Ο Αριστοφάνης και ο Τσάρλι Τσάπλιν αφόπλιζαν κάθε μορφή εξουσίας, κάθε τύπο αδικίας, τοποθετώντας στο έργο τους τον ωμό σαρκασμό.

Μια συνταγή χωρίς λάθη. Το γέλιο, ναι, και μόνο αυτό, έγινε το εργαλείο για να αντιμετωπίσουν την αγριότητα του πολέμου, την πολιτική χειραγώγηση, την αλαζονεία, την ανοησία των ανθρώπων. Τη δράση τους χωρίζουν περισσότεροι από δύο χιλιάδες χρόνια. Και τι με αυτό; Η οξύτητα του χιούμορ που κατέθεσαν δεν γνωρίζει χρονικές αποστάσεις. Έφτασε —και φτάνει— σε εμάς μέσα από διαφορετικές τέχνες, διαφορετικά καλλιτεχνικά εργαλεία. Ο ένας έκανε θεατρική κωμωδία την εξουσία της κλασικής Αθήνας. Ο άλλος δημιούργησε τις εικόνες του μέσα από τον κινηματογράφο του 20ού αιώνα.

Αριστοφάνης Vs Τσάρλι Τσάπλιν: Το γέλιο τιμωρεί ή σώζει;
Ρωμαϊκή μαρμάρινη προτομή του Αριστοφάνη, του κωμωδιογράφου που με έργα όπως οι Ιππείς, οι Όρνιθες και η Λυσιστράτη διαμόρφωσε την πολιτική σάτιρα της κλασικής Αθήνας. Μουσεία Καπιτωλίου, Ρώμη. @ AFP Forum

Σαρκασμός χωρίς χρονικά όρια
Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί το βουητό του γέλιου που ακούγεται από τους θεατές του έργου του σαν δημόσιο μαστίγιο. Κατονομάζει, παραμορφώνει, γελοιοποιεί. Θέλει να ξεσκεπάσει τον δημαγωγό, να ταπεινώσει τον πολεμοχαρή πολιτικό και να εκθέσει τον πολίτη που παρασύρεται από εύκολες υποσχέσεις. Ο Τσάπλιν ξεκινά από διαφορετικό σημείο. Το δικό του γέλιο γεννιέται συνήθως από τη θέση του αδύναμου. Ο αλήτης, ο εργάτης, ο φτωχός, ο ταπεινωμένος και ο καταδιωκόμενος δεν έχουν εξουσία. Έχουν όμως το σώμα τους, την επιμονή τους και την ικανότητα να επιβιώνουν χωρίς, τελικά, να χάνουν την αξιοπρέπειά τους.

Ο Αριστοφάνης γελοιοποιεί για να τιμωρήσει δημόσια. Ο Τσάπλιν παράγει γέλιο αποθεώνοντας τον άνθρωπο που κινδυνεύει να συνθλιβεί. Στο δικό του έργο, η κάθαρση έρχεται μέσα από την αυτοσυντήρηση, που πάντα εμφανίζεται στο παρά ένα. Και το ερώτημα έρχεται φυσικά: το γέλιο υπάρχει για να κατεβάζει τον ισχυρό από το βάθρο του ή για να σηκώνει τον αδύναμο από το έδαφος; Ο Αριστοφάνης έγραψε μέσα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, σε έναν κόσμο λοιμών, στρατιωτικών αποτυχιών, οικονομικής πίεσης, πολιτικών συγκρούσεων και δημαγωγίας. Στους Ιππείς, το 424 π.Χ., στρέφεται εναντίον του Κλέωνα και της δημαγωγίας. Ο Δήμος, προσωποποίηση του αθηναϊκού λαού, παρουσιάζεται ευκολόπιστος και ευάλωτος στην κολακεία. «Γιατί η δημαγωγία δεν ταιριάζει πια σε άνθρωπο μορφωμένο ούτε τίμιο στους τρόπους, αλλά σε αμαθή και φαύλο». (Πηγή: Αριστοφάνης, Ἱππῆς, στ. 191–193, μετάφραση από το αρχαίο κείμενο).

Η πολιτική μετατρέπεται σε διαγωνισμό χυδαιότητας. Ο ισχυρότερος δεν είναι ο ικανότερος. Είναι ο μέτριος που φωνάζει περισσότερο, υπόσχεται περισσότερα και καταλαβαίνει καλύτερα τις αδυναμίες του πλήθους. Σε άλλο σημείο, η δημαγωγία παρομοιάζεται με το ψάρεμα των χελιών: «Μοιάζεις με τους ψαράδες των χελιών: όταν η λίμνη είναι ήρεμη, δεν πιάνουν τίποτα· όταν όμως ανακατεύουν πάνω κάτω τη λάσπη, πιάνουν. Έτσι κι εσύ κερδίζεις αναστατώνοντας την πόλη». (Πηγή: Αριστοφάνης, Ιππείς, στ. 864–867, μετάφραση από το αρχαίο κείμενο).
Η αναστάτωση είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ευδοκιμεί, δημιουργείται και αποθεώνεται η μετριότητά του. Ο Αριστοφάνης αναγκάζει τον θεατή να αναρωτηθεί αν γελά μόνο με τους πολιτικούς ή τελικά με τον ίδιο του τον εαυτό. Στη Λυσιστράτη, οι γυναίκες αποφασίζουν να αρνηθούν τη σεξουαλική επαφή στους άνδρες μέχρι να σταματήσουν τον πόλεμο. Εκείνες που είναι αποκλεισμένες από την επίσημη πολιτική προτείνουν τη λογική λύση. Εκείνοι που ασκούν την εξουσία παρουσιάζονται αιχμάλωτοι της φιλοδοξίας, της αλαζονείας και των επιθυμιών τους.

