Ιστορικό βάθος αμέτρητων αιώνων έχει η σχέση της Ελλάδας με το κρασί, με την αφετηρία της αμπελοκαλλιέργειας να τοποθετείται στη νεολιθική περίοδο. Αργότερα, στα πιο «φωτισμένα» χρόνια της Αρχαιότητας και ειδικά περί τον 13ο αιώνα π.Χ. γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Ήταν, με άλλα λόγια, και σε αυτό ένας τόπος ευλογημένος λόγω κλίματος και εδαφολογικιών συνθηκών.
Η οινοποιεία στην Ελλάδα πέρασε διάφορες φάσεις, από την παραδοσιακή, με εμπειρικά μέσα, και βέβαια με χύμα διακίνηση, μέχρι τις πρώτες καθοριστικές προσπάθειες εμφιάλωσης, την επιστημονική επίβλεψη, την εισαγωγή ξένων ποικιλιών που ευδοκίμησαν στα ελληνικά εδάφη, αλλά και την «ανακάλυψη» των ελληνικών γηγενών ποικιλιών που έδωσαν, στα σωστά χέρια, μια σειρά από σπουδαία κρασιά και ετικέτες ΠΟΠ.
Η μετάβαση από το βαρέλι ή τον ασκό στη φιάλη αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα για την ποιοτική και εμπορική μετεξέλιξη των ελληνικών οίνων.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, πάντως, όταν γεύεσαι ένα καλό ελληνικό κρασί γίνεσαι κοινωνός αυτής της τεράστιας ιστορικής διαδρομής, που έχει αφήσει πίσω της μια ανυπολόγιστης αξίας «κληρονομιά», αλλά και πολλά συντρίμμια.
Achaia Clauss, Καμπάς, Μπουτάρης, Τσάνταλης, Κουρτάκης, Μαλαματίνας, βρίσκονται ανάμεσα στα «βαριά ονόματα» που έπαιξαν καίριο ρόλο για την εμφιάλωση και το πέρασμα του ελληνικού κρασιού στην επόμενη μέρα. Οι συνθήκες όμως επεφύλασσαν για αυτές τις πρωτοπόρες εταιρείες σκληρή μοίρα. Καθεμιά για διαφορετικούς λόγους υπέστη κλυδωνισμούς, πτωχεύσεις, πλειστηριασμούς, αλλά, έστω και αν στην πορεία άλλαξαν μέχρι και ιδιοκτήτες, παρέμειναν ζωντανές…
Achaia Clauss: Η πρώτη των πρώτων
Η Achaia Clauss, η ιστορική αχαϊκή οινοποιία, επάξια διεκδικεί τον τίτλο της «πρώτης των πρώτων», με ρίζες από το 1861, συμπληρώνοντας φέτος 165 χρόνια παρουσίας.
Αυτό το παλαιότερο ελληνικό οινοποιείο με το ξενικό όνομα οφείλει την ύπαρξή του σε έναν μποέμ Γερμανό, τον Γουσταύο Κλάους, που έφτασε στην Πάτρα το 1852 ως Διευθυντής του Τμήματος Εξαγωγών Σταφίδας της γερμανικής εταιρείας Fels & Co. Το ανήσυχο πνεύμα του και το επιχειρηματικό του δαιμόνιο σίγουρα δεν χωρούσαν στα στενά πλαίσια μιας εταιρείας που δεν ήταν δική του… Έτσι, το 1859 προχώρησε στην αγορά οικοπέδου 82 στρεμμάτων στην περιοχή του Ριγανόκαμπου, όπου έπεσε η «σπορά» για τη γέννηση μιας οινοποιίας με τεράστια προσφορά στην πορεία ανάδειξης του ελληνικού κρασιού.
Το 1861 ξεκίνησε και επίσημα η λειτουργία του οινοποιείου με τα μεθυστικά αρώματα των σταφυλιών της αχαϊκής γης να δένουν για πάντα τον Κλάους με το δημιούργημά του. Δεν ήταν, όμως, στο χαρακτήρα του να αρκεστεί σε όσα ήταν γνωστά μέχρι τότε. Ήθελε να ανοίξει νέους δρόμους. Αγόρασε κι άλλη γη, στέγασε την επιχείρησή του σε ένα οικιστικό συγκρότημα με καθεδρικούς πύργους, συνεργάστηκε με οινοποιούς από το εξωτερικό, ενώ το 1872 προχώρησε στη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας «Αχαΐα».

Μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 1873, παράγει την πρώτη σοδειά της γλυκιάς διάσημης Μαυροδάφνης, που κατά τον θρύλο την ονόμασε έτσι προς τιμήν της αρραβωνιαστικιάς του Δάφνης, μιας μελαχρινής όμορφης Ελληνίδας με μαύρα μάτια, η οποία πέθανε σε νεαρή ηλικία.
