Οι εμμονές, οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, ο φόβος, οι ανεπιθύμητες σκέψεις και το στίγμα γύρω από την ψυχική διαταραχή που ανιχνεύεται στο 2-3% του πληθυσμού παγκοσμίως.

Σας έχει τύχει να συναναστραφείτε κάποιον που επιστρέφει στο σπίτι ή στο αυτοκίνητο για να ελέγξει αν κλείδωσε, ή που ανησυχεί μήπως δεν έσβησε τον θερμοσίφωνα; Έχετε γνωρίσει κάποιον που φοβάται τα μικρόβια και, για να αποφύγει τις ασθένειες, πλένει υπερβολικά συχνά τα χέρια του, ακόμη και σε σημείο να τα τραυματίζει; Μήπως το ίδιο άτομο νιώθει έντονη δυσφορία όταν αντικείμενα, όπως βιβλία ή κορνίζες, δεν είναι συμμετρικά ή ευθυγραμμισμένα; Μετρά τα βήματά του, τα πλακάκια ή τους πίνακες στον τοίχο; Επαναλαμβάνει κινήσεις ή φράσεις για να αποτρέψει κάτι κακό; Αναλύει ξανά και ξανά γεγονότα του παρελθόντος, προσπαθώντας να βεβαιωθεί ότι δεν έχει κάνει λάθος ή ότι δεν έχει απογοητεύσει κάποιον; Όλα τα παραπάνω μπορεί να αποτελούν ενδείξεις ότι ένα άτομο βιώνει ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD).

OCD: Οι ενδείξεις της διαταραχής που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους
H εξουθενωτική ψυχική διαταραχή επηρεάζει το 2-3% του πληθυσμού παγκοσμίως -περίπου 1 στους 40 ενήλικες και τουλάχιστον 1 στα 100 παιδιά. Photo: Getty Images/Ideal Image

Δεν είναι ταινία, αλλά δύσκολη πραγματικότητα
Ο φόβος για τις αρρώστιες, ο έλεγχος για απενεργοποιημένες συσκευές, η τάξη, η αδυναμία απόρριψης αντικειμένων από φόβο μη χαθεί κάτι σημαντικό, η επανάληψη και εκτέλεση ενεργειών σε συγκεκριμένο αριθμό, οι ανεπιθύμητες σκέψεις μπορεί να συνδέονται με τη χρόνια και, συχνά εξουθενωτική, ψυχική διαταραχή που επηρεάζει το 2-3% του πληθυσμού παγκοσμίως (περίπου 1 στους 40 ενήλικες και τουλάχιστον 1 στα 100 παιδιά).
Δεν είναι λίγες οι φορές που τέτοιες συμπεριφορές αντιμετωπίζονται επιφανειακά, ως ιδιορρυθμία και συχνά αποτυπώνονται στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ως κωμικά στοιχεία ενός χαρακτήρα. Αρκεί να σκεφτεί κανείς το συμπαθή Άντριαν Μονκ από την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά «Ντετέκτιβ Μονκ», τον ευφυή Σέλντον Κούπερ από το πολυβραβευμένο «The Big Bang Theory» ή τον Μέλβιν Γιούνταλ, ρόλος που χάρισε το Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου στον Τζακ Νίκολσον.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια σοβαρή διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει βαθιά την καθημερινότητα των ανθρώπων, εγκλωβίζοντάς τους σε έναν κύκλο επίμονων σκέψεων και επαναλαμβανόμενων συμπεριφορών. Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην κατανόησή της, αναδεικνύοντας τον πολυπαραγοντικό της χαρακτήρα που περιλαμβάνει γενετικούς, νευροβιολογικούς και γνωσιακούς μηχανισμούς. Παρά το γεγονός ότι οι παραδοσιακές θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και η φαρμακευτική αγωγή παραμένουν βασικοί πυλώνες αντιμετώπισης, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών δεν ανταποκρίνεται επαρκώς. Ως αποτέλεσμα, η σύγχρονη έρευνα στρέφεται προς καινοτόμες παρεμβάσεις, όπως οι τεχνικές νευροδιέγερσης, οι νέες φαρμακολογικές στρατηγικές και η εξατομικευμένη ψυχιατρική, επιδιώκοντας πιο αποτελεσματικές και στοχευμένες θεραπείες.

Στα γονίδια κρύβεται η αλήθεια
Επιστήμονες διαπίστωσαν ότι το OCD συνδέεται με συγκεκριμένες λειτουργίες του εγκεφάλου, καθώς και με γενετική προδιάθεση. Η ανακάλυψη δεκάδων γονιδίων που σχετίζονται με τη διαταραχή ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για μια σύνθετη βιολογική κατάσταση και όχι για μια συνήθεια που μπορεί εύκολα να αλλάξει. Αναλυτικότερα, ερευνητές από το QIMR Berghofer του Κουίνσλαντ, στην Αυστραλία, ανίχνευσαν για πρώτη φορά τα γονίδια που συνδέονται με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, αφού εντόπισαν 30 περιοχές στο ανθρώπινο γονιδίωμα που σχετίζονται με αυτή.

