Το κλειδί για βιώσιμη ανάπτυξη των παράκτιων κοινοτήτων, οι στρατηγικές, τα όρια των θαλάσσιων πόρων και οι επιπτώσεις τους.
Για πολλές παράκτιες κοινότητες η θάλασσα δεν είναι απλώς μέρος της ζωής των κατοίκων. Είναι η ίδια τους η ζωή. Παρέχει τροφή, εισόδημα και αποτελεί βάση για τη δημιουργία κοινωνικού και εμπορικού δικτύου, διατηρώντας τη δυναμική της τοπικής οικονομίας. Με την επίδραση της κλιματικής αλλαγής στον πληθυσμό των ειδών, την ανθρώπινη δραστηριότητα που διαταράσσει τις εύθραυστες ισορροπίες του θαλάσσιου οικοσυστήματος, αλλά και την υπεραλίευση, η οικονομία που σχετίζεται με τα λεγόμενα «μπλε τρόφιμα» πλήττεται, κλονίζοντας τους δεσμούς των ντόπιων με τον ωκεανό.
Τι είναι τα «μπλε τρόφιμα»
Ψάρια, οστρακοειδή, μαλάκια, φύκια και άλλα ζωικά και φυτικά είδη από ωκεανούς, λίμνες, ποτάμια και υδατοκαλλιέργειες. Αυτά συνθέτουν την κατηγορία των λεγόμενων «μπλε τροφίμων» (blue foods). Πλούσια σε θρεπτικά συστατικά (σίδηρο, ψευδάργυρο, βιταμίνες Α και Β12, λιπαρά οξέα) και πρωτεΐνη, συχνά με μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα -τουλάχιστον σε σύγκριση με την παραγωγή κρέατος-, αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την επισιτιστική ασφάλεια και προσφέρουν θέσεις εργασίας σε εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Κρίνονται, δε, απαραίτητα στη μάχη για την καταπολέμηση της πείνας. Όπως επισημαίνει το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, εκτιμάται ότι μπορούν να βοηθήσουν δισεκατομμύρια ανθρώπους, να βελτιώσουν την παγκόσμια υγεία, να αυξήσουν τη βιωσιμότητα των ωκεανών και να περιορίσουν τις ανισότητες.
Ωστόσο, όπως τονίζουν οι ειδικοί, ο τρόπος με τον οποίο τα είδη αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν ώστε να επιτευχθούν τα παραπάνω οφέλη, διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Σε χώρες με υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και αυξημένα ποσοστά καρδιαγγειακών παθήσεων -σε Ευρώπη και ΗΠΑ- οι αρμόδιοι φορείς καλούνται να εστιάσουν στη βελτίωση της παραγωγής και τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία της, καθώς και στην ενίσχυση της πρόσβασης σε αυτά. Έτσι, μπορούν να λειτουργήσουν ως βιώσιμο υποκατάστατο της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος.
Το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στο PNAS, τονίζει ότι η επέκταση της βιώσιμης παραγωγής αυτών των τροφών μπορεί να βελτιώσει την επισιτιστική ασφάλεια, να μειώσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη γεωργία και να ενισχύσει τις τοπικές οικονομίες. Οι ερευνητές ανέλυσαν το ζήτημα της πρόσβασης σε θαλασσινά στους ευάλωτους πληθυσμούς, όπως στο νησιωτικό κράτος Κιριμπάτι της Ωκεανίας. Διαπιστώθηκε ότι παρότι αρκετοί ντόπιοι αγοράζουν τα «μπλε τρόφιμα» στην αγορά, τα νοικοκυριά με περιορισμένη πρόσβαση σε αυτήν, καταναλώνουν τη μεγαλύτερη ποσότητα τέτοιων τροφών. Το επικρατέστερο σενάριο είναι ότι οι οικογένειες διαθέτουν την τεχνογνωσία στην αλιεία ή προμηθεύονται τα είδη από τη μικρή κοινότητά τους. Τα ευρήματα υποδεικνύουν την ανάγκη αλλαγής στη στρατηγική ώστε να βελτιωθεί η πρόσβαση των νοικοκυριών σε αυτά τα τρόφιμα.