Την ίδια περίοδο ο Κλάους προχώρησε σε πειραματική εμφιάλωση της Μαυροδάφνης, κάτι που «μισο-άνοιξε» την πόρτα μιας νέας εποχής. Ωστόσο, η πρώτη επίσημη εμπορική εμφιάλωση έγινε από τον ίδιο αρκετά χρόνια αργότερα.
Η Μαυροδάφνη υπήρξε το «διαβατήριο» για την καθιέρωση της εταιρείας τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, αφού με το πορφυρό χρώμα της και τη μοναδική της γεύση κατέκτησε τις αγορές της Γερμανίας, της Αγγλίας και άλλων χωρών.

Η εμφιάλωση-σταθμός
Το 1880 ήρθε η ώρα τα βαρέλια του Κλάους να γεμίσουν με ένα ακόμη εμβληματικό κρασί που κυκλοφόρησε αρχικά ως λευκό και αργότερα ως ερυθρό και ροζέ. Το όνομα του το πήρε από ένα μικρό χωριό κοντά στα Καλάβρυτα και ήταν η περίφημη «Δεμέστιχα».
Το 1899 το λευκό Demestica, έγινε το πρώτο ελληνικό κρασί που μπήκε σε μπουκάλι, σηματοδοτώντας την αρχή του εμφιαλωμένου κρασιού στην χώρα μας. Το εν λόγω κρασί γνωρίζει τεράστια εμπορική επιτυχία, με κυριαρχία στο εσωτερικό, όπου οι Έλληνες, αρχικά της υψηλής κοινωνίας, έσπευδαν να γνωρίσουν το «καινούργιο» και από το χύμα των καπηλειών να περάσουν στο εκλεπτυσμένο μπουκάλι, αλλά και με μεγάλες εξαγωγές από την Αγγλία έως τη μακρινή Ινδία.4

Το… success story του «Δεμέστιχα» διατηρήθηκε εδώ μέχρι και τη δεκαετία του 1970, όταν πλέον είχε σοβαρό ανταγωνισμό από άλλα εμβληματικά εμφιαλωμένα ελληνικά κρασιά. Το βέβαιο είναι ότι αποτέλεσε ένα κρασί ταυτισμένο με τη νέα εποχή της εγχώριας οινοποιίας.
Ο Κλάους έζησε την επιτυχία για λίγα ακόμη χρόνια, ενώ το 1908, σε ηλικία 83 ετών, φεύγει από τη ζωή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής του από το Μόναχο στην Πάτρα, καθώς το πλοίο έμπαινε στο λιμάνι της Κέρκυρας.
Το δημιούργημά του, ωστόσο, έστω κι αν στην μακρά διαδρομή του άλλαξε χέρια, παρέμεινε ζωντανό και πρωτοπόρο. Έτσι, το 1911, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της παραγωγικής διαδικασίας, τοποθετήθηκε η πρώτη ατμομηχανή, αντικαθιστώντας τη χειροκίνητη λειτουργία των θραυστήρων σταφυλιών και έναν χρόνο μετά, το 1912, μπήκε ένας ολοκληρωμένος κινητήρας εξωτερικής καύσης και νέοι θραυστήρες σταφυλιών.
Σε άλλα χέρια
Το οινοποιείο παρέμενε ουσιαστικά «ορφανό», με ό,τι σήμαινε αυτό και για την οικονομική του κατάσταση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν γερμανικών συμφερόντων σε μια περίοδο σκοτεινή από τα σύννεφα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Έναν χρόνο μετά τη λήξη του, λοιπόν, το 1919 το Ελληνικό Δημόσιο βγάζει σε διεθνή δημοπρασία τις μετοχές και αυτές αγοράζονται από τον Πατρινό σταφιδοπώλη Βλάση Αντωνόπουλο.
Σηματοδοτώντας το πέρασμα της εταιρείας σε ελληνικά χέρια. Η οικογένεια Αντωνόπουλου διοίκησε την Achaia Clauss για τρεις γενιές και ήδη από το 1930 που ανέλαβε τη διαχείριση ο Ντίνος Αντωνόπουλος, μπήκαν οι βάσεις για την επόμενη επιτυχία. Που ήρθε το 1934 με την πρώτη εμφιάλωση του κρασιού Santa Helena. Ακολούθησε μια περίοδος εντυπωσιακής ανάπτυξης, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1950, όταν η ετήσια παραγωγή έφτανε το 1 εκατ. φιάλες, διατηρώντας ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό.
