Οι «τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης» μπορούν να «δουν» τον χωρισμό με ακρίβεια που ξεπερνά το 90%.
Ένα διαζύγιο δεν είναι ποτέ εύκολο. Ακόμα και στην περίπτωση του συναινετικού διαζυγίου, ο πόνος για μια σχέση που τελικά δεν λειτούργησε, οι καλές στιγμές που μένουν παγωμένες στο χρόνο, η μοναξιά, ή ο φόβος κι η ανασφάλεια για το αύριο συνθέτουν μια πιο δύσκολη και περίπλοκη εικόνα για δύο ανθρώπους που κάποτε ήταν ζευγάρι. Από τους πιο συχνούς λόγους διαζυγίου συγκαταλέγονται ο φόβος δέσμευσης, η απιστία, οι συχνοί καβγάδες, ο γάμος σε νεαρή ηλικία, τα οικονομικά προβλήματα, η ενδοοικογενειακή βία, τα προβλήματα υγείας. Υπάρχει τρόπος να προβλέψει κανείς την πορεία ενός δεσμού ώστε να αποφύγει την ψυχοφθόρα και επώδυνη διαδικασία του διαζυγίου; Σύμφωνα με τους ψυχολόγους Τζον και Τζούλι Γκότμαν, τέσσερις είναι οι παράγοντες που προβλέπουν αν ένας γάμος θα οδηγηθεί στο τέλος.
Οι τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης
Ο κλινικός ψυχολόγος και ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, Τζον Γκότμαν, καθώς και συγγραφέας βιβλίων σχετικά με τη συντροφικότητα, τη συναισθηματική νοημοσύνη και τη σταθερότητα του γάμου, με τη σύζυγό του Τζούλι, κλινική ψυχολόγο, ερευνήτρια και συγγραφέα, ίδρυσαν το Gottman Institute, μέσα από το οποίο παρατηρούν και αναλύουν τη συμπεριφορά των ζευγαριών και προσπαθούν να κατανοήσουν τι καθορίζει την πορεία μιας σχέσης. Μέσα από την πολυετή τους έρευνα, κατέληξαν σε τέσσερις προγνωστικούς παράγοντες, οι οποίοι σύμφωνα με τους ίδιους, προβλέπουν με ακρίβεια που ξεπερνά το 90%, αν ένας γάμος θα καταλήξει στο διαζύγιο. Όπως εξηγούν, αυτές οι συμπεριφορές που αναφέρουν ως «Οι τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης», υπάρχουν σχεδόν σε κάθε σχέση. Το ζητούμενο είναι ο τρόπος διαχείρισής τους. Όταν, δηλαδή, γίνονται μόνιμος τρόπος επικοινωνίας, με κανέναν από τους δύο να δείχνει πρόθεση να τις διορθώσει.
Σε συνέντευξή τους στο Big Think, το ζευγάρι των ειδικών ανέλυσε τους τέσσερις παράγοντες, με πιο καταστροφικό όλων την περιφρόνηση. Η έλλειψη σεβασμού είναι ο πιο σοβαρός προγνωστικός παράγοντας για την εξέλιξη μιας σχέσης. Ο σύντροφος όχι μόνο αντιλαμβάνεται ότι ο αγαπημένος του τον υποτιμά, αλλά συρρικνώνεται μπροστά του και περιορίζεται η αυτοεκτίμησή του. Χλευασμός, ειρωνεία, εκφράσεις προσώπου που υποδηλώνουν απαξίωση, αποτελούν σοβαρές ενδείξεις μιας τοξικής σχέσης που δεν αναμένεται να ευδοκιμήσει. Στη δεύτερη θέση κατατάσσεται η άσκηση κριτικής. Όχι απλώς, ως παράπονο για κάτι που δεν έγινε σωστά, αλλά ως επίθεση στο σύντροφο. Δεν έχει στόχο την εποικοδομητική συζήτηση, αλλά τη σύγκρουση και την ισοπέδωση. Η στείρα κριτική, δεν οδηγεί πουθενά πέρα από την ρήξη. Για παράδειγμα η φράση «Είσαι εγωιστής», έχει άλλη βαρύτητα από την έκφραση δυσαρέσκειας που μπορεί να αποτυπωθεί στη φράση «Στενοχωρήθηκα που ξέχασες να το κάνεις».
