Μια αληθινή ιστορία για την ψευδαίσθηση της αυθεντικότητας.

Στην προσφυγομάνα γειτονιά της ιστορίας μας, σε ένα μικρό ταχυφαγείο, για ένα ολόκληρο αιώνα γενιές και γενιές ανθρώπων μόχθησαν πάνω από τις φωτιές σερβίροντας μνήμες και παραδόσεις από προπάππου σε παππού και από πατέρα σε γιο στους κατοίκους μιας άγνωστης τουριστικά γειτονιάς. Εδώ, η αναμονή ήταν πάντα τελετουργία και η σιωπή σεβασμός. Σήμερα, από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και για λίγες μόνο ώρες κάθε απόγευμα, μητέρα και γιος σερβίρουν στα λιγοστά τραπέζια και στους πάγκους τον δικό τους χειροποίητο γύρο στα κάρβουνα. Φίλοι και γνωστοί χαρίζουν στους εαυτούς τους μια καθημερινή κοινωνική συνθήκη που περιέχει μικρές στιγμές γευστικής αλήθειας.

Πώς οι influencers ‘’σκότωσαν’’ τα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς
Για δεκαετίες το μικρό οικογενειακό εστιατόριο ή το συνοικιακό ταβερνάκι αποτελούσε ένα ζωτικό κοινωνικό κύτταρο. Photo: 123RF

Εκεί βρισκόμουν και εγώ κάθε φορά που επισκεπτόμουν την πόλη. Με σεβασμό στην ιστορία και την αισθητική του χώρου, χωρίς κινητό τηλέφωνο στο χέρι, χανόμουν ανάμεσα σε ιστορίες ανθρώπων, σε πολιτικές και αθλητικές συζητήσεις, σε λαϊκές δοξασίες και διαφωνίες πάνω από μια μερίδα φαγητό και μια μπύρα. Και το κυριότερο. Δεν μιλούσα για αυτό. Δεν παρότρυνα φίλους και γνωστούς να το επισκεφθούν και αυτοί με την σειρά τους να φέρουν περισσοτέρους επισκέπτες. Άλλωστε για κάποιους ανθρώπους σαν και την οικογένεια της ιστορίας, το κυνήγι του κέρδους δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός.
Η διατήρησή της επιχείρησης τους, το καθημερινό μεροκάματο είναι η ζωή και ο θάνατός τους. Από την παιδική ηλικία έως τα βαθιά γεράματά τους όλα τα μέλη της οικογένειας τα πέρασαν στα ίδια λιγοστά τετραγωνικά, στις ίδιες φωτιές. Μια σπάνια και ζωτική συνθήκη όμοια με την σημασία της ίδιας της αναπνοής για όλους εμάς.

Και έπειτα ήρθε η ‘’εξέλιξη’’
Είδα με τα μάτια μου το τέλος μιας εποχής. Είδα άγνωστους μεταξύ αγνώστων. Είδα το φαγητό να αλλάζει, να χάνει την αυθεντικότητά του, την ίδια του την ψυχή. Είδα την αναμονή να μεγαλώνει επικίνδυνα και πρόσωπα απογοητευμένα να πασχίζουν να διαχειριστούν αυτό που συμβαίνει μπροστά τους. Είδα μεγάλα και γυαλισμένα αυτοκίνητα παρκαρισμένα σε κάθε πιθανή γωνιά. Είδα μια γειτονιά σε αποσύνθεση. Η ξερακιανή μάνα με τις ρωγμές του χρόνου στο πρόσωπό της, παλεύει τώρα να διαχειριστεί μια ζήτηση που δεν ζήτησε ποτέ.
Δίπλα της η παρουσία του ‘’επιδραστικού’’ εισβολέα ταράζει την ηρεμία ενός γηγενή μεροκαματιάρη δημιουργώντας μια αλυσίδα γεγονότων που υπερνικούν την αντοχή και την ικανότητα εξυπηρέτησης χώρων που έχουν αντέξει την φθορά του χρόνου. Ακριβώς επειδή ήταν απομονωμένοι από την λαίλαπα των ετερόκλητων επισκεπτών που υπό κανονικές συνθήκες θα ξοδεύαν χρήματα και χρόνο στο οικείο μοντέρνο και νεοαστικό εστιατορικό τους ρεπερτόριο.

Η νέα πραγματικότητα
Η καθιέρωση στις μέρες μας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σαν μια σταθερά ενημέρωσης και ψυχαγωγίας σε συνδυασμό με την κυριαρχία κάθε λογής επιδραστριών και επιδραστών στον τομέα της εστίασης άλλαξε ριζικά τον χάρτη της γαστρονομίας. Ενώ θεωρητικά η ψηφιακή προβολή θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη για κάθε επιχείρηση, στην πραγματικότητα, η κουλτούρα του viral και ένας αέναος αγώνας ταχύτητας για την πρωτιά στην ανακάλυψη και προβολή του πιο παλιού παραδοσιακού καφενέ λειτούργησε ως δίκοπο μαχαίρι, τραυματίζοντας θανάσιμα τα μικρά οικογενειακά καταστήματα. Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο καθηγητής Μπαμπινιώτης: “Οι influencers τείνουν να εξελιχθούν σε ινφλουέντσα”.

