Επί 77 χρόνια χειροκροτούμε το λάθος ζώο: ο Road Runner είχε την ταχύτητα, αλλά το Κογιότ είχε μυαλό, φαντασία και έναν Θεό εναντίον του.
Αν ο Αλμπέρ Καμύ είχε προλάβει να ασχοληθεί λίγο περισσότερο με τα Looney Tunes, πιθανότατα θα είχε αναγνωρίσει στον Wile E. Coyote έναν μακρινό συγγενή του δικού του Σίσυφου. Ο ένας σπρώχνει αιώνια έναν βράχο γνωρίζοντας ότι θα ξανακυλήσει, ο άλλος στήνει καταπέλτες, πυραύλους και γιγαντιαίους μαγνήτες γνωρίζοντας -ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει έπειτα από τόσες απόπειρες- ότι στο τέλος κάτι θα πέσει στο κεφάλι του. Μόνο που ο Σίσυφος του Καμύ είχε τουλάχιστον την παρηγοριά της φιλοσοφίας. Το Κογιότ είχε έναν κατάλογο της ACME και τον δημιουργό του Chuck Jones απέναντί του.
Υπάρχουν, άλλωστε, ήττες που οφείλονται στην ανικανότητα και υπάρχουν κι εκείνες όπου κάποιος έχει γράψει εξαρχής τους κανόνες ώστε να μην μπορείς να κερδίσεις. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η πολύπαθη καριέρα του Wile E. Coyote, ίσως του μοναδικού χαρακτήρα στην ιστορία του animation που μπορούσε μέσα σε επτά λεπτά να γίνει μηχανικός, πυροτεχνουργός, αρχιτέκτονας και ειδικός στα πυραυλικά συστήματα, μόνο και μόνο για να καταλήξει στον πάτο ενός φαραγγιού. Απέναντί του βρισκόταν ένα πτηνό με ένα και μοναδικό επαγγελματικό προσόν: έτρεχε γρήγορα. Κι όμως, εκείνο κέρδιζε πάντα.
Η ιστορία ξεκινά το 1949, όταν το «Fast and Furry-ous» του Chuck Jones και του σεναριογράφου Michael Maltese φέρνει για πρώτη φορά μαζί τους δύο χαρακτήρες. Είναι η χρυσή εποχή του αμερικανικού animation, όταν τα cartoons δεν αντιμετωπίζονται ακόμη ως αποκλειστικά παιδική υπόθεση αλλά προβάλλονται στις κινηματογραφικές αίθουσες πριν από την κύρια ταινία και απευθύνονται ουσιαστικά σε όλους. Στη Warner Bros. μια εκπληκτική γενιά δημιουργών, με ονόματα όπως ο θρυλικός Tex Avery, ο Bob Clampett, ο Friz Freleng και φυσικά ο Chuck Jones, έχει μετατρέψει το animation σε ένα εργαστήριο σουρεαλισμού, ταχύτητας και αναρχικού χιούμορ, αρκετά διαφορετικό από την περισσότερο γυαλισμένη και comme il faut προσέγγιση της Disney.
Πως ξεκίνησε το κυνηγητό
Η αρχική ιδέα των Jones και Maltese είχε ήδη μέσα της το πείραγμα: οι δυο τους ήθελαν να σατιρίσουν τα cartoons καταδίωξης, που είχαν γίνει περίπου η εθνική βιομηχανία του αμερικανικού animation. Σε άλλες σειρές, ο γάτος Tom κυνηγούσε τον Jerry, ο Elmer Fudd τον Bugs Bunny και γενικώς όλοι έτρεχαν πίσω από κάποιον. Η παρωδία όμως αποδείχθηκε τόσο καλή ώστε κατέληξε ένα από τα πιο διάσημα chase cartoons όλων των εποχών. Ο Jones θα σκηνοθετούσε 23 μικρού μήκους ταινίες του διδύμου έως το 1963 και το Κογιότ θα περνούσε στην ιστορία χωρίς να χρειαστεί να πει σχεδόν ούτε μία λέξη. Ο χαρακτήρας του είχε, πάντως, πολύ παλαιότερες ρίζες. Ο Jones είχε διαβάσει παιδί το «Roughing It» του Mark Twain, όπου ο συγγραφέας περιγράφει το κογιότ της αμερικανικής Δύσης σαν ένα αδύνατο, πεινασμένο, αξιολύπητο πλάσμα, μια ζωντανή αλληγορία της στέρησης. Αυτή η εικόνα έμεινε στο μυαλό του για δεκαετίες και έγινε η βάση για τον Wile E.: μονίμως πεινασμένος, μονίμως άτυχος, αλλά με μια σχεδόν συγκινητική άρνηση να δεχτεί ότι η ζωή δεν πρόκειται να του κάνει τη χάρη.