Το 1955 ο θάνατος του Βλάση Αντωνόπουλου υπήρξε σοβαρό πλήγμα, αλλά οι διάδοχοί του κράτησαν το τιμόνι με ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Η σταδιακή πτώση
Τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν, μαζί και το ελληνικό κρασί όπου εμφανίστηκαν νέοι παραγωγοί με τις δικές τους προτάσεις, μεταξύ των οποίων και η καλλιέργεια ξένων ποικιλιών. Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ξεκίνησε το «αρνητικό φεγγάρι» για την Achaia Clauss, η οποία τα επόμενα χρόνια έπεσε στη δίνη σοβαρών οικονομικών προβλημάτων.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, βασικός μέτοχος του οινοποιείου γίνεται ο Νικόλαος Καραπάνος, και στη συνέχεια η οινοποιητική δραστηριότητα και η διαχείριση της ακίνητης περιουσίας πέρασαν σε δύο διαφορετικές εταιρικές οντότητες, την Αχαια Clauss 1861 Α.Ε. και την Αχαια Clauss Estate Α.Ε., ενώ σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο επίσημο «βιογραφικό» της εταιρείας, το 2008 έγινε μεταφορά της παραγωγής όλων των εμπορικών κωδικών της Achaia Clauss, εκτός από την Μαυροδάφνη, στη Γερμανία.
Το 2017 ιδρύθηκε από τον Ν. Καραπάνο το οινοποιείο «Castro Clauss», με στόχο την παραγωγή ξηρών μονοποικιλιακών κρασιών από τις ποικιλίες Μαυροδάφνη και Syrah χωρίς τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Αχαια Clauss Estate πέρασε στον έλεγχο της Τράπεζας Πειραιώς και από τον Νοέμβριο του 2023 εισφέρθηκε στη Strix Holdings II L.P.
Ακόμη, το 2025 έγινε η επιστροφή της παραγωγικής δραστηριότητας της Achaia Clauss στην Ελλάδα.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, δηλαδή πριν περίπου έναν μήνα, πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στους χώρους του οινοποιητικού συγκροτήματος στην περιοχή του Πετρωτού της Πάτρας, κατέστρεψε ολοσχερώς ένα διώροφο πέτρινο κτήριο, αλλά δεν επεκτάθηκε σε άλλες εγκαταστάσεις. Έτσι, το πολύτιμο ιστορικό αρχείο και το Αυτοκρατορικό Κελάρι με τις παλαιές σοδειές παρέμειναν άθικτα. Το πλήγμα ήταν σοβαρό, αλλά τουλάχιστον περιορισμένο.

Η πυρκαγιά στις εγκαταστάσεις της Achaia Clauss
Έτσι, το πολύτιμο ιστορικό αρχείο και το Αυτοκρατορικό Κελάρι με τις παλαιές σοδειές παρέμειναν άθικτα. Το πλήγμα ήταν σοβαρό, αλλά τουλάχιστον περιορισμένο…
Η «Καμπάς»
Ένας δεύτερος βασικός πυλώνας για την ανάδειξη του ελληνικού κρασιού υπήρξε η «Καμπάς». Με την αφετηρία στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι αδελφοί Ανδρέας και Αλέξανδρος Καμπάς, έμπειροι επιχειρηματίες της εποχής, που εκτός των άλλων, διατηρούσαν και στάβλους στην… οδό Ξενοφώντος, στο κέντρο της Αθήνας, μίσθωσαν δημόσιες εκτάσεις στα Μεσόγεια και τη Λαυρεωτική, αναπτύσσοντας αγροτική δραστηριότητα. Ανάμεσα σε αυτές τις εκτάσεις, που ως επί το πλείστον χρησιμοποιούνταν ως βοσκοτόπια, ξεχώρισαν ένα κομμάτι στη θέση της Παλαιοπαναγιάς. Εκεί υπήρχαν ήδη αμπέλια και μάλιστα ιδιαίτερα παραγωγικά.
Ο Ανδρέας Καμπάς, που ήταν και το «μυαλό» της οικογένειας έκανε ειδικές μελέτες διαπιστώνοντας ότι το έδαφος της περιοχής ήταν ιδανικό για καλλιέργεια αμπελιού. Για να αλλάξει όμως τη χρήση της γης έπρεπε να την αγοράσει.

Ο Ανδρέας Καμπάς
Έτσι, τον Μάρτιο του 1875 τα δύο αδέλφια αγόρασαν από την Πουλχερία Αργυροπούλου-Κατακουζηνού το Κτήμα Κάντζα 5.000 στρεμμάτων με εκτάσεις στις περιοχές που σήμερα είναι η Κάντζα και τα Γλυκά Νερά, αλλά και στα Σπάτα.
