Ο καιρός, τα γεγονότα του μήνα, η υπερπροσφορά εστιατορίων, τα ακριβά μενού και η αμυντική τακτική των Αθηναίων στον οικονομικό τους προϋπολογισμό έφεραν μια μίνι κρίση τον Μάιο στην εστίαση.
Ο άστατος καιρός, άδειασε τις ταράτσες, αλλά δεν ήταν αυτές το πραγματικό πρόβλημα. Πίσω από τον δύσκολο Μάιο της αθηναϊκής εστίασης κρύβεται μια αγορά που βλέπει για πρώτη φορά μετά την πανδημία τον τζίρο της να υποχωρεί, την ώρα που τα κόστη παραμένουν υψηλά και ο καταναλωτής μετράει κάθε έξοδο.
Ο Μάιος είναι παραδοσιακά ο μήνας που η Αθήνα βγαίνει έξω. Φέτος βγήκε λιγότερο. Κι αν ο άστατος καιρός ήταν η αφορμή που συζητήθηκε περισσότερο, το πρόβλημα είναι βαθύτερο και το δείχνουν τα νούμερα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο κύκλος εργασιών στην εστίαση υποχώρησε κατά 1,9% το πρώτο τρίμηνο του 2026, στα 2,14 δισ. ευρώ από 2,18 δισ. έναν χρόνο πριν. Με τον πληθωρισμό στο 5,4%, τον Απρίλιο, η πραγματική πτώση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Την ίδια στιγμή τα καταλύματα κινήθηκαν αντίθετα, με άνοδο 3,1%. Για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, καταλύματα και εστίαση εμφανίζουν σαφή απόκλιση στην πορεία τους, με τον τουρισμό να διατηρεί θετικό πρόσημο και την κατανάλωση στην εστίαση να υποχωρεί. Η εικόνα αφορά όλη τη χώρα, με τεράστιες αποκλίσεις: από το -14,8% στη Μεσσηνία μέχρι το +24,2% στη Σαντορίνη, η οποία όμως σύγκρίνεται με μία περίοδο όπου πέρυσι είχε το πρόβλημα των σεισμών. Ακόμη και η Αττική, που κράτησε καλύτερα από κάθε άλλη περιοχή, έμεινε ουσιαστικά στάσιμη (-0,1%). Καμία ανάπτυξη, δηλαδή, σε μια πόλη που μέχρι χθες θεωρούσε την άνοδο δεδομένη.
Ο παράγοντας του καιρού
Πάνω σε αυτό το ήδη πιεσμένο τοπίο ήρθε ο καιρός. Δεν χρειάστηκαν καταστροφές, έφτανε που έβρεχε. Η έξοδος στην ταράτσα για ένα ποτό ή ένα πιάτο είναι παρόρμηση της στιγμής, κι αυτή την παρόρμηση μια απλή μπόρα ή ακόμη κι ένας συννεφιασμένος ουρανός αρκεί για να τη σβήσει. Οι ταράτσες άργησαν να ανοίξουν, οι πρώτες βραδιές της σεζόν χάθηκαν. «Οι ταράτσες καθυστέρησαν να ανοίξουν λόγω καιρού», επιβεβαιώνει η Πέννυ Γεωργακοπούλου, υπεύθυνη επικοινωνίας στον χώρο της εστίασης. Για όσους ζουν από την αυλή και το τραπέζι στο πεζοδρόμιο, κάθε χαμένο Σαββατοκύριακο μετράει διπλά. «Ήταν δύσκολος μήνας για όσα μαγαζιά βασίζονται στον καλό καιρό και τον εξωτερικό χώρο», λέει ο Αλέξανδρος Τσατσάνης, ιδιοκτήτης επιχειρήσεων εστίασης στην Αθήνα.
Όμως ο καιρός επανέρχεται στα φυσιολογικά για την εποχή χαρακτηριστικά, το κόστος μένει. Εδώ είναι η πραγματική πληγή. Υψηλή φορολόγηση, δημοτικά τέλη, ακριβότερες πρώτες ύλες και αυξημένες χρεώσεις στις ηλεκτρονικές συναλλαγές κρατούν το λειτουργικό κόστος ψηλά ακόμη κι όταν τα τραπέζια αδειάζουν. «Ο Μάιος ήταν πολύ δύσκολος μήνας», λέει ο Χάρης Σκαφιδάς από το Kika Bar στο Περιστέρι, που δίνει βάρος ακριβώς σε αυτές τις πιέσεις. «Ακόμη και μια καλή βραδιά δεν αρκεί πάντα όταν το λειτουργικό κόστος παραμένει τόσο υψηλό.»
