Οι πόλεμοι, τα διεθνή συμφέροντα και ο ρόλος του γιγαντιαίου κοιτάσματος στον πετρελαϊκό εφοδιασμό.
Στην απέραντη, επίπεδη γη της νότιας Μεσοποταμίας, περίπου 50 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Βασόρας και λίγα μόλις χιλιόμετρα από τα σύνορα του Ιράκ με το Κουβέιτ, βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά σημεία του πλανήτη. Το πετρελαϊκό κοίτασμα της Ρουμάιλα δεν είναι απλώς το μεγαλύτερο στο Ιράκ. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν ανακαλυφθεί ποτέ στον κόσμο και αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους κεντρικούς πυλώνες της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.
Η ιστορία του αρχίζει το 1953, όταν γεωλόγοι της Basrah Petroleum Company, θυγατρικής της Iraq Petroleum Company, εντόπισαν την τεράστια υπόγεια δεξαμενή υδρογονανθράκων κάτω από την έρημο της Βασόρας. Μέσα σε έναν χρόνο ξεκίνησε η εμπορική παραγωγή, το 1954, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για το ιρακινό πετρέλαιο. Εκείνη την εποχή το Ιράκ ήταν ήδη γνωστό για τα κοιτάσματα του Κιρκούκ, στη βόρεια περιοχή με την κουρδική πλειοψηφία, όμως η ανακάλυψη της Ρουμάιλα αποκάλυψε ότι ο νότος της χώρας έκρυβε ακόμη μεγαλύτερους ενεργειακούς θησαυρούς.
Το κοίτασμα εκτείνεται σε μια εντυπωσιακή γεωγραφική ζώνη περίπου 80 χιλιομέτρων από βορρά προς νότο και περίπου 20 χιλιομέτρων από δύση προς ανατολή, καλύπτοντας συνολικά έκταση περίπου 1.600 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Τα αποθέματά του υπολογίζονται γύρω στα 17 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 12% των συνολικών αποθεμάτων του Ιράκ. Το μέγεθος αυτό αρκεί για να κατατάξει τη Ρουμάιλα ανάμεσα στα λεγόμενα «super-giant» κοιτάσματα πετρελαίου, μια κατηγορία στην οποία ανήκουν ελάχιστα πεδία στον κόσμο. Για δεκαετίες αποτέλεσε την καρδιά της ιρακινής παραγωγής. Σήμερα εξακολουθεί να παράγει περίπου το ένα τρίτο του πετρελαίου της χώρας, με ημερήσια παραγωγή που μπορεί να ξεπεράσει το 1,4 ως και 1,5 εκατομμύριο βαρέλια.
Η σημασία της Ρουμάιλα δεν είναι μόνο οικονομική
Είναι βαθιά πολιτική και γεωπολιτική. Στη δεκαετία του 1960 η κυβέρνηση του Ιράκ, υπό τον Αμπντούλ Καρίμ Κασίμ, εθνικοποίησε μεγάλο μέρος των πετρελαϊκών παραχωρήσεων των ξένων εταιρειών. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε σταδιακά μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν ανέλαβε πλήρως τον έλεγχο των κοιτασμάτων. Από εκεί και πέρα το πεδίο μετατράπηκε σε ένα από τα βασικά εργαλεία ισχύος του ιρακινού κράτους. Η παραγωγή του έφτασε σε ιστορικό υψηλό το 1979, όταν άγγιξε περίπου τα 1,75 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Τα έσοδα από το πετρέλαιο χρηματοδότησαν τότε την εκβιομηχάνιση της χώρας, αλλά και τις στρατιωτικές φιλοδοξίες του καθεστώτος, που οδήγησαν στον πολυετή πόλεμο με το Ιράν.
Η γεωγραφία του κοιτάσματος έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στις διεθνείς συγκρούσεις. Το νότιο τμήμα της Ρουμάιλα βρίσκεται πολύ κοντά στα σύνορα με το Κουβέιτ, γεγονός που δημιούργησε μια διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών. Η Βαγδάτη κατηγόρησε το Κουβέιτ ότι πραγματοποιούσε «πλάγια γεώτρηση» από το έδαφός του, αντλώντας πετρέλαιο από το κοινό υπόγειο κοίτασμα. Αυτή η διαμάχη υπήρξε ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν τον Σαντάμ Χουσεΐν στην εισβολή στο Κουβέιτ το 1990 και στην έναρξη του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου.
