Λίγες απλές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο μιλάμε στα παιδιά μπορούν να περιορίσουν τις εντάσεις και να κάνουν την καθημερινότητα πιο εύκολη.

«Τι θέλεις να φας;», «Μπορείς να βάλεις τα παπούτσια σου;», «Γιατί το έκανες αυτό;», «Πόσες φορές πρέπει να σου το πω;». Οι γονείς κάνουν δεκάδες ερωτήσεις στα παιδιά τους μέσα στην ημέρα. Με αυτόν τον τρόπο θέλουν να δείξουν ότι σέβονται τη γνώμη τους, ότι προτιμούν την ενεργό συμμετοχή τους και ότι τα ακούν πραγματικά. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι έτσι αποφεύγουν τα λάθη των δικών τους γονιών που ακολουθούσαν διαφορετικό και πιο αυστηρό τρόπο επικοινωνίας. Πράγματι, οι ερωτήσεις στα παιδιά είναι απαραίτητες καθώς αποτελούν εργαλείο για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και του λόγου. Με αυτόν τον τρόπο, χτίζουν το λεξιλόγιό τους, μαθαίνουν νέες λέξεις, επιλύουν προβλήματα, εκπαιδεύονται στο διάλογο, δείχνουν ενδιαφέρον και νιώθουν σημαντικά.

O χρυσός κανόνας για καλύτερη συνεργασία με τα παιδιά
Σύντομες φράσεις όπως «Ήρθε η ώρα για ύπνο» είναι αποτελεσματικές. Photo: Pexels

Ωστόσο, δεν είναι λίγοι όσοι ειδικοί εκτιμούν ότι οι γονείς συχνά θέτουν περισσότερες ερωτήσεις από όσες πραγματικά χρειάζονται και επισημαίνουν πως η επικοινωνία για να είναι αποτελεσματική και να περιορίσει τις εντάσεις πρέπει να είναι σαφής. Η ειδικός στην ανάπτυξη παιδιών, εκπαιδευτικός και συγγραφέας, Σίγκι Κόεν, μιλώντας στο δίκτυο CNBC εξήγησε ότι υπάρχει ένας βασικός κανόνας που πρέπει να ακολουθούν οι οικογένειες: να λέμε αυτό που πραγματικά εννοούμε.

Όταν οι ερωτήσεις κρύβουν επίπληξη
Υπάρχουν ερωτήσεις στις οποίες το παιδί δε μπορεί να δώσει απάντηση. Για παράδειγμα η ερώτηση: «Γιατί πρέπει να σου το λέω 10 φορές;» δεν είναι, στην πραγματικότητα, μια προσπάθεια να μάθει ο γονιός γιατί το παιδί δεν φόρεσε ακόμη τα παπούτσια του. Με αυτή την ερώτηση εκφράζει την αγανάκτησή του και τον εκνευρισμό του που το παιδί του δεν τον έχει ακούσει. Για το παιδί, όμως, μια τέτοια διατύπωση μπορεί να το κάνει να νιώσει άσχημα, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Η Κόεν προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση. Αντί για «Γιατί πρέπει να σου το λέω συνέχεια;», ο γονιός μπορεί να πει: «Σου το έχω επαναλάβει πολλές φορές. Ξέρω ότι αυτό είναι εκνευριστικό και για τους δυο μας. Τώρα είναι ώρα να βάλουμε τα παπούτσια μας και να φύγουμε». Το ίδιο ισχύει και όταν ο γονιός λέει «Γιατί το κάνεις πάντα αυτό;». Αντί να βάλει το παιδί σε θέση άμυνας, μπορεί να περιγράψει αυτό που βλέπει: «Παρατηρώ ότι αυτό έχει γίνει ένα μοτίβο. Είναι κάτι που θα δουλέψουμε μαζί». Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο. Η πρώτη φράση προκαλεί ένταση, ενώ η δεύτερη δημιουργεί το έδαφος για συνεργασία και για την αναζήτηση μιας λύσης.

O χρυσός κανόνας για καλύτερη συνεργασία με τα παιδιά
Δεν πρέπει να ρωτάμε τα παιδιά γιατί δεν έχουν μαζέψει τα παιχνίδια τους, αλλά να δίνουμε μια ξεκάθαρη οδηγία. Photo: Pexels

Να λες αυτό που εννοείς
Η ειδικός παροτρύνει τον γονιό πριν αντιδράσει, να θέσει στον εαυτό του ένα απλό ερώτημα: «Τι προσπαθώ πραγματικά να πω;». Και μετά να πει ξεκάθαρα αυτό που επιθυμεί. Αν, για παράδειγμα, ένα παιδί χτυπήσει τον αδερφό του, αντί να πει «Γιατί τον χτύπησες;», ο γονιός μπορεί να πει: «Δεν επιτρέπεται να χτυπάς τον αδελφό σου. Ακόμη κι όταν είσαι θυμωμένος, δεν χτυπάμε. Πώς μπορείς να του δείξεις διαφορετικά ότι είσαι θυμωμένος;». Όταν το δωμάτιο είναι ακατάστατο αντί να ρωτήσει γιατί συμβαίνει αυτό, μπορεί να πει: «Βλέπω πολλά πράγματα που δεν είναι στη θέση τους. Ας τα μαζέψουμε μαζί». Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί δεν ακούει ερωτήσεις, αλλά ξεκάθαρα το όριο που ο γονιός θέτει, αλλά ταυτόχρονα συμμετέχει ώστε να βρεθεί λύση.

Όταν το «μπορείς;» προκαλεί σύγχυση
Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί και άλλες στιγμές μέσα στην ημέρα. «Μπορείς να βάλεις τα παπούτσια σου;», πόσες φορές δεν έχουμε κάνει αυτή την ερώτηση στα παιδιά μας την ώρα που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε από το σπίτι; Κι όμως, παρότι ακούγεται ευγενική, η φράση αυτή δεν αποτυπώνει την πραγματική επιθυμία του γονιού. Δεν πρόκειται για επιλογή που έχει το παιδί. Πρέπει να φορέσει τα παπούτσια του και δεν τίθεται θέμα διαπραγμάτευσης. Η μορφή, λοιπόν, της ερώτησης μπορεί να μπερδέψει το παιδία και του δίνεται το περιθώριο να απαντήσει «όχι». Και κάπως έτσι, μια απλή οδηγία μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγμάτευση. Η ειδικός προτείνει σύντομες και ήρεμες φράσεις, όπως «Παπούτσια, παρακαλώ. Φεύγουμε», «Το φαγητό είναι έτοιμο. Πλύνε τα χέρια σου, παρακαλώ», «Ήρθε η ώρα για ύπνο». Δεν πρόκειται για πιο αυστηρή συμπεριφορά. Πρόκειται για πιο καθαρή επικοινωνία. Όταν το παιδί καταλάβει τι ακριβώς περιμένουμε από εκείνο, μπορεί να νιώσει περισσότερο ασφαλής και να συνεργαστεί ευκολότερα.

Οι ερωτήσεις είναι πολύτιμες όταν υπάρχει επιλογή
Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να σταματήσουν να κάνουν ερωτήσεις. Αντιθέτως, οι ερωτήσεις μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να σκεφτούν, να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, να βρουν λύσεις και να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Το ζητούμενο είναι να χρησιμοποιούνται όταν πραγματικά χρειάζεται. Όταν το παιδί πρέπει και μπορεί να αποφασίσει.

Εξωτερική φωτογραφία: Pexels