Πώς το Greek yogurt μεταμορφώνεται ανάμεσα στη Gen Z, τα viral γλυκίσματα και τη διατροφή στην εποχή του Ozempic.
Μετά τον μεσημεριανό ύπνο, με τα μάγουλα ακόμη ροδαλά και τα μάτια μισάνοιχτα, η γιαγιά ετοιμάζει ένα μπολ με λευκό, στραγγιστό γιαούρτι. Προσθέτει δύο γενναιόδωρες κουταλιές μέλι και μπόλικα ψιλοκομμένα καρύδια. Αρκεί μια κουταλιά από αυτό το δροσερό, απλό και θρεπτικό επιδόρπιο για να προσφέρει τη σωστή δόση γλύκας, ενέργειας και θαλπωρής, μια γεύση που για δεκαετίες δεν έλειπε ποτέ από τα ελληνικά σπίτια.
Σήμερα, όμως, αυτή η εικόνα μοιάζει πιο μακρινή. Το γιαούρτι -άλλοτε τρόφιμο της καθημερινής διατροφής- φαίνεται από τη μια να χάνει έδαφος στις νεότερες γενιές και από την άλλη να επιστρέφει μεταμφιεσμένο σε νέα, πιο «μοντέρνα» και ελκυστικά επιδόρπια, αλλά και να κερδίζει έδαφος ανάμεσα στους καταναλωτές στην εποχή του Ozempic. Το γιαούρτι όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά μεταμορφώνεται.
Γιατί οι νεότεροι απομακρύνονται από το παραδοσιακό γιαούρτι – τι επιλέγουν;
Για τη Γενιά Z, το μπολ της γιαγιάς δεν είναι ανάμνηση, αλλά αφήγηση από άλλη εποχή. Το σκέτο γιαούρτι με μέλι και καρύδια δεν αποτελεί πια καθημερινή συνήθεια, αλλά είναι μια εικόνα που ανήκει στο οικογενειακό παρελθόν. Μια γενιά που μεγάλωσε με πολλές επιλογές αναζητά κάτι περισσότερο, ακόμα και στο φαγητό. Οι καταναλωτικές συνήθειες αλλάζουν για τους γεννημένους την περίοδο 1996-2010. Σύμφωνα με έρευνα της Danone, οι νεότερες γενιές απομακρύνονται από το παραδοσιακό γιαούρτι και στρέφονται σε άλλες μορφές του. Το φαινόμενο αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι έως και 60% των καταναλωτών της Γενιάς Ζ παραλείπουν το πρωινό, γεύμα στο οποίο το γιαούρτι κατείχε παραδοσιακά σημαντική θέση. Δεδομένα του YouGov -οργανισμός έρευνας αγοράς- δείχνουν ότι μόλις το 25% της Gen Z δηλώνει ότι καταναλώνει γιαούρτι στο πρωινό της, σε σύγκριση με τα υψηλότερα ποσοστά σε παλαιότερες γενιές.
Οι νεότεροι επιλέγουν τρόφιμα θρεπτικά, εύχρηστα, που μεταφέρονται εύκολα και δεν απαιτούν ένα κουτάλι και μια θέση σε καρέκλα, όπως το γιαούρτι στο πλαστικό μπολ. Αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που οδηγεί τους νεότερους σε ροφήματα με βάση το γιαούρτι. Καθώς οι εταιρίες παραγωγής πειραματίζονται με νέες γεύσεις, οι προτάσεις με προβιοτικά, βιταμίνες, γκρανόλα, εξωτικά φρούτα, ή δημητριακά, αλλά και προϊόντα φυτικής προέλευσης μπορούν να προσελκύσουν ξανά τους εκπροσώπους της Γενιάς Ζ.
Τα οφέλη για την υγεία
Στο εμπόριο διατίθενται διάφοροι τύποι γιαουρτιού, μεταξύ άλλων, με προβιοτικά, έξτρα πρωτεΐνη, χωρίς λακτόζη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα οφέλη αφορούν στο απλό, μη επεξεργασμένο γιαούρτι και όχι στα επιδόρπια γιαουρτιού με πρόσθετα σάκχαρα. Το στραγγιστό γιαούρτι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά, υψηλής ποιότητας πρωτεΐνες, ασβέστιο, κάλιο και μαγνήσιο. Ενισχύει την υγεία του εντέρου χάρη στα προβιοτικά (ζωντανές καλλιέργειες όπως L. bulgaricus και S. thermophilus), με την τακτική κατανάλωσή του να συνδέεται με τη βελτίωση της πεπτικής λειτουργίας, την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος, τη διατήρηση της οστικής πυκνότητας και τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών παθήσεων και υπέρτασης. Πρόσφατη μελέτη για τον καρκίνο του παχέος εντέρου που δημοσιεύθηκε στο Gut Microbes, έδειξε ότι άνθρωποι που κατανάλωναν τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα γιαούρτι, είχαν 23% χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του παχέος εντέρου.
