Η Μπάρμπαρα Κάρτλαντ, «βασίλισσα» του ρομαντικού μυθιστορήματος, έζησε μια κοσμική ζωή ακριβώς όπως την ονειρευόταν.
Έγραψε 723 βιβλία και πούλησε περίπου 750 εκατομμύρια αντίτυπα. Έζησε σχεδόν ολόκληρο τον 20ο αιώνα, από το 1901 μέχρι το 2000 και βρέθηκε στην τρίτη θέση στη λίστα με τους εμπορικότερους συγγραφείς όλων των εποχών. Ο Ουίλιαμ Σέξπιρ και η Άγκαθα Κρίστι είναι οι μοναδικοί που την ξεπέρασαν. Η κοσμική Μπάρμπαρα Κάρτλαντ βίωσε μια ασυνήθιστη και γεμάτη εκπλήξεις ζωή, σύμφωνα με τα δικά της μέτρα. Ωστόσο, αν ρωτήσει κανείς τους περισσότερους Βρετανούς τι γνωρίζουν για την εκλιπούσα συγγραφέα, είναι μάλλον απίθανο να αναφερθούν πρώτα στη λογοτεχνική της επιτυχία.
Ο περισσότερος κόσμος θυμάται την αδυναμία της στα αέρινα φορέματα σε αποχρώσεις που θύμιζαν ζαχαρωτά. Άλλοι θα αναφερθούν στις περίφημες, πυκνές και κατάμαυρες βλεφαρίδες της, τις οποίες τόνιζε με βερνίκι παπουτσιών. Ήταν από εκείνες τις καθωσπρέπει κυρίες που κρατούν σχεδόν πάντα ένα μικρό σκυλάκι στην αγκαλιά τους. Κάποιοι λένε ότι έπαιρνε καθημερινά έναν απίστευτο αριθμό βιταμινών. Υπάρχει και η συγγενική της σχέση με την αείμνηστη Νταϊάνα, καθώς η Κάρτλαντ ήταν θετή γιαγιά της, ενώ η ίδια η πριγκίπισσα αγαπούσε τα βιβλία της πριν καν τη γνωρίσει.
«Ο μεγάλος δικτάτορας»
Έγραψε κυρίως ιστορικά αισθηματικά μυθιστορήματα. Με πρωταγωνίστριες αθώες νεαρές γυναίκες που προσπαθούσαν να κερδίσουν γοητευτικούς λόρδους, δούκες και πλοιάρχους. Η ταύτιση με τις γυναίκες της εποχής ήταν απλή υπόθεση για την ίδια. Ταυτόχρονα αποδείχτηκε μετρ της προσωπικής προβολής, πολύ πριν εμφανιστούν στη ζωή μας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Φρόντιζε να δημιουργεί και να ελέγχει σχολαστικά τη δημόσια εικόνα της. Απαιτούσε να εγκρίνει τα κείμενα των συνεντεύξεών της πριν από τη δημοσίευσή τους. Κατά τη διάρκεια της ζωής της κυκλοφόρησαν δύο ιδιαίτερα εγκωμιαστικές βιογραφίες, που έμοιαζαν περισσότερο με αγιογραφίες προκειμένου η ίδια να τις εγκρίνει.
Στις αρχές του περασμένου Σεπτέμβρη κυκλοφόρησε μια νέα βιογραφία, της οποίας την κυκλοφορία δεν θα επέτρεπε αν βρισκόταν εν ζωή. Ο συγγραφέας Μάθιου Σουίτ, στον οποίο η εγγονή της Κάρτλαντ έδωσε πλήρη πρόσβαση στο αρχείο της γιαγιάς, άφησε στην άκρη την εικόνα και το γκλάμουρ για να ασχοληθεί με την εντυπωσιακή επαγγελματική της πορεία. Ο τίτλος του βιβλίου; «Ο μεγάλος δικτάτορας: Η ζωή της Μπάρμπαρα Κάρτλαντ».