Και δεν είναι τυχαίο ότι γεννήθηκε ακριβώς τότε. Η Αμερική των αρχών της δεκαετίας του ’50 ήταν μια χώρα ερωτευμένη με την τεχνολογία, την ταχύτητα και την κατανάλωση. Αυτοκίνητα, αυτοκινητόδρομοι, αεριωθούμενα, οικιακές συσκευές και καινούργια προϊόντα υπόσχονταν ότι το μέλλον θα ήταν καλύτερο, αρκεί φυσικά να αγόραζες το σωστό πράγμα. Εδώ εμφανίζεται η ACME, ίσως η σπουδαιότερη φανταστική εταιρεία στην ιστορία του καταναλωτισμού. Μπορούσε να παραδώσει στη μέση της ερήμου από έναν γιγαντιαίο μαγνήτη μέχρι καταπέλτες, δυναμίτες, ελατήρια και πυραυλοκίνητα πατίνια. Ήταν Amazon της εποχής, με ελαφρώς χειρότερο after sales. Για κάθε πρόβλημα του Wile E. υπήρχε ένα καινούργιο προϊόν και για κάθε καινούργιο προϊόν ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Wile E. δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά ο «κακός». Ο ίδιος ο Jones έλεγε ότι ο Road Runner είχε ελάχιστη προσωπικότητα, επειδή ήταν περισσότερο μια δύναμη παρά ένας κανονικός χαρακτήρας. Είναι ουσιαστικά ένα σύννεφο σκόνης με πόδια: περνάει, κάνει «beep-beep» και εξαφανίζεται. Ακόμη και αυτός ο ήχος προέκυψε τυχαία, από τον background artist Paul Julian, ο οποίος συνήθιζε να κάνει «beep-beep» όταν περνούσε στους διαδρόμους της Warner φορτωμένος με σχέδια και δεν έβλεπε μπροστά του. Ο Jones τον άκουσε και μόλις είχε βρει μία από τις διασημότερες «ατάκες» στην ιστορία του animation. Το Κογιότ, αντίθετα, έχει όλα όσα κάνουν έναν χαρακτήρα ενδιαφέροντα. Έχει επιθυμία, σχέδιο, φιλοδοξία, εφευρετικότητα και ένα αξιοθαύμαστο έλλειμμα αυτογνωσίας. Υπολογίζει, κατασκευάζει, αποτυγχάνει και επιστρέφει με καλύτερο σχέδιο. Πιθανότατα είναι το πιο εργατικό πλάσμα ολόκληρου του Looney Tunes και σίγουρα εκείνο με τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό R&D.
Το παιχνίδι ήταν στημένο εξ’ αρχής
Οι περίφημοι κανόνες που κατέγραψε ο Jones για τη σειρά όριζαν ότι ο Road Runner δεν μπορεί να βλάψει το Κογιότ παρά μόνο με το «beep-beep», ότι τα εργαλεία πρέπει να προέρχονται από την ACME, ότι η δράση μένει στην έρημο και ότι, όποτε είναι δυνατόν, η βαρύτητα πρέπει να αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό του Wile E. Το Κογιότ πρέπει επίσης να ταπεινώνεται περισσότερο απ’ όσο τραυματίζεται. Γι’ αυτό και όταν ζωγραφίζει ένα τούνελ πάνω σε έναν συμπαγή βράχο και ο Road Runner περνάει μέσα από αυτό, ενώ ο ίδιος λίγο αργότερα τρακάρει πάνω στον ίδιο βράχο, δεν πρόκειται για αποτυχία μηχανικού. Πρόκειται για ωμή παρέμβαση της ανώτατης αρχής, ο Jones αψηφά τους κανόνες της Φυσικής και του fair-play βάζοντας το ταλαίπωρο Κογιότ μπροστά στο αδιανόητο.