Κάτι ακόμα που δηλητηριάζει τη σχέση είναι η αμυντική στάση, με την αναζήτηση δικαιολογιών και τη θυματοποίηση ή τη μετατόπιση της ευθύνης. Αν για παράδειγμα ο σύντροφος ασκήσει κριτική για κάτι, ο άλλος μπορεί να αμυνθεί απαντώντας «ναι, αλλά ούτε εσύ πληρώνεις τους λογαριασμούς στην ώρα τους» ή να αρνηθεί το πρόβλημα. Με αυτόν τον τρόπο το ζευγάρι βρίσκεται στο σημείο μηδέν χωρίς καμία πρόοδο, αλλά μόνο με πικρία και οργή, ανίκανοι κι οι δύο να ακούσουν πραγματικά τι τους λέει ο αγαπημένος τους. Αν επιλέξουν, δε, την αποστασιοποίηση και τη σιωπή, απομονώνονται και επομένως η σχέση αποδυναμώνεται ακόμα περισσότερο, αφού έχει χαθεί η σύνδεση. Η άρνηση επικοινωνίας έρχεται να συμπληρώσει το… καρέ των αρνητικών συμπεριφορών, με την πλήρη συναισθηματική και σωματική απομάκρυνση από τη συζήτηση. Συνήθως η στάση αυτή απαντά στην περιφρόνηση. Ο σύντροφος αρνείται να ακούσει, αποσύρεται, κλείνεται στον εαυτό του για να αποφύγει τη σύγκρουση. Συχνά αυτό συμβαίνει γιατί το νευρικό του σύστημα, έχει κατακλυστεί από στρες.
Το… αντίδοτο
Σύμφωνα με τους Γκότμαν, σε ποσοστό 69% τα προβλήματα αυτά είναι μόνιμα και δεν λύνονται ποτέ, καθώς πηγάζουν από βαθιές διαφορές στην προσωπικότητα ή τις αξίες. Όπως εξηγούν, τα ευτυχισμένα ζευγάρια δεν έχουν λιγότερα προβλήματα, αλλά τα διαχειρίζονται διαφορετικά: με χιούμορ, αποδοχή και συμβιβασμούς. Στις υγιείς σχέσεις, για κάθε μια αρνητική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, αντιστοιχούν τουλάχιστον πέντε θετικές, όπως επιβεβαίωση, χιούμορ, τρυφερότητα. Αυτό που καταστρέφει αθόρυβα την αγάπη, αναφέρουν οι ειδικοί, είναι η σταδιακή απώλεια της εμπιστοσύνης και η μοναξιά που νιώθει κανείς όταν ο σύντροφός του δεν ανταποκρίνεται στις απόπειρες επανασύνδεσης του αγαπημένου του.
Υπάρχει… αντίδοτο; Το ζεύγος επισημαίνει ότι καμία σχέση δεν είναι τέλεια και πως όλοι κατά καιρούς μπορεί να αποκαλύψουν έναν από τους «ιππότες». Τη διαφορά στα ζευγάρια που αντέχουν στον χρόνο κάνουν η ικανότητα και η ταχύτητα που επιδεικνύουν σε ένα επεισόδιο έντασης. Ζητούν συγγνώμη, ρίχνουν τους τόνους και αναλαμβάνουν την ευθύνη που τους αναλογεί.
