Επί 491 ημέρες παρέμεινε σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του μετώπου στην Ουκρανία, ζώντας μέσα σε αυτοσχέδια καταφύγια, υπό τη διαρκή απειλή ρωσικών drones. Είδε τον συμπολεμιστή του να πεθαίνει, έχασε τα κάτω άκρα του και αναγκάστηκε να προχωρήσει μόνος του σε ακρωτηριασμό. Κι όμως, ο 49χρονος Κοστιαντίν Βλασένκο κατάφερε να επιβιώσει, μέχρι τη στιγμή που ένα ειδικά τροποποιημένο μη επανδρωμένο αεροσκάφος τον απομάκρυνε από το πεδίο της μάχης.

Η ιστορία του Ουκρανού στρατιώτη της 30ής Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας παρουσιάστηκε από τη βρετανική Daily Mail, με βάση τη μαρτυρία του στον Ουκρανό δημοσιογράφο Γιούρι Μπούτουσοφ.

Η επιχείρηση διάσωσής του χαρακτηρίζεται από τις ουκρανικές δυνάμεις ως η πρώτη απομάκρυνση τραυματία απευθείας από ενεργή θέση μάχης με εναέριο drone.

Από οδηγός φορτηγού σε έναν τσιμεντένιο αγωγό στο Χάρκοβο

Πριν από τη ρωσική εισβολή, ο Βλασένκο εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού σε λατομείο στο Κρίβι Ριχ. Με την έναρξη του πολέμου κατατάχθηκε στον ουκρανικό στρατό και τοποθετήθηκε στο δεύτερο τάγμα της 30ής Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας. Στις 2 Ιουνίου 2025 στάλθηκε σε μια προωθημένη θέση στην περιοχή του Χαρκόβου, για να αντικαταστήσει στρατιώτη που είχε τραυματιστεί σοβαρά από νάρκη.

Μαζί με έναν συμπολεμιστή του, γνωστό με το διακριτικό «Μπάσκι», εγκαταστάθηκαν σε έναν στενό τσιμεντένιο αγωγό αποστράγγισης, κάτω από τον οποίο είχαν διαμορφώσει υπόγειο καταφύγιο.

Η αρχική αποστολή προέβλεπε την αντικατάστασή τους ύστερα από δύο μήνες. Ωστόσο, η έντονη παρουσία ρωσικών αναγνωριστικών drones κατέστησε εξαιρετικά επικίνδυνη κάθε προσπάθεια προσέγγισης. «Υπήρχαν τόσα πολλά Mavic που ο ουρανός σκοτείνιαζε. Αν δεν έβλεπες εσύ το drone, σε έβλεπε εκείνο», περιέγραψε ο Βλασένκο.

Όταν μια ομάδα επιχείρησε να φτάσει στη θέση τους, οι στρατιώτες σκοτώθηκαν. Ο ίδιος ζήτησε τότε από τους διοικητές του να μη διακινδυνεύσουν άλλες ζωές για να τον απομακρύνουν. «Καλύτερα να πεθάνω μόνος μου, παρά να σκοτωθούν περισσότεροι άνθρωποι», τους είπε.

 

Η πλημμύρα, οι τραυματισμοί και ο θάνατος του συντρόφου του

Στις 14 Φεβρουαρίου 2026, έπειτα από περίπου οκτώ μήνες στον αγωγό, το καταφύγιο πλημμύρισε. Οι δύο στρατιώτες αναγκάστηκαν να μετακινηθούν μέσα στο κρύο και κατάφεραν να φτάσουν σε ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο.

Οι ουκρανικές δυνάμεις τούς έστειλαν στεγνά ρούχα και εφόδια με drones. Οι ρίψεις, όμως, έγιναν αντιληπτές από τους Ρώσους και ακολούθησαν επιθέσεις.

Ο Βλασένκο τραυματίστηκε στο αριστερό πόδι και αργότερα στο δεξί, ενώ τα άκρα του είχαν ήδη υποστεί σοβαρά κρυοπαγήματα.

Ο συμπολεμιστής του επιχείρησε να βγει από το καταφύγιο για να παραλάβει τρόφιμα, όταν χτυπήθηκε από ρωσικό drone.

«Όλη τη νύχτα τον άκουγα να βογκάει. Τον ρωτούσα πού είχε χτυπηθεί, αλλά δεν μπορούσε να απαντήσει. Τον τράβηξα όσο πιο κοντά μου μπορούσα. Ύστερα σώπασε», θυμάται.

Το επόμενο πρωί ο Μπάσκι ήταν νεκρός. Ο Βλασένκο είχε πλέον μείνει εντελώς μόνος.

