Οι Αμερικανοί ποντάρουν πια περισσότερα απ’ όσα ξοδεύουν σε βιβλία, μουσική, σινεμά και συναυλίες. Στην Ελλάδα το στοίχημα τρέχει με 44 εκατομμύρια ευρώ την ημέρα, ενώ ένας στους τρεις δεν άνοιξε βιβλίο μέσα στη χρονιά.
Καφετέρια σε μια ελληνική πλατεία, μεσημέρι καθημερινής, τέσσερις άνθρωποι σε ένα τραπέζι με τα κινητά στο χέρι. Παλιά θα υπήρχε μια εφημερίδα διπλωμένη στην άκρη, ίσως κι ένα βιβλίο τσέπης ξεχασμένο σε καμιά τσάντα. Τώρα υπάρχουν οι εφαρμογές τζόγου. Δελτία με αθλητικά ματς και «φρουτάκια». «Ζωντανό καζίνο», παιχνίδια που παίζονται 24 ώρες το 24ωρο, με αποδόσεις που αλλάζουν κάθε δεκαπέντε δευτερόλεπτα, και μια σιωπή στο τραπέζι που κάποτε τη λέγαμε περισυλλογή. Την έχουμε δει όλοι την εικόνα. Απλώς δεν την είχαμε κοστολογήσει ποτέ. Τώρα μπορούμε.
Δεν φταίνε τα παιδιά, φταίνε οι πτυχιούχοι
Στο τεύχος Αυγούστου του «Ατλάντικ», η Ρόουζ Χόροβιτς λέει κάτι που στην αρχή ακούγεται σοφιστεία και μετά σου κάθεται βαρύ: η Αμερική δεν έγινε αναλφάβητη, έγινε «μετα-εγγράμματη». Ξέρει να διαβάζει, αλλά δεν το κάνει πια. Και τα στοιχεία που φέρνει δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για παρηγοριά. Σύμφωνα με το Εθνικό Ίδρυμα Τεχνών, που τρέχει την πληρέστερη έρευνα αναγνωστικών συνηθειών στις ΗΠΑ, λιγότεροι από τους μισούς ενήλικες δήλωσαν το 2022 πως διάβασαν έστω ένα βιβλίο μέσα στον χρόνο. Μυθιστόρημα ή διήγημα, μόλις το 38%. Μια δεύτερη μελέτη, χτισμένη πάνω σε 236.000 απαντήσεις της αμερικανικής έρευνας χρήσης χρόνου, δείχνει το ίδιο πράγμα από άλλη γωνία. Όσοι διαβάζουν για ευχαρίστηση σε μια οποιαδήποτε μέρα ήταν 28% το 2004. Το 2023 έπεσαν στο 16% -στο μισό μέσα σε δυο δεκαετίες.
Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι πόσοι έφυγαν. Είναι ποιοι. Γιατί η συζήτηση εδώ και χρόνια γυρίζει υποχρεωτικά γύρω από τα παιδιά, τις οθόνες και τα σχολεία, κι έχει ειπωθεί τόσες φορές που δεν παράγει πια καμία πληροφορία. Αυτό που καταγράφει η Χόροβιτς είναι ότι κατέρρευσαν οι ομάδες που ιστορικά διάβαζαν περισσότερο. Οι συνταξιούχοι, οι γυναίκες, οι απόφοιτοι πανεπιστημίου. Δηλαδή ακριβώς το κοινό πάνω στο οποίο στηριζόταν μια ολόκληρη εκδοτική οικονομία. Και τα βιβλία που όντως πουλάνε είναι απλούστερα από παλιά, κάτι που το ξέρει κάθε επιμελητής και δεν το λέει δυνατά.