OCD: Οι ενδείξεις της διαταραχής που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους
Το ψυχαναγκαστικό πλύσιμο των χεριών είναι ένα από τα πιο κοινά συμπτώματα της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής (OCD). Photo: 123RF

Η διεθνής έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature Genetics και μελέτησε πάνω από 50.000 ανθρώπους με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και 2 εκατ. χωρίς διάγνωση, ανακάλυψε περίπου 250 γονίδια που συνδέονται με το OCD. Η διαπίστωση αυτή ενισχύει την ιδέα ότι η διαταραχή έχει ισχυρό βιολογικό υπόβαθρο και ανοίγει τον δρόμο για εξατομικευμένες θεραπείες. Η κλινική ψυχολόγος και ειδικός στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, Δρ. Έμιλι Ο’Λίρι, αναφέρει σε δημοσίευση του αυστραλιανού ινστιτούτου, ότι παρότι η διαταραχή αυτή είναι συχνή όσο ο διαβήτης, μπορεί να έχει «απίστευτα μεγάλο αντίκτυπο, σε σημείο που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την κατατάσσει ως μία από τις 10 πιο συχνές παθήσεις στον κόσμο. Δεν επηρεάζει μόνο το άτομο, αλλά και την οικογένειά του». Η ειδικός τόνισε ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από OCD «φοβούνται ότι έχουν κάνει ή θα κάνουν κάτι λάθος και ανησυχούν ότι θα μπορούσαν να βλάψουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα ή τον εαυτό τους. Είναι σαν να είναι παγιδευμένοι στον χειρότερο εφιάλτη τους».

Η θεραπευτική προσέγγιση
Παρά την πρόοδο, οι διαθέσιμες θεραπείες δεν είναι πάντα αποτελεσματικές για όλους, για αυτό οι ειδικοί αναζητούν νέες λύσεις. Ανάμεσα σε αυτές η εγκεφαλική διέγερση, που στοχεύει σε συγκεκριμένα νευρωνικά κυκλώματα, καθώς και πειραματικές φαρμακευτικές προσεγγίσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αμφιλεγόμενες, αλλά φαίνεται να δίνουν ελπίδα σε ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική αντιμετώπιση.

Τα τελευταία χρόνια, η εφαρμογή της εν τω Βάθει Εγκεφαλική Διέγερση (DBS), γνωστή και ως «βηματοδότης του εγκεφάλου», φαίνεται πως αποδίδει σε σοβαρές περιπτώσεις OCD που επηρεάζουν δραματικά την ποιότητα ζωής. Χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση της νευρωνικής δραστηριότητας σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, στέλνοντας ερεθίσματα που βοηθούν στην αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας των νευρωνικών κυκλωμάτων. Περίπου τα 2/3 από τους ανθρώπους που δεν ανταποκρίνονται στις «κλασικές» θεραπείες, εμφανίζουν σημαντική βελτίωση με τη μέθοδο αυτή.

Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Mental Health δείχνει ότι η μη επεμβατική, ανώδυνη διακρανιακή ηλεκτρική διέγερση (tES), και συγκεκριμένα η διακρανιακή διέγερση με συνεχές ρεύμα (tDCS), είναι μια πολλά υποσχόμενη, ασφαλής και αποτελεσματική μέθοδος για το OCD. H έρευνα δείχνει ότι το πρωτόκολλο διέγερσης μεγαλύτερης διάρκειας, ιδίως σε συνεδρίες δύο φορές την ημέρα, που στοχεύει τον έσω προμετωπιαίο και μετωποπολικό φλοιό είναι ασφαλές και έχουν μεγαλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα. Βέβαια, παρά τα θετικά αποτελέσματα οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες για τη βελτίωση των εξατομικευμένων πρωτοκόλλων.

Το OCD αντιμετωπίζεται παραδοσιακά με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SRIs), ωστόσο ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών (40–60%) δεν ανταποκρίνεται πλήρως. Οι νέες προσεγγίσεις εστιάζουν πέρα από τη σεροτονίνη, με κύριο άξονα τη γλουταμινεργική οδό, η οποία φαίνεται να εμπλέκεται στη δυσλειτουργία νευρωνικών κυκλωμάτων. Ανάμεσα στους παράγοντες που φαίνεται να ρυθμίζουν το γλουταμινικό και να βελτιώνουν τα συμπτώματα είναι η N-ακετυλοκυστεΐνη (NAC), ιδίως όταν προστίθεται σε υπάρχουσα φαρμακευτική αγωγή. Παράλληλα, και άλλες ουσίες μελετώνται ως συμπληρωματικές θεραπείες, όπως η μεμαντίνη, η ριλουζόλη και η λαμοτριγίνη. Επισημαίνεται ότι δε θεωρούνται θεραπείες πρώτης γραμμής, ενώ ορισμένα πειραματικά σκευάσματα έχουν αποσυρθεί έπειτα από ανεπιτυχείς δοκιμές, αναδεικνύοντας τη σημασία της συνεχούς έρευνας.

Παρά τις εξελίξεις, ένα σοβαρό πρόβλημα παραμένει: το στίγμα. Πολλοί άνθρωποι διστάζουν να ζητήσουν βοήθεια, είτε γιατί δε γνωρίζουν ότι πάσχουν από τη διαταραχή, είτε γιατί φοβούνται την κοινωνική απόρριψη, με τους επιστήμονες να επισημαίνουν ότι η ενημέρωση του κοινού είναι εξίσου σημαντική με την επιστημονική πρόοδο.

Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image