Το ρωσικό μεγάφωνο που τον καλούσε να παραδοθεί

Οι ρωσικές δυνάμεις γνώριζαν ότι ο τραυματισμένος στρατιώτης βρισκόταν ακόμη στην περιοχή.

Ένα drone έριξε κοντά του μεγάφωνο που μετέδιδε ηχογραφημένο μήνυμα, καλώντας τον να παραδοθεί. Η φωνή υποστήριζε ότι οι συμπολεμιστές του δεν επρόκειτο να τον σώσουν και του υποσχόταν ότι, αν παραδιδόταν, θα μπορούσε να επιστρέψει κάποτε στο σπίτι του μέσω ανταλλαγής αιχμαλώτων.

Ως ένδειξη αποδοχής, του ζητούσαν να τοποθετήσει ένα αντικείμενο στο περβάζι ενός παραθύρου.

Ο Βλασένκο απάντησε φωνάζοντας την υβριστική φράση που έγινε σύμβολο της ουκρανικής αντίστασης στο Φιδονήσι, όταν οι υπερασπιστές του αρνήθηκαν να παραδοθούν σε ρωσικό πολεμικό πλοίο. «Κρίμα που δεν μπορούσαν να με ακούσουν. Το μεγάφωνο μάλλον δεν είχε μικρόφωνο», λέει σήμερα με χιούμορ.

Λίγο αργότερα, ρωσικό βομβαρδιστικό drone επιτέθηκε στο σχολείο. Η έκρηξη ήταν τόσο ισχυρή ώστε ο στρατιώτης πίστεψε πως είχε πεθάνει. «Άνοιξα τα μάτια μου και ήταν σκοτάδι. Αλλά αισθανόμουν χώμα ανάμεσα στα δόντια μου. Αυτό σήμαινε ότι ήμουν ζωντανός».

Η μαντεμένια σόμπα που του έσωσε τη ζωή

Μέσα στα ερείπια του κτιρίου, ο Βλασένκο εντόπισε μια παλιά μαντεμένια σόμπα. Κατάφερε να συρθεί στο εσωτερικό της, λίγο πριν από μια δεύτερη ισχυρή έκρηξη.

Τμήματα του σχολείου κατέρρευσαν, αλλά η σόμπα άντεξε. «Δεν ξέρω ποιος άγγελος με έσπρωξε εκεί», αναφέρει.

Το στενό μεταλλικό καταφύγιο έγινε το σπίτι του για τους επόμενους μήνες. Οι ουκρανικές δυνάμεις συνέχισαν να του στέλνουν νερό, τρόφιμα και φάρμακα από αέρος, ενώ εκείνος, παρά τα τραύματά του, εξακολουθούσε να μεταδίδει πληροφορίες για τις κινήσεις των ρωσικών δυνάμεων.

Κάθε παραλαβή εφοδίων ήταν μια εξαιρετικά επίπονη διαδικασία. Έπρεπε να βγει έρποντας από τη σόμπα, να συγκεντρώσει όσα μπορούσε και να επιστρέψει στο εσωτερικό της.

«Τα δάκρυα έτρεχαν, αλλά έπρεπε να το κόψω»

Η κατάσταση των ποδιών του επιδεινωνόταν διαρκώς. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τον Απρίλιο το αριστερό του πόδι είχε υποστεί εκτεταμένη νέκρωση εξαιτίας των τραυματισμών και των κρυοπαγημάτων, με αποτέλεσμα τμήμα του άκρου να αποκολληθεί.

Τον επόμενο μήνα, αντίστοιχα σοβαρή ήταν η κατάσταση στο δεξί πόδι. Οι νεκρωμένοι ιστοί το καθιστούσαν αδύνατο να κινηθεί ακόμη και έρποντας. Τότε πήρε την απόφαση να απομακρύνει μόνος του το κατεστραμμένο τμήμα.

Χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι, έκοψε τους ιστούς που το συγκρατούσαν. «Τα δάκρυα έτρεχαν, αλλά έπρεπε να κόψω. Και το έκοψα», περιγράφει. Ήλπιζε ότι θα κατάφερνε να διατηρήσει τουλάχιστον το ένα πόδι του, όμως η έκταση των τραυματισμών δεν το επέτρεψε.

Ανάμεσα στις εικόνες που θυμάται εντονότερα είναι εκείνη εκατοντάδων πορτοκαλί και μαύρων πεταλούδων που εμφανίστηκαν στην περιοχή όταν ο καιρός άρχισε να ζεσταίνει.

 

 

Η φωνή στον ασύρματο, το βιβλίο του Στίβεν Κινγκ και η κόρη του

Εκτός από τους τραυματισμούς, ο στρατιώτης βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μακροχρόνια απομόνωση. Για μήνες, η μόνη ανθρώπινη επαφή του ήταν οι φωνές των συναδέλφων του στον ασύρματο.