Το φαγητό έξω είναι το πρώτο που περικόπτεται
Αλλάζει, ταυτόχρονα, κι ο ίδιος ο καταναλωτής. Οι έρευνες του ΙΕΛΚΑ δείχνουν ότι το φαγητό έξω είναι από τις πρώτες δαπάνες που περικόπτονται όταν σφίγγει ο προϋπολογισμός: ένας στους δύο Έλληνες δηλώνει φέτος ότι δεν θα κάνει καθόλου διακοπές, ενώ η κατανάλωση βενζίνης εκτιμάται ότι υποχώρησε γύρω στο 5% τον Μάιο, σημάδι ότι το νοικοκυριό κόβει οριζόντια. Ο Έλληνας καταναλωτής έχει αλλάξει συνήθειες, δεν βγαίνει τόσο συχνά μέσα στην εβδομάδα, και αυτό πιέζει συνολικά την αγορά της εστίασης. Το ίδιο βλέπει και η αγορά από μέσα. «Ο κόσμος σταμάτησε να ξενυχτάει. Βγαίνει για ποτό μετά το γραφείο, βγαίνει για φαγητό, αλλά πολύ νωρίτερα από ό,τι παλιά», λέει ο Λευτέρης Γεωργόπουλος, ιδιοκτήτης γνωστών εστιατορίων και μπαρ. Λιγότερες ώρες έξω σημαίνουν λιγότερη κατανάλωση ανά τραπέζι. «Ακούμε το τελευταίο διάστημα αρκετή γκρίνια και προβληματισμό από συναδέλφους», παραδέχεται.
Η υπερπροσφορά εστιατορίων
Σε όλα αυτά προστίθεται μια πιο σιωπηλή πίεση: η υπερπροσφορά. Μόνο στην Αττική λειτουργούν πάνω από 17.000 επιχειρήσεις εστίασης, με νέα μαγαζιά να ανοίγουν συνεχώς. Όταν η πίτα μένει ίδια ή μικραίνει και τα τραπέζια πληθαίνουν, το μερίδιο του καθενός συρρικνώνεται και μια βροχερή βδομάδα φτάνει για να γείρει την πλάστιγγα.
Μένει ο τουρισμός, που όμως φέτος δεν έπεσε ομοιόμορφα. Το πρώτο τρίμηνο ο Διεθνής
Αερολιμένας Αθηνών διακίνησε 6,3 εκατ. επιβάτες, αυξημένους κατά 8,1%. Τον Απρίλιο,
όμως, οι διεθνείς αφίξεις γύρισαν σε οριακή πτώση 0,9%, καθώς οι αναταράξεις στη Μέση
Ανατολή και οι ακυρώσεις πτήσεων από και προς το Ισραήλ άρχισαν να αφήνουν
αποτύπωμα. Παράλληλα, τα ξενοδοχεία της Αθήνας κατέγραψαν πληρότητα μόλις 45% το
τρίμηνο, με τη μέση τιμή δωματίου στα 88 ευρώ: ισχυρή ζήτηση, αλλά με πίεση στην
κερδοφορία. Κι όταν ο τουρίστας έρχεται, μένει κυρίως στο κέντρο. «Ο ντόπιος επηρεάζεται
πολύ περισσότερο από τον καιρό και όταν βρέχει το σκέφτεται δεύτερη φορά», σημειώνει ο
Τσατσάνης. Το ακριβό εστιατόριο του Κολωνακίου που γέμισε από ξένους δεν λέει τίποτα
για το μπαρ των γειτονιών της Αθήνας, που έμεινε άδειο.
Οι τρεις τηλεοπτικές βραδιές της Eurovision και το Final Four της Euroleague στο κλειστό του ΟΑΚΑ έπαιξαν κι αυτά τον ρόλο τους, κρατώντας τον κόσμο σπίτι ή συγκεντρώνοντάς τον στο κέντρο. Παραμένουν όμως υποσημείωση. Η ουσία είναι ότι σε μια Αθήνα με περισσότερα μαγαζιά, υψηλότερα κόστη, έναν καταναλωτή που μετράει το πορτοφόλι του και έναν τουρισμό που δεν φτάνει παντού, το περιθώριο για λάθος έχει στενέψει επικίνδυνα. Η βροχή απλώς το έκανε ορατό. Κι ο Ιούνιος δεν προμηνύεται ευκολότερος.
Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image