Στη συνέχεια, άρχισαν να φυτεύουν αμπέλια, μεταφέροντας στην Ελλάδα καλλιεργητικές μεθόδους που εφαρμόζονταν τότε στην Ευρώπη και δη στη Γαλλία. Αφού μεσολάβησε ο διαχωρισμός της περιουσίας, ο Ανδρέας Καμπάς δημιούργησε στην Κάντζα ένα οινοποιείο-πρότυπο. Μάλιστα, το 1880, εισήγαγε από το Μπορντώ της Γαλλίας ένα υπερσύγχρονο, για την εποχή, μηχάνημα απόσταξης, ενώ το 1888 έκανε την πρώτη εμφιάλωση του περίφημου «Κονιάκ Καμπά». Την επόμενη χρονιά, το 1889, επιλέγεται ως επίσημος προμηθευτής της Αυτού Μεγαλειότητας του Βασιλέως.
Παράλληλα, παρασκευάζει κρασί με ετικέτες που θα γράψουν ιστορία, όπως το «Cava Cambas», το οποίο, εκτός του ότι αποτέλεσε best seller στην εγχώρια, αλλά και αρκετές ξένες αγορές, ήταν και το πρώτο κρασί παλαίωσης στην Ελλάδα.
Χωρίς αμφιβολία, ο Ανδρέας Καμπάς πιστώνεται το άνοιγμα νέων δρόμων για την ελληνική οινοποιία, αλλά και το χτίσιμο μιας πανίσχυρης, για εκείνη την περίοδο, εταιρείας, που ήδη το 1918 μετετράπη σε Ανώνυμη Εταιρεία και το 1920 έγινε η εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
Η κάμψη
Αυτός ο πρώτος ιστορικός κύκλος έκλεισε το 1924 όταν ο Ανδρέας Καμπάς πέθανε σε ηλικία 73 ετών, αφήνοντας στα χέρια των δύο γιων του, Άγγελου και Παναγιώτη, μια υγιή επιχείρηση με τέσσερις παραγωγικές μονάδες ετήσιας δυναμικότητας 2 εκατ. λίτρων, καθώς και 5.500 στρέμματα στην Κάντζα και στην περιοχή Γιαλού των Σπάτων, όπου σήμερα βρίσκονται τα μεγάλα εκπτωτικά χωριά SmartPark και McArthurGlen.
Οι διάδοχοι του Ανδρέα Καμπά έκαναν τα δικά τους βήματα, με επέκταση στην Αρκαδία όπου αγόρασαν εκτάσεις και έστησαν ένα ακόμη οινοποιείο. Ήταν όμως μια διαφορετική εποχή, με σοβαρές προκλήσεις που οδήγησαν σε πτώση της κερδοφορίας και μετέπειτα ζημιές, αλλά και αύξηση του δανεισμού. Κάπως έτσι, όλο αυτό το οικοδόμημα υποθηκεύεται και το 1936 περνάει στον έλεγχο της Εθνικής Τράπεζας.
Στα χέρια της η εταιρεία παρέμεινε για περισσότερο από μισό αιώνα μέχρι το 1991 που αποφάσισε να βγάλει σε δημοπρασία τα ακίνητα της, και ειδικότερα το κτήμα και το εργοστάσιο στην Κάντζα, το κτήμα στη Γιαλού και κτήματα στην Τρίπολη.
Σε αυτή τη διαδικασία είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνο οινοπαραγωγοί, καθώς στόχος της τράπεζας ήταν η συνέχιση της λειτουργίας της οινοποιητικής μονάδας. Τελικά, μετά από σκληρό ανταγωνισμό με την πλευρά του Δ. Κουρτάκη, επικράτησε «Ι. Μπουτάρης και Υιός Holding Α.Ε.», η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της. Έτσι, η πορεία της «Καμπάς» υπήρξε έκτοτε συνυφασμένη με εκείνη της «Μπουτάρης».
Η «Μπουτάρης» και το πρώτο κόκκινο
Ήταν το 1879, όταν ο Ιωάννης Μπουτάρης έγραφε στη Νάουσα την αφετηρία για τη δική του οινοποιία, με αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία ποιοτικού κόκκινου εμφιαλωμένου κρασιού. Το 1906 χτίζει στην πόλη το πρώτο ιδιόκτητο οινοποιείο και κάβα λιανικής. Στο οινοποιείο αυτό θα παραχθεί και θα εμφιαλωθεί το πρώτο ερυθρό ελληνικό εμφιαλωμένο κρασί, το εμβληματικό «Νάουσσα Μπουτάρη».
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο γιος του Στέλιος Μπουτάρης αναλαμβάνει τα ηνία και ανοίγεται προς μεγάλες αγορές του εξωτερικού, ξεκινώντας από την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Αίγυπτο.
Τη μεταπολεμική περίοδο, επεκτείνει τις δραστηριότητες της οινοποιίας στην Αθήνα και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ εγκαινιάζει το δεύτερο οινοποιείο του επίσης στη Νάουσα. Ο Στέλιος Μπουτάρης, με τα επιτεύγματα και το καινοτόμο πνεύμα του, πέρασε στην ιστορία ως ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης ελληνικής οινοποιίας μαζί με τον Ευάγγελο Τσάνταλη και τον Δημήτρη Κουρτάκη.