Περίμενε καθημερινά να ακούσει το «450», τον σύντομο κωδικό που σήμαινε ότι επικρατούσε ηρεμία στις υπόλοιπες θέσεις. «Όταν τους άκουγα, σκεφτόμουν ότι δεν ήμουν εντελώς μόνος. Ήταν ευτυχία για μένα να ακούω κάποιον. Και μετά πάλι σιωπή».

Οι συμπολεμιστές του προσπαθούσαν να του ανεβάσουν το ηθικό, στέλνοντάς του σοκολάτες, γλυκά και τσιγάρα. Σε ένα δέμα από τη σύζυγό του, Τατιάνα, βρήκε το μυθιστόρημα The Outsider του Στίβεν Κινγκ, ενός συγγραφέα που αγαπούσε ιδιαίτερα.

Εκείνο, όμως, που τον κρατούσε περισσότερο στη ζωή ήταν η σκέψη της κόρης του, Χριστίνα. «Δεν είχα αφιερώσει αρκετή προσοχή στην κόρη μου. Ίσως ήθελα να αλλάξω κάτι», εξομολογείται.

Παραδέχεται, πάντως, ότι κάποια στιγμή είχε σχεδόν εγκαταλείψει την ελπίδα να επιστρέψει. «Είχα αποφασίσει ότι ήμουν ήδη νεκρός».

Το drone που τον σήκωσε από το έδαφος

Η ανατροπή ήρθε όταν ένας λοχίας, γνωστός με το διακριτικό «Λίσι», τον ενημέρωσε ότι ετοιμαζόταν επιχείρηση διάσωσης. Ο Βλασένκο υπέθεσε ότι θα προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν με κάποιο όχημα. Αντί γι’ αυτό, έμαθε ότι θα χρησιμοποιούσαν ένα ειδικά τροποποιημένο βαρύ drone.

Οι διοικητές του τού έστειλαν κινητό τηλέφωνο με εκπαιδευτικό βίντεο και γραπτές οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να ασφαλιστεί στον μηχανισμό μεταφοράς.

Η αποστολή σχεδιάστηκε με τη συμμετοχή διαφορετικών ουκρανικών στρατιωτικών μονάδων και με τη χρήση μη επανδρωμένου αεροσκάφους της εταιρείας Gurzuf Defense.

Όταν το drone έφτασε στη θέση του, ο τραυματισμένος στρατιώτης κατάφερε να δεθεί στον μηχανισμό ανύψωσης. Πριν απογειωθεί, σχημάτισε μια καρδιά με τα χέρια του και ύψωσε τον αντίχειρα προς την κάμερα.

Οι 491 μέρες φρίκης που έζησε ο Ουκρανός στρατιώτης που διεσώθη μέσω drone – Αναγκάστηκε να κόψει το πόδι του, οι Ρώσοι του ζητούσαν να παραδοθεί

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το αεροσκάφος τον μετέφερε σε απόσταση περίπου 18 χιλιομέτρων, πετώντας σε ύψος περίπου 120 μέτρων, ενώ άλλα ουκρανικά drones παρείχαν συνοδεία. Ο ίδιος θυμάται ότι κατά τη διάρκεια της πτήσης φοβόταν μήπως πέσει σε ποτάμι, επειδή δεν ήξερε κολύμπι.

«Δεν έχω λόγια. Είναι πραγματικά θαύμα»

Ο Βλασένκο νοσηλεύεται πλέον, αναρρώνοντας από τους σοβαρούς τραυματισμούς και την πολύμηνη δοκιμασία του. Παρότι η ιστορία του έχει προκαλέσει μεγάλη συγκίνηση, δεν επιθυμεί να παρουσιάζεται ως ήρωας.

«Δεν έχω λόγια. Ένα θαύμα. Είναι πραγματικά θαύμα», λέει για τη διάσωσή του. Εκείνο που θέλει περισσότερο είναι να ευχαριστήσει όσους συνέβαλαν στην επιβίωσή του: τους στρατιώτες που συνέχισαν να του στέλνουν προμήθειες, τους διοικητές που διατηρούσαν επαφή μαζί του και τις ομάδες που σχεδίασαν την επιχείρηση απομάκρυνσης.

«Δεν τους γνωρίζω καν όλους, αλλά θέλω να τους δώσω ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Τους είμαι απίστευτα ευγνώμων».

Και όταν τον ρωτούν πώς αισθάνεται που συμμετείχε σε μια επιχείρηση η οποία παρουσιάζεται ως ιστορική πρωτιά για τη διάσωση τραυματιών με drone, απαντά με μια δόση αυτοσαρκασμού: «Δεν μου αρέσει να είμαι πρώτος. Προτιμώ να είμαι δεύτερος».