Το Japanese Cheesecake με τα δύο υλικά που έχει γίνει viral
Αρκεί μια αναζήτηση του όρου «Japanese Cheesecake» για να εμφανιστούν εκατοντάδες χιλιάδες αποτελέσματα σε TikTok, Instagram και YouTube. Influencers από όλο τον κόσμο στήνουν την κάμερα του κινητού τους και καταγράφουν βήμα-βήμα την απλή διαδικασία της προετοιμασίας ενός από τα πιο viral γλυκίσματα της εποχής. Αρκούν δύο συστατικά, δεν απαιτείται η χρήση φούρνου και το αποτέλεσμα είναι χορταστικό και μπορεί να καταναλωθεί είτε για πρωινό είτε για ένα ελαφρύ και γρήγορο επιδόρπιο.
Αλλά τι είναι αυτό το ιαπωνικό τσίζκεϊκ -στην πραγματικότητα δεν έχει πολλά κοινά με το δημοφιλές γλυκό- που τα βίντεο της παρασκευής του συγκεντρώνουν εκατομμύρια θεάσεις; Χρειάζονται μόνο μια συσκευασία στραγγιστού γιαουρτιού και μερικά μπισκότα (χρησιμοποιούνται συχνά τα Biscoff, αλλά υπάρχουν εκδοχές και με άλλου τύπου), τα οποία βυθίζονται στο γιαούρτι. Στη συνέχεια η συσκευασία του γιαουρτιού σκεπάζεται με ένα καπάκι και τοποθετείται στο ψυγείο όλη τη νύχτα. Όσοι το έχουν ετοιμάσει ισχυρίζονται ότι όσο ψύχεται, τα μπισκότα και το γιαούρτι αναμειγνύονται, δημιουργώντας μια γεύση που μοιάζει με τσιζκέικ. Το viral γλύκισμα δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση το αυθεντικό τσιζκέικ με το τυρί κρέμα, την κρέμα γάλακτος, τη ζάχαρη άχνη και τα μπισκότα, αλλά έχει οδηγήσει τους καταναλωτές και πάλι στο γιαούρτι.
Κυρίαρχος το γιαούρτι στην εποχή του Ozempic
Στις ΗΠΑ, ο όρος «greek yogurt» χρησιμοποιείται για να περιγράψει το στραγγιστό γιαούρτι, ανεξαρτήτως χώρας παραγωγής. Η ζήτηση για «greek yogurt», λοιπόν, έχει αυξηθεί σημαντικά στις ΗΠΑ καθώς οι καταναλωτές αναζητούν θρεπτικά προϊόντα με χαμηλή ή μηδενική περιεκτικότητα σε ζάχαρη, τη στιγμή που φαρμακευτικά σκευάσματα, όπως το Ozempic, προτιμώνται για την απώλεια βάρους. Σύμφωνα με το Axios, το 72% των καταναλωτών δηλώνει ότι προσπαθεί να περιορίσει τη ζάχαρη για λόγους υγείας και ελέγχου του σωματικού βάρους. Η κατηγορία γιαουρτιού χαμηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη σημείωσε αύξηση πωλήσεων 17,9% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 2,2 δισ. δολάρια, ενώ η συνολική αγορά γιαουρτιού αυξήθηκε κατά 9%.
Στοιχεία της Circana δείχνουν ότι οι πωλήσεις γιαουρτιού αυξήθηκαν κατά 3,7% το 2024, ενώ τα πόσιμα προϊόντα αυξήθηκαν κατά 9,8%. Η τάση αποτυπώνει την ανάγκη των καταναλωτών για σνακ υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη και χαμηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη, συμβατά με φάρμακα GLP-1 όπως το Ozempic και το Wegovy. Βάσει δεδομένων από το World Integrated Trade Solution (WITS), το εμπορικό λογισμικό της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Ελλάδα εξήγαγε 127.279 τόνους γιαουρτιού το 2023, με τις μεγαλύτερες αγορές να είναι η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία. Συνολικά, η παγκόσμια αγορά γιαουρτιού έφτασε σε αξία 168 δισ. δολάρια το 2023 κι εκτιμάται ότι έως το 2028 θα ξεπεράσει τα 237 δισ. δολάρια.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image