Από το πρώτο μηχάνημα βαθμολόγησης εξετάσεων μέχρι τον δίσκο που άλλαξε την εποχή της πληροφορίας, ο μηχανικός της IBM έβαλε τις βάσεις για τον ψηφιακό κόσμο

Πριν από την εποχή του cloud, των smartphones και των τεράστιων κέντρων δεδομένων που αποθηκεύουν καθημερινά δισεκατομμύρια αρχεία, η μεγαλύτερη πρόκληση της τεχνολογίας ήταν πολύ πιο απλή: πώς θα χωρέσει περισσότερη πληροφορία σε λιγότερο χώρο. Ο άνθρωπος που έδωσε μία από τις σημαντικότερες απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα ήταν ο Ρέινολντ Τζόνσον, ένας Αμερικανός μηχανικός που έμεινε στην ιστορία ως «πατέρας του σκληρού δίσκου». Η εφεύρεσή του δεν άλλαξε μόνο την πορεία της πληροφορικής. Μετέτρεψε την αποθήκευση δεδομένων από μια ακριβή και δύσχρηστη διαδικασία σε ένα προϊόν που μπορούσε σταδιακά να φτάσει παντού και να γίνει κτήμα όχι μόνο των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά όλων των ανθρώπων που ασχολούνται με την τεχνολογία.

Ο «πατέρας του σκληρού δίσκου» που έκανε την αποθήκευση δεδομένων εμπόρευμα
O IBM 305 RAMAC, ο πρώτος εμπορικός υπολογιστής με σκληρό δίσκο. Aν και ολόκληρο το σύστημα ζύγιζε πάνω από έναν τόνο και καταλάμβανε χώρο άλλαξε για πάντα την έννοια της αποθήκευσης. Photo: www.en.wikipedia.org

Πρωτοπόρος της πληροφορικής
Ο Τζόνσον γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1906 στη Μινεσότα. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, αλλά από μικρός έδειξε ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά και στις κατασκευές. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, από όπου αποφοίτησε το 1929 με πτυχίο στην ηλεκτρολογία. Το οικονομικό κραχ του 1929 και η Μεγάλη Ύφεση που το ακολούθησε δυσκόλεψε την επαγγελματική αποκατάσταση πολλών νέων μηχανικών εκείνης της εποχής. Ο Τζόνσον εργάστηκε ως καθηγητής φυσικής και μαθηματικών, μέχρι που η πορεία του άλλαξε όταν προσλήφθηκε από την IBM το 1932.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του στην εταιρεία δεν είχε σχέση με υπολογιστές, αλλά με την εκπαίδευση, όπου είχε αποκτήσει και σχετική εμπειρία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 δημιούργησε ένα μηχάνημα που μπορούσε να διορθώνει αυτόματα τεστ πολλαπλής επιλογής. Η συσκευή χρησιμοποιούσε ηλεκτρικά κυκλώματα για να αναγνωρίζει τις σωστές απαντήσεις σε φύλλα εξετάσεων και αποτέλεσε την πρώτη σημαντική εφεύρεση του Τζόνσον. Το «test scoring machine» έγινε ιδιαίτερα γνωστό και έδειξε στην IBM ότι ο νεαρός μηχανικός είχε την ικανότητα να λύνει πρακτικά προβλήματα με πρωτοποριακές ιδέες. Η εφεύρεσή του χρησιμοποιήθηκε ευρέως σε σχολεία και πανεπιστήμια και αποτέλεσε πρόδρομο τεχνολογιών οπτικής αναγνώρισης, που αργότερα θα χρησιμοποιούνταν σε πολλούς διαφορετικούς τομείς. Αυτή η εφεύρεση ήταν το διαβατήριο του Τζόνσον για να μεταβεί στα ανώτερα κλιμάκια των ερευνητικών ομάδων της ΙΒΜ και ολόκληρη η εταιρεία να επενδύσει πάνω στο μυαλό του, ώστε να δίνει λύσεις εκεί που οι άλλοι έπεφταν σε τοίχο.