Το παράδειγμα της Αφρικής
Σύμφωνα με έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ τα «μπλε τρόφιμα» παρέχουν περίπου το 18% της ζωικής πρωτεΐνης στην Αφρική, συχνά σε χαμηλότερο κόστος από το κρέας. Αν, επομένως, η παραγωγή τους διπλασιαζόταν, αυτό θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ κατά σχεδόν 17 δισ. δολάρια, να ελαττωθεί το κενό της ανάγκης για πρωτεΐνη κατά περίπου 25% σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο, και να δημιουργηθούν εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με την έκθεση, για να αξιοποιηθεί πλήρως η δυναμική των τροφών αυτών, δεν αρκεί μόνο η δραστηριοποίηση ενός μόνο φορέα, αλλά χρειάζεται τεχνολογική και επιχειρηματική καινοτομία, επενδύσεις από δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, συνεργασίες κρατών, επιχειρήσεων, οργανισμών και κοινοτήτων.
Με λίγα λόγια, μπορούν να αποτελέσουν κεντρικό πυλώνα για βιώσιμο και δίκαιο σύστημα, με την προϋπόθεση οι υπάρχουσες πρακτικές να εξελιχθούν.
Τα όρια των θαλάσσιων πόρων
Παρότι τα «μπλε τρόφιμα» παρουσιάζονται ως λύση για την επισιτιστική ασφάλεια και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, η υπεραλίευση απειλεί τη βιωσιμότητά τους. Αν συνεχίσουμε να ψαρεύουμε πέρα από τα όρια των οικοσυστημάτων, τότε οι τροφές αυτές θα πάψουν να θεωρούνται λύση και θα μετατραπούν σε μέρος του προβλήματος. Όπως αναφέρει παλαιότερη μελέτη του Πανεπιστήμιου του Χάρβαρντ, στην Ακτή Ελεφαντοστού τα αλιεύματα μειώθηκαν σχεδόν κατά 40% την περίοδο 2003-2020, στην Γκάνα κατά 59% μεταξύ 1993-2019, ενώ παρόμοια είναι τα επίπεδα και στη Νιγηρία, όπου η αλιεία αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για περίπου 24 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι προβλέψεις έως το 2050 στις τρεις χώρες δείχνουν ότι η αλιεία θα μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω κατά 50%. Όλα αυτά, τη στιγμή που ο στόχος του ΟΗΕ για τερματισμό της υπεραλίευσης έως το 2020, δεν επετεύχθη.
Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές για τις φτωχότερες κοινότητες. Σύμφωνα με παλαιότερη έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), περίπου 600 εκατ. άνθρωποι εξαρτώνται οικονομικά από την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια.
H περίπτωση της Ελλάδας
Σε δημοσίευμα του Reuters, αναλύθηκαν οι συνέπειες της υπερεκμετάλλευσης στην Ελλάδα, με έμφαση στους πληθυσμούς των χταποδιών. Εθελοντές της ομάδας εκστρατείας Sea Shepherd με την υποστήριξη των περιφερειακών αρχών ανέσυραν χιλιάδες παγίδες για χταπόδια από τον πυθμένα της θάλασσας και έσωσαν περισσότερα από 1.500 άτομα. Επιπλέον, εκτιμούν ότι συνολικά μισό εκατομμύριο παγίδες χταποδιών παραμένουν στη βόρεια Ελλάδα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την αυξανόμενη ζήτηση. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, το παγκόσμιο εμπόριο χταποδιών έχει «εκτοξευθεί» την τελευταία δεκαετία, επηρεάζοντας τον πληθυσμό του είδους, τη στιγμή που η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τις αναπαραγωγικές συνήθειές του.
Η εξάντληση των ιχθυαποθεμάτων υπονομεύει τόσο τα οικοσυστήματα όσο και τις τοπικές κοινωνίες, καθιστώντας αναγκαία τη μετάβαση σε πιο υπεύθυνες πρακτικές διαχείρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επενδύσεις στην καινοτομία και στις βιώσιμες υδατοκαλλιέργειες, όπως προτείνει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Επιπλέον, όπως επισημαίνει η Παγκόσμια Τράπεζα, τα αδύναμα συστήματα ελέγχου και η εκτεταμένη παρανομία, απαιτούν στοχευμένη στρατηγική αντιμετώπιση. Σε περιοχές της Μεσογείου και της Ερυθράς Θάλασσας, η υπερεκμετάλλευση απειλεί τη θαλάσσια βιοποικιλότητα και τα μέσα διαβίωσης ολόκληρων κοινοτήτων.