Αυτή ακριβώς η φόρμουλα έγινε στη συνέχεια μέρος της γλώσσας του animation. Για παράδειγμα ο Scrat της «Εποχής των Παγετώνων» είναι ίσως ο πιο προφανής σύγχρονος συγγενής: αντί για Road Runner έχει ένα βελανίδι, αλλά διαθέτει την ίδια εμμονή και την ίδια σπάνια ικανότητα να προκαλεί γεωλογικές καταστροφές στην προσπάθειά του να πετύχει κάτι εξαιρετικά απλό. Δεν γελάμε επειδή αναρωτιόμαστε αν θα τα καταφέρει. Γελάμε περιμένοντας να δούμε πόσο θεαματικά θα αποτύχει. Το Κογιότ έγινε έτσι κάτι περισσότερο από χαρακτήρας. Έγινε πολιτισμικό σύμβολο της μάταιης προσπάθειας. Ο άνθρωπος που συνεχίζει να τρέχει για λίγο στον αέρα αφού έχει τελειώσει ο γκρεμός, κοιτάζει κάτω, κοιτάζει την κάμερα και μόνο τότε πέφτει δεν χρειάζεται πια να είναι Wile E. Coyote. Ανήκει πλέον στην δικαιοδοσία της φιλοσοφίας, σ’ εκείνο που ο Καμύ στον «Μύθο του Σίσυφου» ανέδειξε ως την μέγιστη πάλη του ανθρώπου, την κατανόηση του παράλογου της ύπαρξης.
Έπιασε ποτέ το Κογιότ το «beep-beep»;
Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους αστικούς μύθους, αν τελικά ο σχεδιαστής έδωσε ποτέ την ευκαιρία στο Κογιότ να πιάσει το αντικείμενο του πόθου του. Μια λεπτομέρεια που λίγοι γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι έχουν δει. Το 1980, στο Soup or Sonic, έπειτα από περισσότερα από τριάντα χρόνια καταδίωξης, ο Wile E. καταφέρνει επιτέλους να πιάσει τον Road Runner. Μόνο που έχει προηγουμένως συρρικνωθεί και βρίσκεται μπροστά σε ένα πτηνό γιγαντιαίων, για τα δικά του μέτρα, διαστάσεων. Κοιτάζει λοιπόν το κοινό και με δύο πινακίδες ουσιαστικά λέει: ωραία, εξυπνάκηδες, πάντα θέλατε να τον πιάσω. Και τώρα τι κάνω; Ο Jones ακόμα και εδώ υπήρξε άδικος, ούτε όταν κέρδισε δεν τον άφησε να το ευχαριστηθεί.
Η συνέχεια δόθηκε στα… δικαστήρια. Η υπόθεση του ταλαίπωρου Κογιότ απασχόλησε πολλούς και επί μακρόν. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες προκλήθηκε από ένα σατιρικό δημοσίευμα στο New Yorker, όπου το Κογιότ ζητούσε αποζημίωση από την ACME για όσα είχε τραβήξει όλα αυτά τα χρόνια με τα επικίνδυνα προϊόντα που τον προμήθευε. Η σουρεαλιστική αυτή υπόθεση έγινε και ταινία που τελικά κατάφερε να βρει τον δρόμο για τις αίθουσες προβολής μόλις φέτος, μετά από πολλές περιπέτειες, παρόμοιες με τον ήρωά της.
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στον Καμύ. Στον Μύθο του Σισύφου το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην πέτρα που φτάνει στην κορυφή, άλλωστε δεν φτάνει ποτέ για πολύ. Βρίσκεται στον άνθρωπο που κατεβαίνει ξανά για να την ανεβάσει. Ο Wile E. κάνει περίπου το ίδιο εδώ και 77 χρόνια, σχεδιάζοντας τις πιο ευρηματικές παγίδες και χρησιμοποιώντας ότι πιο εξεζητημένο έχει ο κατάλογος της ACME. Ο Καμύ μάς ζήτησε να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο. Με έναν παράδοξο τρόπο νικά τους θεούς, επειδή αυτοί μπορούν να ελέγξουν την τιμωρία του, όχι όμως τον τρόπο με τον οποίο εκείνος την αντιμετωπίζει. Η συνείδηση της μοίρας του γίνεται μορφή ελευθερίας. Ναι, εκείνη ακριβώς την ώρα που η φιγούρα το Κογιότ χάνεται στο βάθος ενός γκρεμού, αφήνοντας ένα μικρό συννεφάκι σκόνης, ξέρουμε ότι τίποτα δεν τελειώνει. Θα σηκωθεί, θα ξεσκονιστεί, θα ετοιμάσει το επόμενο σχέδιο, θα αποτύχει ξανά. Απέναντι στους Θεούς -ή τον Jones στην περίπτωσή του- εμείς θα είμαστε πάντα με το Κογιότ.
Eισαγωγική φωτογραφία: ΑFPForum