Το 1968 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Κωνσταντίνος Μπουτάρης, παραλαμβάνουν τη σκυτάλη της επιχείρησης. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, ο Γιάννης Μπουτάρης φυτεύει 500 στρέμματα Ξινόμαυρου στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Βέρμιο, στο Γιαννακοχώρι, κοντά στην πόλη της Νάουσας, εγκαινιάζοντας τη στροφή της εταιρείας προς την αμπελοκαλλιέργεια. Πρόκειται για τον αμπελώνα που αργότερα θα αποτελέσει τη «γενέθλια κοίτη» του Κτήματος Κυρ-Γιάννη.
Δέκα χρόνια μετά, το 1978, ξεκινά τη λειτουργία του το νέο υπερσύγχρονο οινοποιείο στη Στενήμαχο της Νάουσας, που αποτελεί την καρδιά της παραγωγής, της εμφιάλωσης και της παλαίωσης των κρασιών της «Μπουτάρης».

Τη δεκαετία 1980-1991 η δραστηριότητα της εταιρείας επεκτείνεται στις σημαντικότερες οινοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, στη Γουμένισσα, στη Σαντορίνη, στη Νεμέα και στην Κρήτη, όπου ιδρύονται τα πρώτα οινοποιεία πολύ κοντά στους ιδιόκτητους αμπελώνες. Ακολουθώντας τις παγκόσμιες οινικές εξελίξεις, η οινοποιία πειραματίζεται διαρκώς στην καλλιέργεια ελληνικών και ξένων ποικιλιών.
Την ίδια περίοδο, στην Αττική, ξεκινάει η συνεργασία με την εμβληματική αμπελουργό Ρωξάνη Μάτσα.
Το 1987 η ανάγκη υποστήριξης των νέων επενδυτικών σχεδίων έφερε την εισαγωγή στο Χρηματιστήριο Αθηνών και την ίδρυση του Ομίλου Μπουτάρη (Ι. Μπουτάρης & Υιός Holding A.E.).
Την περίοδο 1991-2004 η οινοποιία Μπουτάρη καινοτομεί ανοίγοντας τις πόρτες των οινοποιείων της στο κοινό, αρχής γενομένης από τη Σαντορίνη, ενώ ακολούθησαν η Νάουσα και η Γουμένισσα.
Παράλληλα, στο σκέλος της «Καμπάς», για ορισμένες από τις εκτάσεις της στην Κάντζα υπήρχε σχέδιο αξιοποίησης με στόχο τη δημιουργία εμπορικού κέντρου ή κατά άλλες πληροφορίες, θεματικού πάρκου με αντικείμενο την Ελληνική Μυθολογία.
Τίποτα από αυτά δεν προχώρησε και σε συνδυασμό με την καθοδική τροχιά της αγοράς κρασιού και τα απαγορευτικού ύψους επιτόκια, οι δύο εταιρείες οδηγήθηκαν γρήγορα στα…σχοινιά.
Το 1997 οι επιχειρηματικοί δρόμοι των αδελφών Μπουτάρη χώρισαν, με τον Κωνσταντίνο να συνεχίζει την οικογενειακή εταιρεία και τον, -εκλιπόντα πλέον-, Γιάννη να δημιουργεί το «Kτήμα Kυρ Γιάννη».
Η κρίση
Την ίδια περίοδο, υπό το βάρος των οικονομικών προβλημάτων, ο όμιλος Μπουτάρη πώλησε τη συμμετοχή του στην εισηγμένη «Α. Καμπάς Α.Ε.» σε όμιλο επενδυτών, διατηρώντας τον οινοποιητικό κλάδο και τα σήματα της. Το πλήγμα από την απώλεια των εμπορικά αξιοποιήσιμων ακινήτων της Κάντζας ήταν μεγάλο οδηγώντας, ωστόσο, στην πρώτη μεγάλη αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων της που έφταναν τότε τα 15 δισ. δραχμές.
Από το 2009, όμως, και με τη χώρα να εισέρχεται στο σκοτεινό τούνελ της οικονομικής κρίσης, τα χρέη πάλι διογκώθηκαν, καθιστώντας αναγκαία μια δεύτερη αναδιάρθρωση. Οι διαπραγματεύσεις με τις τράπεζες κράτησαν καιρό και στα τέλη του 2016 υπογράφτηκε η συμφωνία, βάσει επιχειρηματικού σχεδίου εξυγίανσης, το οποίο κυρώθηκε από το Πρωτοδικείο Ημαθίας τον Μάιο του 2017.
