Ο ορφανός στρατιωτικός που έγινε βασιλιάς και η θλιμμένη πριγκίπισσα.
Ποια θα είναι η επόμενη ημέρα στο Ιράν σε περίπτωση που καταρρεύσει το θεοκρατικό καθεστώς, το οποίο κυβερνά τη χώρα από το 1979; Ακόμα και εμπειρότατοι διπλωματικοί αναλυτές αδυνατούν να δώσουν μια πειστική απάντηση. Ένα από τα σενάρια που προβάλλονται είναι η αναβίωση της δυναστείας των Παχλαβί, δηλαδή η επιστροφή του (σήμερα 65χρονου) Ρεζά Παχλαβί σε ρόλο ανώτατου άρχοντα (Σάχη), μια θέση στην οποία βρέθηκαν και ο πατέρας και ο παππούς του πριν από έναν αιώνα.
Η ιστορία της οικογένειας Παχλαβί
Μόνο το όνομα Παχλαβί αρκεί να προκαλέσει ένταση. Τα 54 χρόνια που πατέρας και γιος βρέθηκαν στο τιμόνι αυτού του πανάρχαιου κράτους συνδέθηκαν με συγκεκριμένες κατευθύνσεις: Μια συνεχή προσπάθεια εκδυτικισμού και εκμοντερνισμού, η οποία είχε μεν πολλούς οπαδούς, αλλά και πολλούς αντιπάλους. Ένα εκρηκτικό χαρμάνι, μέσα στο οποίο ενσωματώθηκαν και έρωτες, αναγκαστικοί χωρισμοί και μελαγχολίες με έντονο ελληνικό χρώμα.
Ο Ρεζά Χαν, ο ιδρυτής της δυναστείας, γεννήθηκε το 1879 στην πόλη Αλάστ, στην επαρχία Μαζανταράν και ήταν το μοναδικό παιδί ενός ταγματάρχη του στρατού και μιας γυναίκας περσικής μεν καταγωγής, η οποία είχε φτάσει στην περιοχή πρόσφυγας από τα εδάφη που βρίσκεται σήμερα η Γεωργία. Σε ηλικία μόλις οκτώ μηνών ο πατέρας του πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε κι αυτός οδηγήθηκε στο σπίτι ενός θείου του, που ήταν ανώτερος διοικητής στην Ταξιαρχία Περσών Κοζάκων, μια επίλεκτη μονάδα του ιππικού. Στο σπίτι του θείου του ο Ρεζά είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και στα 16 του χρόνια έγινε μέλος της συγκεκριμένης στρατιωτικής μονάδας. Με την υποστήριξη του θείου του, αλλά και τις δικές του δυνατότητες, αναρριχήθηκε γρήγορα και σε ηλικία ούτε 40 ετών ήταν διοικητής της ταξιαρχίας.
Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία το 1917 η περιοχή του Καυκάσου και του βόρειου Ιράν μύριζε μπαρούτι. Σοβιετικοί και Βρετανοί στην ουσία ασκούσαν τον έλεγχο στη χώρα και η δυναστεία των Κατζάρ, που διοικούσε τότε, είχε ουσιαστικά καταρρεύσει. Αυτό το κενό εξουσίας εκμεταλλεύθηκε ο Ρεζά. Το 1921 οι δύο δυνάμεις που ήθελαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη χώρα άρχισαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο ανατροπής των Κατζάρ με στρατιωτικές δυνάμεις εντός της χώρας. Ο Ρεζά πήρε το πράσινο φως των Βρετανών να βαδίσει κατά της Τεχεράνης, μπήκε επικεφαλής 4.000 επίλεκτων ανδρών, έφτασε στην πόλη χωρίς αντίσταση και πέτυχε να διώξει όλη τη βασιλική οικογένεια.