Υπαγόρευε τα βιβλία της
«Υπάρχουν τόσα πράγματα που μπορεί να πει κανείς για την Μπάρμπαρα Κάρτλαντ. Θα ήταν ωραίο να τη θυμόμαστε για κάτι περισσότερο από μια γραφική φιγούρα. Ήταν αστεία και παράλογη αλλά υπήρχαν δύο μεταπολεμικές γενιές για τις οποίες είχε τεράστια σημασία», λέει ο συγγραφέας. Όσο για τον τίτλο, παραπέμπει στο γεγονός ότι η Κάρτλαντ δεν πληκτρολογούσε η ίδια τα βιβλία της. Τα υπαγόρευε σε μια γραμματέα, ενώ βρισκόταν ξαπλωμένη στη σεζλόνγκ της. Η Μπάρμπαρα έζησε δύο παγκόσμιους πολέμους, τη σεξουαλική επανάσταση της δεκαετίας του ‘60, το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα, την ανάδειξη της πρώτης γυναίκας πρωθυπουργού στη Βρετανία, αλλά και τη γέννηση του διαδικτύου. Λίγους μήνες πριν από τον θάνατό της, το 2000, δημιούργησε μάλιστα τη δική της ιστοσελίδα.
Σύμφωνα με τον Μάθιου Σουίτ, από νεαρή ηλικία και μετά την αυτοκτονία του παππού της λόγω χρεοκοπίας -γεγονός που βύθισε τον πατέρα της στο αλκοόλ- η Μπάρμπαρα ακολούθησε τα βήματα της μητέρας της. Η παρουσία σε υψηλούς κοινωνικούς κύκλους που προϋπήρχαν, διατηρήθηκαν έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες και κατάφερε να συναναστρέφεται με τη νεανική ελίτ της εποχής.
Προσωπική ζωή σαν μυθιστόρημα
Ξεκίνησε την επαγγελματική της σταδιοδρομία ως αρθρογράφος κοσμικών ειδήσεων σε εφημερίδα, προτού εκδώσει το πρώτο της μυθιστόρημα το 1925. Η ιστορία αφορά μια νεαρή γυναίκα που εγκαταλείπει το γαλλικό οικοτροφείο που έχει μεγαλώσει και κατευθύνεται στο Λονδίνο αναζητώντας την αγάπη. Παντού στα βιβλία της υπάρχει η προσωπική ερωτική της ζωή με άφθονο υλικό για έμπνευση. Δέχτηκε 49 προτάσεις γάμου. Χώρισε από τον πρώτο σύζυγό της λόγω της απιστίας του, αλλά παντρεύτηκε τον ξάδερφό του, διατηρώντας το επώνυμο ΜακΚόρκοουντεϊλ. Το 1926 γράφει το θεατρικό έργο «Blood Money», το οποίο απαγορεύτηκε αρχικά ως υπερβολικά τολμηρό. Το 1935 στο μυθιστόρημα «First Class Lady» μια γυναίκα υποβάλλεται σε παράνομη άμβλωση, γεγονός που οδήγησε στη λογοκρισία του βιβλίου στην Ιρλανδία. Έναν χρόνο αργότερο έγραψε το «Dangerous Experiment», ένα από τα ελάχιστα βρετανικά μυθιστορήματα της εποχής που σκιαγραφούσαν την άνοδο του αντισημιτισμού των Ναζί.
Οι χρυσές δεκαετίες
Η απόλυτη κυριαρχία της Κάρτλαντ ήρθε τις δεκαετίες του 1960, του 1970 και του 1980. Οι εκδότες αναζητούσαν απεγνωσμένα νέες ιστορίες και η Μπάρμπαρα ανταποκρινόταν άμεσα στις απαιτήσεις τους. Έγραφε ένα βιβλίο κάθε δύο εβδομάδες. «Η μοναδική συγγραφέας στον κόσμο που είχε 150 παρθένες να περιφέρονται στις σελίδες των βιβλίων της, ήμουν εγώ», είχε δηλώσει κάποια στιγμή. Ήταν τότε που ακολουθούσε μια επαναλαμβανόμενη συνταγή που γοήτευε το κοινό. Οι φανταστικοί κόσμοι της περιστρέφονταν γύρω από την υψηλή κοινωνία, ενώ το αναγνωστικό της κοινό ήταν κυρίως γυναίκες της εργατικής τάξης. «Πουλάω εκατομμύρια βιβλία σε γυναίκες που παίρνουν βάλιουμ, επειδή η πραγματική τους ζωή είναι άθλια. Είμαι η διέξοδός τους. Τους προσφέρω λάμψη, όμορφα ρούχα και υπέροχους, περιποιητικούς άνδρες που τόσο πολύ στερούνται» έλεγε με καμάρι στις συνεντεύξεις της.