Μετά τον πόλεμο και τις διεθνείς κυρώσεις της δεκαετίας του 1990, η παραγωγική υποδομή της Ρουμάιλα άρχισε να φθείρεται. Παλαιός εξοπλισμός, ελλιπείς επενδύσεις και φυσική μείωση της πίεσης των κοιτασμάτων οδήγησαν σε πτώση της παραγωγής. Η ανασυγκρότηση ήρθε μόνο μετά το 2009, όταν η ιρακινή κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία τεχνικών υπηρεσιών με διεθνείς εταιρείες, κυρίως τη BP και την PetroChina.
Η σύμπραξη αυτή δημιούργησε τον οργανισμό Rumaila Operating Organisation, έτσι ξεκίνησε ένα τεράστιο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού. Μέσα σε λίγα χρόνια ανοίχτηκαν εκατοντάδες νέες γεωτρήσεις, εγκαταστάθηκαν σύγχρονα συστήματα παρακολούθησης και πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις άνω των 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αναβάθμιση των υποδομών. Η προσπάθεια αυτή αύξησε την παραγωγή κατά περίπου 40% μέσα σε μια δεκαετία και συνέβαλε στην άντληση δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, αποφέροντας στο ιρακινό κράτος τεράστια έσοδα. Από το 2010 έως τα μέσα της δεκαετίας, η παραγωγή της Ρουμάιλα απέφερε στη χώρα περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η λειτουργία του κοιτάσματος έχει αφήσει και ένα βαρύ υγειονομικό αποτύπωμα στους κατοίκους της περιοχής της Βασόρας. Για δεκαετίες, η εκμετάλλευση της Ρουμάιλα συνοδεύεται από εκτεταμένη καύση φυσικού αερίου (gas flaring), διαδικασία που απελευθερώνει στην ατμόσφαιρα μεγάλες ποσότητες τοξικών ουσιών, όπως βενζόλιο, διοξίνες και μικροσωματίδια. Μελέτες ιρακινών γιατρών και διεθνών οργανισμών έχουν καταγράψει τα τελευταία χρόνια σημαντική αύξηση περιστατικών καρκίνου, ιδιαίτερα λευχαιμιών και καρκίνου του πνεύμονα, αλλά και γενετικών ανωμαλιών σε νεογνά. Στην επαρχία της Βασόρα πολλοί κάτοικοι αποδίδουν τη ραγδαία επιδείνωση της δημόσιας υγείας στην ατμοσφαιρική ρύπανση που προέρχεται από το γιγαντιαίο κοίτασμα της Ρουμάιλα, το οποίο καίει καθημερινά τεράστιες ποσότητες αερίου δίπλα σε κατοικημένες περιοχές.
Ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής
Οι πρόσφατες στρατιωτικές εντάσεις στον Περσικό Κόλπο, μετά τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον στόχων στο Ιράν, έχουν οδηγήσει στο προσωρινό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, δηλαδή του στενού θαλάσσιου περάσματος από το οποίο περνά περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η διακοπή της ναυσιπλοΐας έχει δημιουργήσει άμεσες συνέπειες για το Ιράκ. Τα τάνκερ δυσκολεύονται να φορτώσουν πετρέλαιο από τα νότια λιμάνια της χώρας και τα αποθέματα γεμίζουν γρήγορα. Η Βαγδάτη αναγκάστηκε να μειώσει την παραγωγή σε αρκετά μεγάλα κοιτάσματα, με τη Ρουμάιλα να υφίσταται περικοπή περίπου 700.000 βαρελιών ημερησίως.
Το γεγονός αυτό δείχνει πόσο στενά συνδεδεμένη είναι η τύχη ενός κοιτάσματος στην έρημο της Βασόρας με τις θαλάσσιες διαδρομές του Περσικού Κόλπου και τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή. Η Ρουμάιλα δεν είναι απλώς ένα γεωλογικό φαινόμενο, αλλά ένας κρίκος σε μια τεράστια αλυσίδα ενεργειακής εξάρτησης που συνδέει την Ασία, την Ευρώπη και την Αμερική.