από το Bronx που έφερναν για πρώτη φορά το hip hop στο downtown Μανχάταν. Ήταν ένας χώρος όπου οι ετικέτες εξαφανίζονταν και η δημιουργικότητα είχε μεγαλύτερη αξία από το βιογραφικό ή τον τραπεζικό λογαριασμό. Στην είσοδο στεκόταν ο θρυλικός Haoui Montaug, ίσως ο πιο διάσημος πορτιέρης στην ιστορία της Νέας Υόρκης. Δεν τον ενδιέφερε αν κάποιος ήταν πλούσιος ή διάσημος. Τον ενδιέφερε αν είχε κάτι να προσθέσει μέσα στο δωμάτιο. Ήταν εκείνος που άφηνε να περάσουν δεκαεξάχρονοι με φαντασία στο ντύσιμο και κρατούσε απ’ έξω όσους δεν καταλάβαιναν το πνεύμα του χώρου. Για τον Montaug, ένα club δεν ήταν επιχείρηση αλλά επιμελημένη κοινότητα.
Εκεί όπου γεννήθηκε η καριέρα της Madonna
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά εμφανίστηκε και μια νεαρή κοπέλα με σκισμένα διχτυωτά καλσόν, πολλά βραχιόλια και περισσότερη αυτοπεποίθηση από χρήματα στην τσέπη. Η Madonna είχε φτάσει στη Νέα Υόρκη το 1978 με μόλις 35 δολάρια. Στο Danceteria έγινε θαμώνας πριν γίνει τραγουδίστρια. Εκεί γνώρισε τον DJ Mark Kamins, του έδωσε μια κασέτα με το τραγούδι Everybody και περίμενε. Ο Kamins πήρε το demo σπίτι του, το άκουσε και λίγες ημέρες αργότερα το έπαιξε στην πίστα. Ο κόσμος άρχισε να χορεύει. Ήταν αρκετό για να την παρουσιάσει στον Seymour Stein της Sire Records. Η πρώτη της δισκογραφική συμφωνία γεννήθηκε μέσα από εκείνη τη βραδιά.
Η ίδια έχει παραδεχτεί ότι περνούσε ώρες στο club, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να πλησιάσει τον Kamins. Η Debi Mazar, που τότε εργαζόταν ως χειρίστρια του ανελκυστήρα, θυμάται πως η Madonna μπήκε μια μέρα στο ασανσέρ ζητώντας να ανέβει στο booth του DJ. Λίγη ώρα αργότερα οι δυο τους χόρευαν μόνες τους στην άδεια πίστα. «Θα γίνω σταρ», της είπε η Madonna. Η Mazar δεν γέλασε. Έγιναν φίλες για μια ζωή.
Στο Danceteria δεν γεννήθηκε μόνο η Madonna. Εκεί διαμορφώθηκε ολόκληρη η αισθητική των ’80s. Οι σχεδιαστές Isabel Toledo και Stephen Sprouse παρουσίαζαν τις πρώτες τους συλλογές, ο Jim Jarmusch πρόβαλλε τις πρώτες του ταινίες, ενώ η Susan Seidelman επέλεξε το club ως βασικό σκηνικό του Desperately Seeking Susan, μετατρέποντάς το αργότερα και στο φυσικό σκηνικό του εμβληματικού Get Into the Groove. Για λίγα χρόνια, όποιος ήθελε να δει το μέλλον της αμερικανικής κουλτούρας δεν πήγαινε σε κάποιο μουσείο ή γκαλερί. Πήγαινε στο Danceteria.
Το club έκλεισε οριστικά στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όμως η επιρροή του δεν έσβησε ποτέ. Σχεδόν κάθε μεγάλο μουσικό, καλλιτέχνη ή σχεδιαστή που σημάδεψε τα 80s πέρασε κάποια στιγμή από εκεί, είτε πάνω στη σκηνή είτε στην ουρά της εισόδου. Ίσως γι’ αυτό η Madonna επέλεξε να επιστρέψει σε εκείνο το όνομα έπειτα από περισσότερα από 40 χρόνια. Όχι επειδή της θύμιζε την αρχή της καριέρας της, αλλά επειδή της θύμιζε μια εποχή όπου η δημιουργικότητα γεννιόταν μέσα από πραγματικές συναντήσεις, ιδρωμένες πίστες, κασέτες που άλλαζαν χέρια και νύχτες χωρίς κινητά τηλέφωνα. Μια εποχή όπου ένα club μπορούσε να αλλάξει όχι μόνο μια ζωή, αλλά ολόκληρη την πορεία της σύγχρονης ποπ κουλτούρας.
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image