Η σχέση με την Νταϊάνα
Βέβαια οι φανατικές αναγνώστριές της δεν ήταν όλες νοικοκυρές. Υπάρχει φωτογραφία με την έφηβη Νταϊάνα Σπένσερ που διαβάζει ένα βιβλίο της Κάρτλαντ. Η νεαρή που αργότερα έγινε πριγκίπισσα, πέρα από θαυμάστριά της, απέκτησε και συγγενική σχέση μαζί της. Η κόρη της Μπάρμπαρα, ονόματι Ρέιν, παντρεύτηκε τον πατέρα της Νταϊάνα, τον κόμη Σπένσερ, το 1976, με αποτέλεσμα η συγγραφέας να γίνει θετή γιαγιά της μέσω γάμου. Η κορύφωση της επιτυχίας της Κάρτλαντ συνέπεσε με την άνοδο του δεύτερου κύματος του φεμινισμού. Η Μπάρμπαρα, βαθιά αντισυμβατική, το αντιμετώπιζε με αποδοκιμασία. Και είχε ανάλογες αντιδράσεις από φεμινίστριες της εποχής. Ούτε με τη μεγάλη σεξουαλική ελευθερία στη δεκαετία του ’60 ήταν σύμφωνη. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που δεν αποδέχονταν αυτόν τον τρόπο ζωής. Η Κάρτλαντ εκπροσωπούσε μεγάλες ομάδες γυναικών που αναζητούσαν πάντοτε κάτι διαφορετικό. Είχαν βρει παρηγοριά και οικειότητα στον μυθιστορηματικό της κόσμο.
Γεμάτη αντιφάσεις
Από την εικόνα της και μόνο φαίνεται ότι την ενδιέφεραν οι συναναστροφές με αριστοκράτες και μέλη βασιλικών οικογενειών. Ταυτόχρονα υπερασπιζόταν με πάθος ανθρώπους που θεωρούσε ότι αντιμετωπίζονταν άδικα, όταν ασχολήθηκε για περίπου μια δεκαετία με την πολιτική. Από τους χαμηλόμισθους νοσηλευτές μέχρι τους παραμελημένους ηλικιωμένους σε μονάδες φροντίδας. Αποτέλεσε βασικό συντελεστή στη δημιουργία του πρώτου μόνιμου καταυλισμού Ρομά στη Βρετανία, ο οποίος μάλιστα απέκτησε το παρατσούκλι «Barbaraville» από το όνομά της. Επίσης, παρά τις αντιρρήσεις που εξέφραζε για το φεμινιστικό κίνημα, είχε υποστηρίξει ότι οι γυναίκες θα έπρεπε να αμείβονται από το κράτος για την εργασία τους στο σπίτι. Ήταν αδύνατο να την κατατάξεις σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία. Μια άλλη δήλωσή της που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ήταν ότι «οι γυναίκες δεν πρέπει να έχουν χαρακτήρα αλλά να μοιάζουν με όμορφα κουτιά σοκολατάκια». Η ίδια, αν και ήταν πάντοτε ντυμένη σαν ζαχαρωτό, είχε μια τόσο στιβαρή προσωπικότητα, μεγαλύτερη από κάθε στερεότυπο. Ήταν πρωταγωνίστρια.
Αυτή την περίοδο το ρομαντικό μυθιστόρημα γνωρίζει άνθηση στην Αγγλία. Δύσκολα όμως θα εντοπίσει κανείς κάποιο έργο της στα βιβλιοπωλεία. Ίσως γιατί τέτοιου είδους αναγνωστικό κοινό, όπως στην εποχή της, μάλλον δεν υφίσταται.
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image