Ακολούθησε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος, με πωλήσεις εταιρικών αλλά και προσωπικών ακινήτων του Κ. Μπουτάρη. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες οι όροι του business plan δεν τηρήθηκαν και από το καλοκαίρι του 2018 οι τράπεζες προχώρησαν σε καταγγελία των δανείων.
Στο διάστημα που μεσολάβησε υπήρξαν διαπραγματεύσεις με τρεις τουλάχιστον υποψήφιους στρατηγικούς επενδυτές, οι οποίες δεν ευοδώθηκαν.
Έτσι, στο επόμενο «επεισόδιο» ήρθε η μακρά εμπλοκή τόσο της ίδιας της εταιρείας όσο και του Κώστα Μπουτάρη με τους πλειστηριασμούς, για αμπελώνες, οινοποιία και προσωπικά ακίνητα.
Όλα αυτά μέχρι το 2022 όταν εισήλθαν στο σκηνικό οι αδελφοί Ηλίας και Θωμάς Γεωργιάδης, που ελέγχουν τον σουηδικό όμιλο Sterner Stenhus Holding, και τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτύξει σημαντική επενδυτική δραστηριότητα στη χώρα μας, τόσο στην αγορά ακινήτων, όσο και στο ελληνικό κρασί μέσω της «Ελληνικά Οινοποιεία Α.Ε.». Η «Μπουτάρης» διασώθηκε με βάση νέο σχέδιο εξυγίανσης με τη συμφωνία των πιστωτών.
Έκτοτε η ιστορική οινοποιία συνεχίζει την πορεία της χωρίς όμως να υπάρχει κανένας… Μπουτάρης ούτε στο μετοχολόγιο, ούτε στη διοίκηση.
Η «Τσάνταλης» από τη δόξα στην πτώχευση
Ένας άλλος πυλώνας της ελληνικής οινοποιητικής δραστηριότητας υπήρξε η «Τσάνταλης».
Η παράδοση της οικογένειας Τσάνταλη ξεκινά από το 1890 όταν άρχισε να καλλιεργεί αμπέλια στην Ανατολική Θράκη, να οινοποιεί σταφύλια και να αποστάζει τσίπουρο και ούζο. Η φήμη του ονόματος Τσάνταλη άρχισε να διαδίδεται από στόμα σε στόμα καθώς έμποροι από παντού έρχονταν για να αγοράσουν το εύγευστο κρασί και το αρωματικό ούζο της οικογένειας.
Ο Ευάγγελoς Τσάνταλης, που γεννήθηκε το 1913, μια από τις πλέον χαρισματικές προσωπικότητες στην ιστορία της ελληνικής οινοποιίας, αν και δεύτερη γενιά της οικογένειας που ασχολήθηκε με την επιχείρηση, ήταν αυτός που ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια, ενέπνευσε το όραμα και τη φιλοσοφία της εταιρείας και του brand “Τσάνταλης”. Έτσι κατάφερε να μετατρέψει τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση σε ένα δυναμικά αναπτυσσόμενο όμιλο, συνώνυμο της καινοτομίας.
Η διορατικότητα και το ένστικτό του οδήγησε στο στήσιμο από την αρχή όλων των υποδομών με έναν εξωστρεφή προσανατολισμό, μια κίνηση πρωτοφανής για την εποχή της δεκαετίας του ’40. Το «άπαν» για τον Ευάγγελο Τσάνταλη ήταν η ποιότητα του αμπελώνα και με αυτό ως γνώμονα, προχώρησε σε τεράστιες επενδύσεις για την αναβίωση αμπελώνων, στήριζε τους αμπελουργούς και τους παρότρυνε στην καλλιέργεια γηγενών ποικιλιών.
Είναι χαρακτηριστική η αναβίωση από το 1969 μέχρι το 1995, μερικών από τους πιο ξεχωριστούς αμπελώνες της Βόρειας Ελλάδας, όπως το Άγιο Όρος, η Χαλκιδική, η Ραψάνη και η Μαρώνεια στη Θράκη.
Μεταξύ αυτών και ο μοναδικός αμπελώνας 700 στρεμμάτων της ρωσικής Μονής του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος που έκανε την «Τσάνταλη» επίσημο προμηθευτή του Κρεμλίνου, ανοίγοντας την πόρτα της μεγάλης ρωσικής αγοράς.
Παράλληλα, ο Ευάγγελος Τσάνταλης ήταν από τους πρωτεργάτες που έβαλαν το εμφιαλωμένο κρασί στο ελληνικό τραπέζι και συνέβαλλε τα μέγιστα για να το κάνει γνωστό σε όλο τον κόσμο, μέχρι το 1996 που έφυγε από τη ζωή.

