Η απλή εφεύρεση που άλλαξε τα ταξίδια και τον τρόπο που μετακινούνται εκατομμύρια άνθρωποι.
Η εικόνα των ανθρώπων που κινούνται στα αεροδρόμια, σε πλοία ή σε σταθμούς τρένων κυλώντας πίσω τους τις βαλίτσες τους είναι από εκείνες τις εικόνες που ο σημερινός εγκέφαλος θεωρεί αυτονόητες. Οι τροχήλατες βαλίτσες κυλούν σχεδόν χωρίς να τις σκεφτόμαστε, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Για την ακρίβεια, δεν ήταν… σχεδόν ποτέ έτσι στην παγκόσμια ιστορία, καθώς αυτή η εφεύρεση που άλλαξε τις συνήθειες του ταξιδιού μας δεν μετράει παρά μόνο μισό αιώνα ζωής.
Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των ταξιδιών, οι άνθρωποι κουβαλούσαν το βάρος τους κυριολεκτικά στους ώμους. Πιο σωστά, δεν το κουβαλούσαν οι ίδιοι, επειδή όσοι ταξίδευαν, είτε για δουλειές, είτε για αναψυχή, είχαν την οικονομική άνεση να βάζουν άλλους να κουβαλάνε τα μπαγκάζια τους. Οι παλιές βαλίτσες ήταν βαριές, άκαμπτες, συχνά ξύλινες ή δερμάτινες, σχεδιασμένες περισσότερο για αποθήκευση παρά για μετακίνηση. Δεν είχαν ρόδες γιατί κανείς δεν φανταζόταν ότι ο ταξιδιώτης θα μπορούσε να τις μεταφέρει μόνος του. Υπήρχαν αχθοφόροι, υπήρχαν καροτσάκια, υπήρχαν γκρουμ στα ξενοδοχεία. Η μεταφορά αποσκευών θεωρούνταν μέρος της «ταλαιπωρίας» του ταξιδιού ή μια δουλειά που κάποιος πληρωνόταν για να την κάνει.
Το παράδοξο με τις βαλίτσες
Ο άνθρωπος είχε εφεύρει τον τροχό εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά χρειάστηκε να φτάσουμε σχεδόν στα τέλη του 20ού αιώνα για να μπει σοβαρά κάτω από μια βαλίτσα. Η πρώτη ουσιαστική απόπειρα ήρθε το 1970. Ο Μπέρναρντ Σάντοου, στέλεχος μιας μεγάλης εταιρεία που κατασκεύαζε και εμπορευόταν αποσκευές (US Luggage) επέστρεφε εξαντλημένος από διακοπές στην Αρούμπα, το όμορφο νησί της Καραϊβικής. Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, κουβαλούσε δύο μεγάλες και βαριές αποσκευές μέσα στο αεροδρόμιο όταν είδε έναν εργάτη να μεταφέρει βαρύ εξοπλισμό πάνω σε τροχήλατη πλατφόρμα. Η σκέψη να βάλει ρόδες και στις βαλίτσες ήρθε σχεδόν αντανακλαστικά.
Με το που επέστρεψε στην εταιρεία του, ο Σάντοου πήρε μια μεγάλη αποσκευή, πρόσθεσε τέσσερις μικρούς τροχούς και ένα λουρί ώστε να μπορεί να σύρεται. Το 1972, μάλιστα, κατοχύρωσε την πατέντα του. Εκείνη τη στιγμή, μόλις είχε αλλάξει την ιστορία του ταξιδιού. Στην πράξη, όμως, κανείς δεν συγκινήθηκε. Τα πολυκαταστήματα δεν πίστευαν ότι ο κόσμος θα ήθελε να τραβά τις αποσκευές του, κυρίως λόγω ενός στερεότυπου, λανθασμένου όπως αποδείχτηκε: Για δεκαετίες, ειδικά στις ΗΠΑ, το να «σέρνει» ένας άνδρας βαλίτσα θεωρούνταν σχεδόν αταίριαστο με την εικόνα του δυναμικού επαγγελματία ταξιδιώτη. Οι άνθρωποι είχαν μάθει ότι οι βαλίτσες κουβαλιούνται, όχι ότι κυλούν. Έτσι, οι πρώτες πωλήσεις ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.
