Υπάρχει μια απλή ερώτηση που, αν την καταλάβουμε σε βάθος, μπορεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που μιλάμε και κυρίως τον τρόπο που ακούμε τους άλλους.

Η Όπρα Γουίνφρεϊ, μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες στην ιστορία της τηλεόρασης, έχει πάρει συνεντεύξεις από χιλιάδες ανθρώπους. Πολιτικούς, καλλιτέχνες, επιστήμονες, θύματα τραγωδιών, δισεκατομμυριούχους, ανθρώπους που βρέθηκαν στο απόλυτο σκοτάδι και άλλους που έζησαν στο πιο εκτυφλωτικό φως της δημοσιότητας. Κι όμως, όπως η ίδια έχει παραδεχτεί επανειλημμένα, σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι της -ανεξαρτήτως φήμης, δύναμης ή εμπειρίας- μόλις κλείσει η κάμερα, της κάνουν την ίδια ερώτηση: «Πώς ήμουν;»

Ο κανόνας της Οπρα: Τι θέλουν οι άνθρωποι να τους πείτε σε μια συζήτηση
Oλοι οι καλεσμένοι της Oprah -ανεξαρτήτως φήμης, δύναμης ή εμπειρίας- τη ρωτούν αν ακούστηκαν και αν ήταν εντάξει ως άνθρωποι τη στιγμή που μίλησαν.

Δεν τη ρωτούν αν συμφωνεί μαζί τους. Δεν τη ρωτούν αν τους πίστεψε. Δεν τη ρωτούν αν άλλαξαν την γνώμη κάποιου ή αν έπεισαν το κοινό. Τη ρωτούν κάτι βαθύτερο: αν ακούστηκαν. Αν ήταν εντάξει ως άνθρωποι τη στιγμή που μίλησαν. Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε “The Oprah Rule”: δηλαδή το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να αποδεχτούμε ή να πιστέψουμε τις ιστορίες τους, θέλουν απλά να τους ακούσουμε.

Η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για επιβεβαίωση
Η ανάγκη αυτή δεν είναι καινούργια. Φιλόσοφοι και στοχαστές την έχουν εντοπίσει εδώ και αιώνες. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ μιλούσε για το amour-propre, την ανάγκη του ανθρώπου να βλέπει τον εαυτό του να καθρεφτίζεται στο βλέμμα των άλλων. Ουσιαστικά δεν αρκεί να υπάρχουμε, θέλουμε να αναγνωριζόμαστε. Πιο πρόσφατα, ο σύγχρονος φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν έχει περιγράψει πώς στη νεωτερική κοινωνία της επίδοσης και της συνεχούς έκθεσης, η ανάγκη για επιβεβαίωση έχει μετατραπεί σε εμμονή. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου όλοι μιλούν, ελάχιστοι ακούν και σχεδόν κανείς δεν νιώθει πραγματικά ότι γίνεται κατανοητός, ενώ τα social media μας έδωσαν φωνή, αλλά όχι απαραίτητα αυτιά. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η απλή πράξη του να ακούς προσεκτικά κάποιον -χωρίς να τον διακόπτεις, χωρίς να σκέφτεσαι την απάντησή σου πριν τελειώσει, χωρίς να προσπαθείς να αποδείξεις ότι είσαι πιο έξυπνος ή πιο «σωστός»- γίνεται σχεδόν επαναστατική.

Γιατί δεν θέλουμε συμφωνία, αλλά ακρόαση
Στις περισσότερες καθημερινές συζητήσεις, λειτουργούμε με μια λανθασμένη υπόθεση: ότι ο στόχος είναι να πείσουμε ή να πειστούμε. Ότι μια «καλή» συζήτηση είναι εκείνη όπου καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα ή όπου κάποιος «κερδίζει» το επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μιλούν για να αλλάξουν τη γνώμη μας. Μιλούν για να επιβεβαιώσουν τη δική τους ύπαρξη. Να δουν αν ο πόνος τους, η χαρά τους, η αμφιβολία τους, χωρά στον κόσμο. Όταν κάποιος μας αφηγείται μια εμπειρία, σπάνια ζητά αξιολόγηση. Ζητά αναγνώριση.
Αυτό εξηγεί γιατί τόσες συζητήσεις καταλήγουν σε ένταση. Όταν απαντάμε με λύσεις, συμβουλές ή αντιρρήσεις σε μια στιγμή που ο άλλος απλώς θέλει να ακουστεί, το μήνυμα που λαμβάνει είναι: «Δεν σε καταλαβαίνω» ή «Αυτό που νιώθεις δεν είναι αρκετό».