Ο νέος Σάχης
Ο Ρεζά ονομάστηκε «σαρντάρ σεπάχ», αρχιστράτηγος του στρατού, όμως όσο διοικούσε και πετύχαινε να εξασφαλίζει εδάφη και υποστήριξη, φάνηκε ότι δεν είχε μόνο αυτή τη φιλοδοξία. Το 1925, όταν όλη η χώρα βρισκόταν πια υπό τον έλεγχό του μετά το πραξικόπημα, στέφθηκε νέος σάχης του Ιράν. Τότε υιοθέτησε και το επώνυμο Παχλαβί, που δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Επρόκειτο για πολιτική και ιστορική επιλογή. Στα αρχαία περσικά «παχλαβί» σημαίνει πολεμιστής και γενναίος άνδρας. Έτσι ονομάζεται και η λεγόμενη «μεσαία» περσική γλώσσα, δηλαδή η γλώσσα που ομιλούνταν την περίοδο των Σασσανιδών (3ος-7ος αιώνας μ.Χ.), πριν από την αραβοϊσλαμική κατάκτηση. Κι αυτό είχε τη σημασία του: Ο Ρεζά Χαν ήθελε το Ιράν ελεύθερο από θρησκεία, από τοπικά συμφέροντα (που ονόμαζε «νομαδικά») και από εθνοτικές διαφορές. Ο νέος Σάχης προσπάθησε να αναπτύξει την εκπαίδευση, την ανάπτυξη υποδομών, αλλά και τη συμμετοχή των γυναικών σε δημόσιες δραστηριότητες. Αυτά τα μέτρα συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές δομές κοινωνίες και θεωρούνταν πολύ πρωτοποριακά, ειδικά στις επαρχιακές πόλεις.
Το μεγαλύτερο, όμως, κεφάλαιο της οικογένειας Παχλαβί γράφτηκε με τη μορφή του γιου του Ρεζά, του Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος βρέθηκε στον θρόνο υπό πιεστικές περιστάσεις. Το 1941, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι βρετανικές και σοβιετικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Ιράν επικαλούμενες «στρατηγικές ανάγκες». Ο Ρεζά Χαν προσπάθησε να κρατήσει ουδετερότητα, οι Συμμαχικές Δυνάμεις τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί και να εξοριστεί στο Μαυρίκιο. Ο Μοχάμαντ Ρεζά, μόλις στα 21 του χρόνια, ανέλαβε το θρόνο του Ιράν με το σκεπτικό ότι θα βασίλευε και δεν θα κυβερνούσε.
Ο νέος Σάχης είχε μπροστά του μια χώρα σε μεταβατική φάση. Αναγκασμένος να ελέγξει ένα διεθνώς φορτισμένο γεωπολιτικά κράτος, βρέθηκε μπροστά σε αντιφάσεις: από τη μια πλευρά, επιδίωκε τη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Από την άλλη, αντιμετώπιζε ισχυρές εσωτερικές συγκρούσεις που αφορούσαν την ιδέα του κράτους, τον ρόλο της θρησκείας και τη σχέση με τη Δύση. Η περίοδος του Μοχάμαντ Ρεζά ήταν επίσης διάσημη για την παράδοση πολιτικών ελευθεριών που καταπνίγονταν, την ταύτιση συμφερόντων με δυτικές εταιρείες και κυβερνήσεις, την έντονη παρουσία της μυστικής υπηρεσίας SAVAK, και μια γενική αίσθηση αποξένωσης μεταξύ του κράτους και μεγάλου μέρους του ιρανικού λαού, καθώς είχε επιλέξει έναν απόλυτα δυτικό τρόπο ζωής.
Η προσωπική ζωή και η Σοράγια
Ο Μοχάμαντ Ρεζά γνώρισε την όμορφη Σοράγια Εσφεντιαρι-Μπαχτιαριάρι, που έγινε η βασίλισσά του το 1951. Προηγουμένος είχε παντρευτεί την κόρη του βασιλιά Φαρούκ της Αιγύπτου, αλλά ο γάμος κράτησε μόλις τρία χρόνια. Γεννημένη στην Ισφαχάν και μεγαλωμένη μεταξύ Ιράν και Ευρώπης, η Σοράγια δεν ήταν μια τυπική αυτοκρατορική σύζυγος. Η μητέρα της ήταν Γερμανίδα και η ίδια εκπαιδεύτηκε στη Δύση, γεγονός που προκάλεσε σκεπτικισμό από τα συντηρητικά κομμάτια της κοινωνίας. Η σχέση τους ακόμα κι όταν παντρεύτηκαν τροφοδοτούσε μύθους και ρομαντικούς θρύλους για την εξωτική Ανατολή, αλλά αντιμετώπισε κι έναν μοιραίο περιορισμό: η Σοράγια δεν μπόρεσε να δώσει στον Σάχη έναν διάδοχο, και μετά από χρόνια πίεσης, το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 1958.