Είναι χαρακτηριστικό της ισχύος κάποτε της «Τσάνταλης» ότι διέθετε και διαχειριζόταν αμπελώνες 700 στρεμμάτων στο Άγιο Όρος, 800 στρεμμάτων στη Ραψάνη, 580 στρεμμάτων στη Μαρώνεια, 200 στρεμμάτων στη Νάουσα και 145 στρεμμάτων στη Χαλκιδική.
Οι εξαγωγές έφτασαν να γίνονται προς 55 χώρες και αντιπροσώπευαν πάνω από το μισό του ετήσιου τζίρου, αλλά και το 30% περίπου των συνολικών εξαγωγών ελληνικού οίνου.
Μετά, όμως, ήρθαν οι διαδοχικές κρίσεις που οδήγησαν την εταιρεία σε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Έτσι, τα τελευταία χρόνια βρέθηκε αντιμέτωπη με σειρά προκλήσεων, όπως η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, αλλά και οι κυρώσεις προς τη Ρωσία λόγω της εισβολής στην Ουκρανία που έδωσαν τη χαριστική βολή.
Εν μέσω αυτών των δυσμενών συνθηκών για πρώτη φορά στην ιστορία της δεν έκανε τρύγο, προχωρώντας ήδη από τον Ιούλιο του 2023 σε παύση της παραγωγής, ενώ τον Δεκέμβριο του 2025 η εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση.
Το προηγούμενο διάστημα αναζητήθηκε λύση τόσο με τις πιστώτριες τράπεζες, όσο και με την εξεύρεση πιθανού επενδυτή. Στο πλαίσιο αυτό, η «Ελληνικά Οινοποιεία» των αδερφών Γεωργιάδη κατέθεσε προσφορά ύψους 11 εκατ. ευρώ, με προϋπόθεση το γενναίο κούρεμα των οφειλών στην προοπτική ενός σχεδίου εξυγίανσης. Η πρόταση ωστόσο απορρίφθηκε από την πλευρά των τραπεζών, με την «Ελληνικά Οινοποιεία» να περιορίζεται στη μίσθωση προς εκμετάλλευση των αμπελώνων της Τσάνταλης σε Μακεδονία και Θράκη.
Ακολούθησαν οι πλειστηριασμοί για εγκαταστάσεις και εκτάσεις της εταιρείας. Πολλοί πιστεύουν όμως, ότι παραμένει ζωντανή η ελπίδα να λάμψει ξανά το σπουδαίο αυτό όνομα εντός κι εκτός συνόρων.
Οι μεγάλοι της Ρετσίνας
Εκτός από τις ξένες και τις εγχώριες ποικιλίες που καλλιέργησαν οι παραπάνω κυκλοφορώντας αλησμόνητες ετικέτες, είναι και η ρετσίνα που επί δεκαετίες αποτέλεσε πεδίο δόξης λαμπρό…
Πρωτοπόρος στην οργανωμένη παραγωγή ρετσίνας ήταν βέβαια η οινοποιία Κουρτάκης (μετέπειτα «Ελληνικά Κελλάρια Οίνων»), που συνέδεσε το όνομά της με την εμφιάλωσή της, αλλά και την διάδοση της φήμης της σε όλο τον κόσμο.
Τα θεμέλια μπήκαν το 1895 από τον Βασίλειο Κουρτάκη που είχε τη βάση του στο Μαρκόπουλο Μεσογείων. Ήταν εκείνος που 10 χρόνια αργότερα έκανε την πρώτη εμφιάλωση της ομώνυμης ρετσίνας. Όταν η σκυτάλη πέρασε στα χέρια του γιού του Δημήτρη Κουρτάκη, που ήταν ο πρώτος διπλωματούχος Έλληνας οινολόγος με σπουδές στη Γαλλία, μπήκε μπροστά η βιομηχανική παραγωγή και η οργανωμένη εμφιάλωση.
Είναι γεγονός ότι η Κουρτάκης έβαλε τη ρετσίνα της σε κάθε ελληνικό σπίτι, ενώ στη δεκαετία του ’70 έφτασε σε ρεκόρ πωλήσεων, με 60 εκατ. φιάλες, κάτι που την κατέστησε τότε μία από τις μεγαλύτερες οινοποιίες στην Ευρώπη σε όγκο παραγωγής.

Κάποτε βέβαια άρχισε η κάμψη στις επιδόσεις της ρετσίνας, με την «Ελληνικά Κελλάρια Οίνων» να διευρύνει το προϊοντικό χαρτοφυλάκιό της και να γράφει νέες σελίδες επιτυχίας στα χέρια του Βασίλη Κουρτάκη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2021. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ο ανταγωνισμός εντάθηκε και η εταιρεία γύρισε σε ζημιογόνα τροχιά. Αυτό οδήγησε τον διάδοχο Δημήτρη Κουρτάκη στην αναζήτηση αγοραστή. Έτσι, στις αρχές του 2025 η υπεραιωνόβια «Ελληνικά Κελλάρια Οίνων» έφυγε από τα χέρια της οικογένειας Κουρτάκη και εξαγοράστηκε από τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή της, την Cavino των αδελφών Αναστασίου.