Ολοένα λιγότερα «δέχομαι»
Η ικανότητα, λοιπόν, να διαχειρίζονται οι σύντροφοι τις δυσκολίες δεν αποτελεί μόνο αντίδοτο στις συγκρούσεις, αλλά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι αργούν περισσότερο να αποφασίσουν αν και πότε θα παντρευτούν. Σύμφωνα με μελέτη από το Πανεπιστήμιο Μπόουλινγκ Γκριν στο Οχάιο των ΗΠΑ, λιγότεροι είναι οι ενήλικες που παντρεύονται σε νεαρή ηλικία. Το ποσοστό των ανθρώπων που λένε «ναι» για πρώτη φορά, φτάνει τα 40-45 έτη, συγκριτικά με τις παλαιότερες γενιές. Όπως προκύπτει από την έκθεση, στις ΗΠΑ το ποσοστό του πρώτου γάμου στη μέση ηλικία έχει αυξηθεί κατά 75% για τις γυναίκες και κατά 45% για τους άνδρες, από τη δεκαετία του 1990. Μάλιστα, τα ποσοστά γυναικών και ανδρών που παντρεύτηκαν πρώτη φορά σε ηλικία 40-59 ετών τετραπλασιάστηκαν ως το 2019.
Όπως αναφέρει το ομοσπονδιακό γραφείο απογραφών των ΗΠΑ, σήμερα οι ενήλικες μεταθέτουν τον γάμο για αργότερα, περίπου 7-9 χρόνια σε σύγκριση με το παρελθόν. Εκπαίδευση, εργασία, εισόδημα, αποτελούν τους τρεις βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση των Αμερικανών να πουν το «για πάντα». Από την άλλη, πολλά ζευγάρια επιλέγουν να συγκατοικήσουν ώστε να αποταμιεύσουν για την αγορά κατοικίας, ή να καλύψουν τα έξοδα του γάμου. Την ίδια στιγμή, προτεραιότητα δίνουν στη συναισθηματική ωριμότητα και την ανεξαρτησία πριν κάνουν το επόμενο βήμα. Όλα αυτά εξηγούν για ποιο λόγο λιγότερα από τα μισά νοικοκυριά στις ΗΠΑ το 2025 αποτελούνταν από παντρεμένα ζευγάρια, όταν πριν 50 χρόνια σχεδόν τα δύο τρίτα είχαν ήδη περάσει βέρες. Κατά μέσο όρο, πάντως, οι ενήλικες παντρεύονται στα 30,8 έτη για τους άνδρες και τα 28,4 έτη για τις γυναίκες, από 23,5 και 21,1 έτη αντίστοιχα το 1975. Την ίδια στιγμή, η αύξηση στα ποσοστά διαζυγίων μοιάζει να αποτρέπει τους νέους, ιδίως της Γενιάς Ζ, να παντρευτούν.
Το 2023, σύμφωνα με τη Eurostat, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφηκε μείωση στα ποσοστά γάμων, με 1,8 εκατομμύρια τελετές, δηλαδή 4 γάμοι ανά 1.000 ανθρώπους. Όσο για τα διαζύγια, αυξήθηκαν φτάνοντας τα 0,7 εκατομμύρια, δηλαδή 2 διαζύγια ανά 1.000 ανθρώπους. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των γάμων συνέχισε την πτωτική τάση την ίδια χρονιά, με 3,9 γάμους ανά 1.000 ανθρώπους, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό από 1960. Όσο για εκείνο των διαζυγίων, υπολογίζεται στα 1,5 ανά 1.000 κατοίκους, με τα περισσότερα να εκδίδονται για άτομα ηλικίας 40 έως 49 ετών. Από τη μία η οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας, από την άλλη οι κοινωνικές αλλαγές, οδηγούν σε χαμηλότερα ποσοστά γάμων, μετατρέποντας την απόφαση περισσότερο σε καθαρή προσωπική επιλογή παρά σε συμμόρφωση στους κοινωνικούς κανόνες.
Εξωτερική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image