Πού πήγαν τα λεφτά κι ο χρόνος
Δεν εξαφανίστηκαν βέβαια. Μετακόμισαν. Ο ερευνητής Τζόναθαν Κοέν υπολογίζει ότι από τον Μάιο του 2018, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο άνοιξε τον δρόμο για τη νομιμοποίηση του αθλητικού στοιχήματος πολιτεία προς πολιτεία, μέχρι τον Αύγουστο του 2024 οι Αμερικανοί πόνταραν 398 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω αδειοδοτημένων στοιχηματικών. Μόνο το 2023 πόνταραν 121 δισεκατομμύρια. Περισσότερα απ’ όσα έδωσαν την ίδια χρονιά σε βιντεοπαιχνίδια, εισιτήρια σινεμά, συνδρομές μουσικής, βιβλία και συναυλίες μαζί. Κι όχι, δεν κόπασε. Η Αμερικανική Ένωση Παιγνίων ανακοίνωσε για το 2025 μικτά έσοδα 78,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον εμπορικό κλάδο, αύξηση 9,2%, έκτη συνεχόμενη χρονιά ρεκόρ. Βάλτε και τα καζίνο των ιθαγενών φυλών και πλησιάζετε τα 125 δισεκατομμύρια. Ο κλάδος απέδωσε 18 δισεκατομμύρια σε άμεσους φόρους παιγνίων, ποσό που κάνει κάθε πολιτεία ταυτόχρονα συνέταιρο κι επόπτη. Και ναι, ξέρουμε πώς πάνε συνήθως τέτοιοι διπλοί ρόλοι.
Δυο βιομηχανίες λοιπόν παλεύουν για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Για τη διαθέσιμη προσοχή ενός ενήλικα μετά τη δουλειά. Η μία ζητάει σαράντα λεπτά συγκέντρωσης για να σου δώσει κάτι. Η άλλη σου δίνει σε τριάντα δευτερόλεπτα και σου τα ξαναζητάει αμέσως. Προφανώς, αυτός ο αγώνας δεν θα «παιχτεί» ποτέ στα ίσα.
Η ελληνική εκδοχή: 44 εκατομμύρια την ημέρα
Εδώ η αναλογία είναι, αν θέλουμε να το θέσουμε «ευγενικά», πιο απότομη. Από την ετήσια έκθεση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων για το 2025 προκύπτει ότι οι Έλληνες ποντάρουν κατά μέσο όρο περίπου 44 εκατομμύρια ευρώ την ημέρα. Κάπου 1,8 εκατομμύριο την ώρα, νυχθημερόν, όσο κοιμόμαστε, όσο δουλεύουμε, όσο διαβάζουμε το άρθρο αυτό. Σύμφωνα με μελέτη της Deloitte για λογαριασμό της ΕΕΕΠ, τα καθαρά έσοδα των διαδικτυακών παρόχων έφτασαν πέρυσι το 1,2 δισεκατομμύριο ευρώ, με 7,7 δισεκατομμύρια να έχουν πονταριστεί μέσω διαδικτύου. Στο μη αδειοδοτημένο κύκλωμα κινήθηκαν άλλα 1,8 δισεκατομμύρια, με μέσο ποσό ανά παίκτη 2.027 ευρώ. Σχεδόν οι μισοί από αυτούς τους παίκτες είναι κάτω των 44.
Στην άλλη πλευρά του ισολογισμού, η μεγάλη έρευνα του ΟΣΔΕΛ για το βιβλίο και το κοινό του έδειξε πως το 35% του πληθυσμού δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο μέσα στη χρονιά. Η ίδια έρευνα κατέγραψε όμως και κάτι που συνήθως το προσπερνάμε: όσοι διαβάζουν, διαβάζουν αρκετά, κοντά στα πέντε βιβλία τον χρόνο. Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι η ένταση. Είναι η βάση. Και υπάρχει βέβαια κι η ελληνική ιδιαιτερότητα, που αξίζει να ειπωθεί χωρίς ηθικολογία. Το κράτος εισπράττει από το στοίχημα εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως (πρακτικά σχεδόν ένα δις ευρώ από την φορολογία τους, χωρίς να μιλάμε για την φορολογία των παικτών, των κερδών τους κ.ο.κ.) και ταυτόχρονα το εποπτεύει. Είναι ο ίδιος μηχανισμός που χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, και πολιτιστικές δράσεις.
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image