Εξίσου μακρά, αλλά πολύ πιο περιπετειώδης είναι και η ιστορία της Οινοποιίας Μαλαματίνα που ξεκίνησε από την ομώνυμη οικογένεια το 1895 και στην πορεία καθιερώθηκε με τη ρετσίνα της.
Η αφετηρία της βρίσκεται στην Τένεδο του 19ου αιώνα, όπου ο Ευστράτιος Μαλαματίνας ήδη από το 1860 αποφάσισε να ασχοληθεί με την οινοποίηση της ποικιλίας «Τσαούσια», σταφύλια γνωστά για την ποιότητα και το άρωμά τους, τα οποία παρήγαγε στα αμπέλια του. Συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, ο γιος του, Κωνσταντίνος, δαιμόνιος έμπορος, εντατικοποιεί την παραγωγή και το 1895 ιδρύει το πρώτο οινοποιείο στην Αλεξανδρούπολη, με το όνομα «Η Τένεδος». Εκεί όπου εγκαινιάζει την παραγωγή του οίνου «ρετσίνα», ενώ με το καράβι του «Μερσίνη», διακινεί το πολύτιμο προϊόν στα κυριότερα λιμάνια της Βόρειας Ελλάδας.
Με την Καταστροφή του 1922 και τη «Συνθήκη της Λωζάνης» η οικογένεια χάνει τη γη της στην Τένεδο και ο Κωνσταντίνος Μαλαματίνας μεταφέρει πλέον τη δραστηριότητά του στην Ελλάδα, αναζητώντας σταφύλια τοπικής παραγωγής για την περίφημη ρετσίνα του.
Στην Αυλίδα, το 1934 ιδρύει νέα οινοποιητική μονάδα, -πάντα με την επωνυμία «Η Τένεδος»-, αξιοποιώντας την τοπική παραγωγή σταφυλιών ποικιλίας «Σαββατιανού». Το οινοποιείο καταφέρνει να μείνει όρθιο στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και μετά η σκυτάλη περνάει σιγά σιγά στην επόμενη γενιά με τον Ευάγγελο (Βάκη) Μαλαματίνα να παίζει καθοριστικό ρόλο στη γιγάντωση της εταιρείας, θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο του να βελτιώσει και να σταθεροποιήσει την ποιότητα και το άρωμα της ρετσίνας. Έτσι, το 1957 εμφιαλώνει τη ρετσίνα Μαλαματίνα για πρώτη φορά, στο μπουκάλι τύπου «φούσκα» ώστε να μπορέσει να ταξιδέψει αλώβητη μέχρι το πιο απόμακρο καφενείο. Κάτι βεβαίως που την κάνει γνωστή σε όλη την Ελλάδα, εκτοξεύοντας τις πωλήσεις.

Από τη δεκαετία του 1980, εισέρχεται στην επιχείρηση η τέταρτη γενιά της οικογένειας με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Μαλαματίνα. Ακολουθώντας μια διαφορετική στρατηγική επεκτείνει τα οινοποιεία στον Φάρο και στη Ριτσώνα Αυλίδας και στήνει ένα από τα πιο εξελιγμένα οινοποιεία της Ευρώπης στην Ασωπία Βοιωτίας. Παράλληλα, εκσυγχρονίζεται και αυξάνεται η δυναμικότητα του εμφιαλωτηρίου στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης.
Ωστόσο, ο οικογενειακός εμφύλιος ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Μαλαματίνα και την πρώην σύζυγό του Κατερίνα, που συνοδεύτηκε και από άστοχες επιχειρηματικές κινήσεις, επέδρασε καταλυτικά ώστε η κάποτε κραταιά επιχείρηση να οδηγηθεί ένα βήμα πριν από τον γκρεμό και αρκετά ακριβά ακίνητα (στη Μύκονο και αλλού) να βγουν στο σφυρί.
Από το 2019 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με τις πιστώτριες τράπεζες για την υπογραφή σχεδίου αναδιάρθρωσης του δανεισμού της, που έφτανε στα 43,8 εκατ. ευρώ.
Ακολούθησαν η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης και το κούρεμα των υπέρογκων χρεών ώστε να βρεθεί στρατηγικός επενδυτής. Στο πλαίσιο αυτό, έπειτα από διαγωνιστική διαδικασία η Οινοποιία Μαλαματίνα διασώθηκε, περνώντας, από τον Μάρτιο του 2022, στον όμιλο Mantis.