Αριστοφάνης Vs Τσάρλι Τσάπλιν: Το γέλιο τιμωρεί ή σώζει;
Ο Σαρλό, η εμβληματική κινηματογραφική περσόνα που δημιούργησε ο Τσάρλι Τσάπλιν το 1914, έγινε σύμβολο του «μικρού ανθρώπου» απέναντι στις κοινωνικές ανισότητες και τη βιομηχανική εποχή. @ AFP Forum

Ο Σαρλό απέναντι στον σύγχρονο κόσμο
Ο Τσάπλιν γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1889. Γνώρισε από παιδί τη φτώχεια, την επισφάλεια και την κατάρρευση της οικογένειάς του. Το 1914 παρουσίασε τον «Σαρλό», τον μικρό αλήτη με το καπέλο, το μπαστούνι, το στενό σακάκι, το φαρδύ παντελόνι, το τετράγωνο μουστάκι και το τόσο χαρακτηριστικό ρομβοειδές βάδισμά του. Η περσόνα που επινόησε ενηλικιώθηκε κινηματογραφικά μέσα σε έναν αιώνα που πίστευε στην ταχύτητα, στην τεχνολογία και στη μαζική παραγωγή, αλλά γνώρισε δύο παγκόσμιους πολέμους, οικονομική ανέχεια και ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Στους «Μοντέρνους Καιρούς», ο άνθρωπος βρίσκεται απέναντι στη μηχανή. Ο εργάτης δεν ελέγχει την παραγωγή. Η ταχύτητα της γραμμής συναρμολόγησης τον μηχανοποιεί. Ακόμη και όταν σταματά η εργασία, τα χέρια του συνεχίζουν να βιδώνουν ανύπαρκτες βίδες. Το σώμα του ανθρώπου μετατρέπεται σε εξάρτημα. Η εικόνα του Τσάπλιν ανάμεσα στα γρανάζια είναι αστεία και ταυτόχρονα τρομακτική. «Η μηχανή πρέπει να είναι ευλογία για την ανθρωπότητα και όχι κατάρα», έγραψε ο Τσάρλι Τσάπλιν στο δοκίμιό του An Idea for the Solution of War Reparations (1932). 
Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία από μόνη της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται. Ο «Σαρλό» αποτυγχάνει διαρκώς να προσαρμοστεί. Αυτή η αποτυχία είναι η αντίστασή του. Δεν γίνεται ποτέ ολοκληρωτικά μηχανή. Στον «Μεγάλο Δικτάτορα», ο Τσάπλιν γελοιοποίησε τον Χίτλερ ενώ βρισκόταν ακόμη στην κορυφή της ισχύος του. Ο δικτάτορας εμφανίζεται ως άνθρωπος που φωνάζει, παραληρεί, επιδεικνύεται και παίζει με μια υδρόγειο σφαίρα σαν να είναι μπαλόνι. Ο ηγέτης που απαιτεί φόβο μετατρέπεται σε κλόουν.

Όμως ο Τσάπλιν δεν μένει στη γελοιοποίηση. Στο τέλος της ταινίας, το κωμικό προσωπείο υποχωρεί και ο άνθρωπος μιλά απευθείας: «Δεν θέλω να κυβερνήσω ή να κατακτήσω κανέναν». «Σκεφτόμαστε υπερβολικά και αισθανόμαστε πολύ λίγο». «Περισσότερο από μηχανές χρειαζόμαστε ανθρωπιά». (Πηγή: Τσάρλι Τσάπλιν, Ο Μεγάλος Δικτάτορας, 1940). Εδώ βρίσκεται ένα ουσιαστικό όριο του γέλιου. Ο Αριστοφάνης παραμένει συνήθως μέσα στην κωμωδία μέχρι το τέλος. Ο Τσάπλιν φτάνει σε ένα σημείο όπου το γέλιο δεν του αρκεί. Η σάτιρα μπορεί να αφαιρέσει το κύρος από τον δικτάτορα, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να προστατεύσει τα θύματά του. Κι όμως, ούτε ο Αριστοφάνης είναι απλώς τιμωρός ούτε ο Τσάπλιν μόνο συμπονετικός. Πίσω από τη σκληρότητα της αριστοφανικής σάτιρας υπάρχει η επιθυμία για ειρήνη. Και πίσω από την τρυφερότητα του Τσάπλιν υπάρχει η ψύχρα της οργής.

Στον Αριστοφάνη, ο θεατής είναι πολίτης. Στον Τσάπλιν, ο θεατής καλείται πρώτα να αναγνωρίσει τον άνθρωπο. Ο «Σαρλό» είναι ο μικρός άνθρωπος απέναντι σε δυνάμεις μεγαλύτερες από αυτόν. Ο Αριστοφάνης και ο Τσάπλιν γνωρίζουν κάτι θεμελιώδες. Η εξουσία χρειάζεται σοβαροφάνεια. Χρειάζεται απόσταση, φόβο και την πεποίθηση ότι ο ισχυρός είναι μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Το γέλιο, όμως, καταστρέφει αυτή την απόσταση. Και το ερώτημα που μένει δικό μας είναι αν γελάμε απλώς για να αντέξουμε την εξουσία ή αν το γέλιο μας έχει ακόμη τη δύναμη να την αμφισβητήσει.