Η μεγάλη στιγμή, όμως, ήρθε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η IBM αναζητούσε τρόπους να βελτιώσει την αποθήκευση δεδομένων. Μέχρι τότε οι υπολογιστές βασίζονταν κυρίως σε διάτρητες κάρτες και μαγνητικές ταινίες. Οι λύσεις αυτές είχαν περιορισμούς: οι κάρτες απαιτούσαν τεράστιο χώρο, ενώ οι ταινίες ήταν αργές στην αναζήτηση συγκεκριμένων πληροφοριών. Το 1952 ο Τζόνσον μεταφέρθηκε στο Σαν Χοσέ της Καλιφόρνιας, όπου η IBM δημιούργησε ένα νέο εργαστήριο έρευνας με στόχο την ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης. Εκεί ξεκίνησαν οι πειραματισμοί που θα οδηγούσαν στην εφεύρεση του σκληρού δίσκου. Η ομάδα του Τζόνσον προσπάθησε να δημιουργήσει μια συσκευή που θα επέτρεπε την τυχαία πρόσβαση στα δεδομένα, δηλαδή ο υπολογιστής να μπορεί να βρίσκει άμεσα οποιαδήποτε πληροφορία χωρίς να χρειάζεται να «διαβάσει» ολόκληρη τη μνήμη από την αρχή.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της έρευνας ήταν το IBM 350 Disk Storage Unit, ο πρώτος εμπορικά διαθέσιμος σκληρός δίσκος στον κόσμο. Η συσκευή παρουσιάστηκε το 1956 μαζί με τον υπολογιστή IBM 305 RAMAC. Η συσκευή είχε 50 δίσκους με διάμετρο 24 ιντσών και μπορούσε να αποθηκεύσει περίπου 3,75 megabytes δεδομένων. Σήμερα ο αριθμός αυτός μοιάζει ασήμαντος. Μια σύγχρονη κάρτα μνήμης μπορεί να αποθηκεύσει χιλιάδες φορές περισσότερα δεδομένα σε μέγεθος μικρότερο από ένα νύχι. Όμως το 1956 τα 3,75 megabytes ήταν τεράστια ποσότητα. Ολόκληρο το σύστημα ζύγιζε πάνω από έναν τόνο και καταλάμβανε χώρο σαν μεγάλο δωμάτιο, αλλά άλλαξε για πάντα την έννοια της αποθήκευσης.

Η καινοτομία του Τζόνσον
H πληροφορία έγινε προσβάσιμη. Για πρώτη φορά οι επιχειρήσεις μπορούσαν να αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες δεδομένων και να τις αναζητούν γρήγορα. Ο σκληρός δίσκος έγινε η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η σύγχρονη οικονομία της πληροφορίας. Ο Τζόνσον δεν σταμάτησε εκεί. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του στην IBM εργάστηκε πάνω σε πολλές τεχνολογίες που σχετίζονταν με την αποθήκευση και την επεξεργασία δεδομένων. Ανάμεσα στις σημαντικότερες συνεισφορές του ήταν και η ανάπτυξη τεχνολογιών μαγνητικής εγγραφής, που τον οδήγησαν να θεωρείται ένας από τους ανθρώπους πίσω από τη δημιουργία της βιντεοκασέτας.

Ο «πατέρας του σκληρού δίσκου» που έκανε την αποθήκευση δεδομένων εμπόρευμα
Σήμερα η αποθήκευση έχει μετατραπεί σε εμπορεύσιμο αγαθό αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, από τους σκληρούς δίσκους και τις μνήμες flash μέχρι τα data centers και τις υπηρεσίες cloud. Photo: Getty Images/Ideal Image

Μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στην IBM, ο Τζόνσον συνταξιοδοτήθηκε το 1971. Δεν εγκατέλειψε, όμως, την έρευνα. Συνέχισε να ασχολείται με νέες τεχνολογίες και να κατοχυρώνει πατέντες, αποδεικνύοντας ότι η καινοτομία δεν ήταν απλώς ένα επαγγελματικό κεφάλαιο, αλλά τρόπος σκέψης. Η κληρονομιά του αναγνωρίστηκε ακόμη περισσότερο λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του. Το 1992 θεσπίστηκε το βραβείο Reynold B. Johnson Information Storage Award, το οποίο απονέμεται σε καινοτομίες που συμβάλλουν σημαντικά στην εξέλιξη της αποθήκευσης δεδομένων. Ο Ρέινολντ Τζόνσον πέθανε το 1998, αφήνοντας πίσω του μια τεχνολογική επανάσταση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Από τους τεράστιους δίσκους της δεκαετίας του 1950 μέχρι σήμερα, η βασική ιδέα παραμένει ίδια: η ανάγκη να αποθηκεύεται περισσότερη πληροφορία σε μικρότερο χώρο. Η εφεύρεσή του μίκρυνε εντυπωσιακά τον χώρο της αποθήκευσης, έκανε τα δεδομένα εμπορεύσιμο αγαθό και συνέβαλε στη δημιουργία της κοινωνίας της πληροφορίας.

Η εξέλιξη της αποθήκευσης δεδομένων δημιούργησε σταδιακά μια νέα παγκόσμια αγορά. Από τους τεράστιους μηχανικούς δίσκους της IBM, όπου ένα megabyte κόστιζε χιλιάδες δολάρια, η τεχνολογία οδήγησε σε μια δραματική πτώση του κόστους. Σήμερα η αποθήκευση έχει μετατραπεί σε εμπορεύσιμο αγαθό αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, από τους σκληρούς δίσκους και τις μνήμες flash μέχρι τα data centers και τις υπηρεσίες cloud. Εταιρείες όπως η Amazon, η Microsoft και η Google δεν πουλούν πλέον μόνο υπολογιστική ισχύ, αλλά κυρίως χώρο για την αποθήκευση της πληροφορίας. Η κληρονομιά του Τζόνσον βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην ιδέα ότι τα δεδομένα δεν είναι απλώς πληροφορία, αλλά ένας οικονομικός πόρος που μπορεί να αποθηκευτεί, να διακινηθεί και να αποκτήσει αξία.

Εισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image