Η «θλιμμένη πριγκίπισσα», όπως αποκαλούσε η Ελλάδα της εποχής τη Σοράγια, αγαπούσε ιδιαίτερα τη χώρα μας και συχνά κατέλυε σε πολυτελή ξενοδοχεία, ακόμα και πριν το διαζύγιό της. Όταν χώρισε βρισκόταν ακόμη πιο συχνά στη χώρα μας, πολλές φορές κρατούσε ολόκληρες πτέρυγες σε ξενοδοχεία στο νότιο τμήμα της Αττικής. Η αποχώρηση της Σοράγια άνοιξε τον δρόμο στη ζωή του σάχη για μια τρίτη σύζυγο, τη Φαράχ Ντιμπά, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ανάμεσά τους και τους «διαδόχου» Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος σήμερα αποτελεί μια απόκεντρη μεν, αλλά υπαρκτή πολιτική φιγούρα στο σύγχρονο Ιράν.
Η πτώση της δυναστείας Παχλαβί
Στη δεκαετία του 1970 η εσωτερική δυσαρέσκεια μεγάλωνε. Ο σάχης Μοχάμαντ Ρεζά ενίσχυσε την πολιτική καταστολή, προσπάθησε να εκσυγχρονίσει καταιγιστικά την οικονομία με τη λεγόμενη Λευκή Επανάσταση, μια σειρά από ριζικές αλλαγές στη γη, τη βιομηχανία και την κοινωνική δομή που έδιναν δικαιώματα στις γυναίκες και προσπάθειες αναδιανομής, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυαν την αίσθηση καθεστωτικής αποξένωσης. Οι αντιδράσεις σε αυτά τα μέτρα, η αυξανόμενη ρητορική του θρησκευτικού κλήρου υπό την ηγεσία του Χομεϊνί, και η βαριά πολιτική καταστολή κατέληξαν στη μεγάλη έκρηξη που ξέσπασε τέλος της δεκαετίας. Το 1979 η επανάσταση πήρε μαζικές διαστάσεις, και ο ίδιος ο Σάχης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο θρόνος καταργήθηκε και η ισλαμική δημοκρατία αντικατέστησε τη μοναρχία, αλλάζοντας ριζικά την πολιτική και κοινωνική ταυτότητα του Ιράν.
Ο Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί πέθανε το 1980 εξόριστος, αφήνοντας πίσω του μια δυναστεία που έζησε λιγότερο από έναν αιώνα αλλά σφράγισε μνήμες και πολιτικές συγκρούσεις. Ο Ρεζά Παχλαβί, ο μεγαλύτερος γιος του, έχει τον τίτλο του διαδόχου, αλλά φυσικά δεν είναι βασιλιάς. Στη σύγχρονη Ιρανική πολιτική κρίση έχει επανέλθει στο προσκήνιο ως ένας από τους πιο ηχηρούς επικριτές της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Τα συνθήματα κάποιων διαδηλωτών στο Ιράν περιλαμβάνουν αναφορές για «επιστροφή του Παχλαβί», ή τουλάχιστον αξιοποίηση του ονόματος ως σύμβολο αλλαγής. Οι σημαίες που ανεμίζουν οι διαδηλωτές έχουν κεντρικό σύμβολο «το λιοντάρι και τον ήλιο», που υπήρχαν στη σημαία της χώρας όσο βρίσκονταν στην εξουσία οι Παχλαβί.
Ακόμα και σήμερα, πάντως, η ιστορία της οικογένειας Παχλαβί παραμένει διχαστική: υπάρχουν αυτοί που τη θυμούνται για τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού και την κοινωνική αλλαγή, και αυτοί που την κατακρίνουν για την αυταρχική της φύση και την αποξένωση από τις παραδόσεις της ιρανικής κοινωνίας.
Φωτογραφίες: Getty Images / Ideal Image