Ο κανόνας της Όπρα
Είτε συμφωνείτε με τον Χαν είτε με τον Ρουσσώ, το συμπέρασμα είναι το ίδιο: όλοι θέλουν να αναγνωρίζονται και να γίνονται αποδεκτοί. Επομένως, αν θέλουμε να κάνουμε κάποιον να νιώσει καλύτερα για τον εαυτό του -αν θέλουμε να καλλιεργήσουμε στενότερες, πιο οικείες σχέσεις- πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τον «κανόνα της Όπρα». Ο κανόνας της Όπρα περιλαμβάνει δύο μέρη. Πρώτον, προσφέρουμε σκόπιμα στον συνομιλητή μας ευκαιρίες να αναγνωριστεί. Του κάνουμε ερωτήσεις όπως: «Πώς ένιωσες όταν συνέβη αυτό;», «Τι σκέφτηκες όταν το είπαν αυτό;» ή «Θα ήθελα πολύ να μάθω γιατί ήταν τόσο σημαντικό για σένα». Δεύτερον, φροντίζουμε να του προσφέρουμε όλη την αναγνώριση που αναζητά, λέγοντας «Καταλαβαίνω», «Κατανοώ γιατί το σκέφτηκες αυτό» και «Νομίζω ότι τα πήγες πολύ καλά».
Ο κανόνας της Όπρα βασίζεται σε μια πιο θεμελιώδη φιλοσοφική και ενσυναίσθητη βάση: Πρέπει να συναντάμε τους ανθρώπους εκεί όπου βρίσκονται. Όπως το έθεσε ο Χαν, πρέπει να αντιμετωπίζουμε «την ακρόαση ως μια θεραπευτική πράξη» και να σταματήσουμε να «αγοράζουμε» τις ιστορίες των ανθρώπων, αλλά να τις αποδεχόμαστε. Να μπαίνουμε στη θέση κάποιου, να βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια του και να τον προσκαλούμε να εκφραστεί.

Πώς να εφαρμόσουμε το Oprah Rule στην καθημερινότητά μας
Αν δεχτούμε ότι οι άνθρωποι θέλουν κυρίως να ακουστούν, τότε το ερώτημα είναι πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το γεγονός για να έχουμε καλύτερες, ουσιαστικότερες συνομιλίες.
Πρώτον, σταματάμε να ακούμε για να απαντήσουμε. Αντί να προετοιμάζουμε τη δική μας τοποθέτηση όσο ο άλλος μιλά, δίνουμε όλη μας την προσοχή στα λόγια, στον τόνο, στις παύσεις του. Συχνά, αυτά που δεν λέγονται είναι πιο σημαντικά από αυτά που λέγονται.
Δεύτερον, αντανακλούμε, δεν διορθώνουμε. Φράσεις όπως «ακούγεται ότι αυτό σε δυσκόλεψε πολύ» ή «μοιάζει να ένιωσες μόνος σε αυτό» δείχνουν κατανόηση χωρίς κρίση. Δεν απαιτούν συμφωνία, μόνο παρουσία.
Τρίτον, αντιστεκόμαστε στον πειρασμό της εμπειρίας μας. Δεν χρειάζεται κάθε ιστορία που ακούμε να συνδεθεί με κάτι που μας συνέβη. Μερικές φορές, η πιο γενναιόδωρη απάντηση είναι να μην μιλήσουμε καθόλου για τον εαυτό μας.

Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image