Πώς οι influencers ‘’σκότωσαν’’ τα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς
Η εξαρτημένη σχέση του καταναλωτή με το Instagram και το TikTok μετέτρεψε το φαγητό από εμπειρία γεύσης σε ένα άψυχο οπτικό προϊόν. Photo: 123RF

Η εξαρτημένη σχέση του καταναλωτή με το Instagram και το TikTok μετέτρεψε το φαγητό από εμπειρία γεύσης σε ένα άψυχο οπτικό προϊόν, συμπαρασύροντας στην δίνη τους και τα παραδοσιακά συνοικιακά καταστήματα τα οποία αδυνατούν -ή και δεν επιθυμούν- ενίοτε τους κανόνες της ψηφιακής βιτρίνας. Για δεκαετίες το μικρό οικογενειακό εστιατόριο ή το συνοικιακό ταβερνάκι αποτελούσε ένα ζωτικό κοινωνικό κύτταρο. Η προσωπική και πολλές φορές η σχέση αγάπης-μίσους του ιδιοκτήτη με τους θαμώνες, η αναγνωρισμένη γευστική ποιότητα μα πάνω από όλα η αίσθηση ασφάλειας και οικειότητας που μετατρέπει ένα χώρο εστίασης σε καταφύγιο του μόχθου και της λαϊκής κουλτούρας αλλοιώνονται.
Κι όλα αυτά χάρις την επέλαση των πάσης φύσεως Influencers – Youtubers – TikTokers καθώς αυτοί ανατρέπουν βίαια αυτό το λαϊκό έρεισμα δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η εικόνα υπερισχύει της ουσίας, η ανάγκη για προβολή εκτοπίζει το γεύεσθαι, και κυρίως διαλύει το συναναστρέφεσθαι.

Το τσουνάμι επισκεπτών-τουριστών
Για μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση με περιορισμένο προσωπικό η ξαφνική έλευση ενός ετεροκλήτου πλήθους επισκεπτών δεν είναι ευλογία, αλλά εφιάλτης. Το μαγαζί γεμίζει ξαφνικά με κόσμο που δεν είναι ούτε θα γενούν ποτέ πελάτες, αλλά τουρίστες λόγω δημοσιότητας και προβολής. Οι ιδιοκτήτες, προσπαθώντας να ανταπεξέλθουν στην απότομη ζήτηση, χάνουν την ποιότητα, οι σταθεροί θαμώνες δυσαρεστούνται από την αναμονή και φεύγουν και μόλις η υπερέκθεση κάνει τον κύκλο της το μαγαζί, έχοντας χάσει την ταυτότητά του και μέρος της παλιάς σταθερής του πελατείας, παλεύει να ξεκινήσει ξανά από την ίδια αφετηρία. Οι Influencers αυτό που κατάφεραν ήταν να αλλάξουν την ουσία της κατανάλωσης. Μετέτρεψαν το κάθε γεύμα -γρήγορο και μη- από μια συμμετοχική πράξη βαθιάς κοινωνικοποίησης και απόλαυσης σε μια πράξη αυτοπροβολής.

Πώς οι influencers ‘’σκότωσαν’’ τα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς
Οι Influencers έχουν καταφέρει να μετέτρεψαν το κάθε γεύμα από μια συμμετοχική πράξη βαθιάς κοινωνικοποίησης και απόλαυσης σε μια πράξη αυτοπροβολής. Photo: 123RF

Ίσως η πιο τραγική επίπτωση που έχω αντικρίσει με τα μάτια μου είναι η προσπάθεια κάποιων μικρών καταστημάτων να μιμηθούν μοντέρνες πρακτικές για να σταθούν επάξια σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη αγορά. Βλέπουμε ιστορικά μαγαζιά να αλλάζουν το μενού τους προσθέτοντας μοντέρνα πιάτα που δεν γνωρίζουν πώς να τα δημιουργούν προς χάριν την εικόνας και των εφήμερων τάσεων. Αυτή η απώλεια ταυτότητας είναι ένα καίριο πλήγμα στην ανάγκη διατήρησης διαχρονικών σταθερών αξιών φιλοξενίας.

Η τραγωδία είναι ότι η ανακάλυψη ενός παραδοσιακού χώρου από τα social media αποτελεί ταυτόχρονα και τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του. Η αυθεντικότητα δεν μπορεί να επιβιώσει κάτω από τους προβολείς των social, γιατί η φύση της είναι να υπάρχει στη σιωπή, στη συνήθεια και στην προσωπική επαφή. Γιατί η αυθεντικότητα είναι ταπεινή και σιωπηλή.
Ίσως η μεγαλύτερη αντίσταση που μπορούμε να προβάλουμε είναι να κρατήσουμε μερικά μυστικά για εμάς. Να τρώμε χωρίς να φωτογραφίζουμε και να μιλάμε χωρίς να ποστάρουμε. Για να παραμείνουν αυτά τα λίγα τετραγωνικά μέτρα, οξυγόνο για την αναπνοή μας. Όταν μετατρέπουμε μια βιωματική εμπειρία σε οπτικό προϊόν, σκοτώνουμε την ψυχή της. Τελικά, η ινφλουέντσα της εποχής μας καταφέρνει το προφανές. Να μας κάνει να νιώθουμε μόνοι, ακόμα και πάνω από ένα γεμάτο τραπέζι.

Eισαγωγική φωτογραφία: Getty Images/Ideal Image