Η πραγματική επανάσταση ήρθε σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα και ξεκίνησε όχι από κάποιο εργαστήριο σχεδιασμού αλλά από τους διαδρόμους των αεροδρομίων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ένας πιλότος της Northwest Airlines, ο Ρόμπερτ Πλαθ, είχε κουραστεί να κουβαλά βαριές αποσκευές από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο. Οι πιλότοι και οι αεροσυνοδοί περνούσαν τη μισή ζωή τους ταξιδεύοντας και κανείς δεν καταλάβαινε καλύτερα από αυτούς τι σήμαινε συνεχής μετακίνηση. Ο Πλαθ άρχισε να πειραματίζεται μόνος του. Πήρε μια συνηθισμένη βαλίτσα, πρόσθεσε δύο ρόδες και κυρίως μια μακριά αναδιπλούμενη λαβή ώστε η αποσκευή να “ακολουθεί” τον ταξιδιώτη όρθια. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο πρακτικό από τη βαλίτσα του Σάντοου, η οποία έπρεπε να σύρεται λοξά πίσω από το σώμα. Ο Πλαθ, όμως, δεν ήταν σχεδιαστής προϊόντων, αλλά πιλότος.
Tο περίφημο Rollaboard
Η πρώτη μεγάλη «διαφήμιση» της νέας βαλίτσας δεν έγινε σε τηλεοπτικό σποτ αλλά μέσα στα ίδια τα αεροδρόμια. Οι επιβάτες έβλεπαν πιλότους και αεροσυνοδούς να περπατούν γρήγορα τραβώντας αυτές τις παράξενες τροχήλατες αποσκευές και άρχισαν να ρωτούν πού μπορούν να τις βρουν. Η εικόνα είχε δύναμη. Αν οι άνθρωποι που ταξίδευαν περισσότερο από όλους χρησιμοποιούσαν αυτό το πράγμα, τότε μάλλον λειτουργούσε. Έτσι γεννήθηκε το Rollaboard -η όρθια βαλίτσα με δύο σταθερούς τροχούς και πτυσσόμενη λαβή- που εξελίχθηκε σε τεράστια εμπορική επιτυχία.
Μέσα σε λίγα χρόνια οι πωλήσεις εκτοξεύθηκαν. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι τροχήλατες βαλίτσες είχαν ήδη αρχίσει να κυριαρχούν στις επαγγελματικές μετακινήσεις. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας σχεδόν οι μισές αποσκευές που πωλούνταν στις ΗΠΑ είχαν ρόδες. Σήμερα, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς αποσκευών, πάνω από το 90% των βαλιτσών που κυκλοφορούν διεθνώς είναι τροχήλατες, μάλιστα η συγκεκριμένη βιομηχανία αποσκευών να ξεπερνά σε αξία τα δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Το ενδιαφέρον είναι ότι μαζί με τις βαλίτσες άλλαξαν και άλλα πράγματα. Τα αεροδρόμια έγιναν μεγαλύτερα γιατί οι άνθρωποι μπορούσαν πλέον να μετακινούν εύκολα τις αποσκευές τους σε τεράστιες αποστάσεις. Οι αεροπορικές εταιρείες ενίσχυσαν το μοντέλο των συχνών και σύντομων ταξιδιών, τα business trips πολλαπλασιάστηκαν. Και φυσικά άλλαξε τη σχέση των γυναικών με το επαγγελματικό ταξίδι. Εξαφανίστηκε, επίσης, το λεγόμενο «προσωπικό μεταφοράς», οι αχθοφόροι δηλαδή, αφού πλέον ήταν πολύ ευκολότερο για τον καθένα να κουβαλήσει μαζί του τις αποσκευές του.
Όπως συμβαίνει συχνά με τις πιο επιδραστικές εφευρέσεις, η επιτυχία ήταν ορατή απ’ όλους, αλλά δεν συνοδεύτηκε από τυμπανοκρουσίες. Κανείς δεν στέκεται να θαυμάσει μια βαλίτσα με ροδάκια. Δεν αντιμετωπίζεται σαν τεχνολογικό θαύμα. Αλλά μείωσε την κούραση και τα έξοδα μεταφοράς, αύξησε την ταχύτητα μετακίνησης, έκανε τα αεροδρόμια λειτουργικότερα και διευκόλυνε τη μαζική τουριστική έκρηξη των τελευταίων δεκαετιών.
Μια τόσο προφανής ιδέα χρειάστηκε δεκαετίες για να υιοθετηθεί επειδή οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει αλλιώς. Βαλίτσες υπήρχαν από παλιά, ρόδες από πιο παλιά. Το δύσκολο, όπως, φάνηκε, ήταν να φανταστεί κάποιος ότι τα δύο μπορούν να ενωθούν και να τα βάλει με στερεότυπα που είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετίες. Σήμερα, την εποχή που οι βαλίτσες διαθέτουν πια GPS, φορτιστές και ψηφιακές κλειδαριές, τα ροδάκια θεωρούνται μέρος του στάνταρ εξοπλισμού και κανείς δεν τα προσέχει.
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image