Πώς μια φαινομενικά ταπεινή χρήση γης μετατράπηκε σε βιομηχανία, άλλαξε τον αστικό χάρτη του πλανήτη και την αξία ολόκληρων περιοχών.
Αν κάποιος ταξίδευε στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο ή στο Παρίσι στις αρχές του 20ού αιώνα, δύσκολα θα φανταζόταν ότι ένα από τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία των πόλεων του μέλλοντος θα ήταν ένα κομμάτι ασφαλτοστρωμένης γης γεμάτο ακίνητα αυτοκίνητα. Για πολλούς αιώνες, η αξία ενός οικοπέδου καθοριζόταν από τη θέση του και από το τι μπορούσε να χτιστεί πάνω του: Ένα εργοστάσιο, μια πολυκατοικία, μια αποθήκη ή ένα κατάστημα.
Διαχείριση των σύγχρονων πόλεων
Με την τεράστια έκρηξη, όμως, της αυτοκίνησης τα τελευταία 50 χρόνια εμφανίστηκε μια εντελώς διαφορετική λογική. Ξαφνικά, η αξία ενός χώρου μπορούσε να προκύπτει όχι από τα κτίρια, αλλά από τα αυτοκίνητα που μπορούσε να φιλοξενήσει, για λίγη ή περισσότερη ώρα. Η γέννηση της βιομηχανίας στάθμευσης υπήρξε μία από τις λιγότερο συζητημένες, αλλά πιο καθοριστικές αστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα. Μαζί με τους αυτοκινητόδρομους δημιούργησε τα σύγχρονα προάστια, ενίσχυσε την εξάπλωση των πόλεων προς τα έξω και μετέτρεψε εκτάσεις που θεωρούνταν σχεδόν άχρηστες σε χρυσωρυχεία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 οι περισσότερες αμερικανικές πόλεις δεν διέθεταν οργανωμένα πάρκινγκ. Τα λιγοστά αυτοκίνητα στάθμευαν στην άκρη των δρόμων. Καθώς όμως ο αριθμός τους άρχισε να εκτοξεύεται, ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δημοτικές αρχές και οι ιδιώτες άρχισαν να αναζητούν χώρους αποκλειστικά για στάθμευση. Μέχρι τη δεκαετία του 1950, τα υπαίθρια πάρκινγκ είχαν γίνει αναπόσπαστο τμήμα του αστικού τοπίου.
Σήμερα, η εικόνα είναι σχεδόν αδιανόητη σε σχέση με εκείνη την εποχή. Στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι υπάρχουν περισσότερες από 2 δισεκατομμύρια θέσεις στάθμευσης, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου έξι θέσεις για κάθε αυτοκίνητο που κυκλοφορεί. Σε πολλές αμερικανικές μητροπόλεις, η συνολική επιφάνεια που καταλαμβάνουν οι χώροι στάθμευσης ξεπερνά την επιφάνεια που καταλαμβάνουν οι κατοικίες.
Η Νέα Υόρκη, παρά τη φήμη της ως πόλη των μέσων μαζικής μεταφοράς, διαθέτει εκατομμύρια θέσεις στάθμευσης σε δρόμους, γκαράζ και ιδιωτικούς χώρους. Στο μητροπολιτικό συγκρότημα υπολογίζεται ότι οι επιφάνειες στάθμευσης καλύπτουν περίπου 35 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα. Στο Λονδίνο και στο Παρίσι η εικόνα είναι πιο περιορισμένη λόγω της ιστορικής δόμησης, όμως ακόμη και εκεί η έκταση που αφιερώνεται στη στάθμευση αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό του αστικού χώρου.
Το παράδοξο είναι ότι η μεγαλύτερη οικονομική μεταμόρφωση δεν συνέβη στα κέντρα των πόλεων, αλλά στις παρυφές τους. Εκτάσεις κοντά σε αεροδρόμια, λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς θεωρούνταν για δεκαετίες δευτερεύουσες επενδυτικές επιλογές. Συχνά επρόκειτο για γη με θόρυβο, κυκλοφοριακή επιβάρυνση και περιορισμένες δυνατότητες οικιστικής ανάπτυξης. Η άνοδος, όμως, των αεροπορικών ταξιδιών άλλαξε τα πάντα. Ένα οικόπεδο δίπλα ή κοντά σε ένα μεγάλο αεροδρόμιο μπορούσε πλέον να αποφέρει σταθερό εισόδημα χωρίς ιδιαίτερες κατασκευές. Μια περίφραξη, φωτισμός και ένας σταθμός πληρωμών αρκούσαν για να δημιουργηθεί μια εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση. Δεν είναι τυχαίο ότι γύρω από αεροδρόμια όπως το Heathrow, το Charles de Gaulle, το Schiphol ή το JFK αναπτύχθηκαν ολόκληρα οικοσυστήματα κολοσσιαίων ιδιωτικών πάρκινγκ.
Μία από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων των αεροδρομίων
Μελέτες δείχνουν ότι παγκοσμίως τα αεροδρόμια εισπράττουν περίπου 12-13 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μόνο από τη στάθμευση, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τα έσοδα αυτά αντιστοιχούν σε πάνω από το 20% των μη αεροπορικών εσόδων τους. Σε ορισμένα μεγάλα αεροδρόμια της Βόρειας Αμερικής η στάθμευση αποτελεί τη σημαντικότερη μεμονωμένη πηγή εσόδων. Το αεροδρόμιο της Μινεάπολης, για παράδειγμα, έχει καταγράψει έσοδα άνω των 100 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως από πάρκινγκ, ενώ τα τέσσερα μεγαλύτερα αεροδρόμια της Αυστραλίας εμφάνισαν λειτουργικά κέρδη άνω των 400 εκατομμυρίων δολαρίων από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα μέσα σε μία μόνο χρονιά.
Η οικονομική λογική είναι απλή. Ένα πολυώροφο γκαράζ ή ακόμη και ένα υπαίθριο πάρκινγκ μπορεί να εξυπηρετεί χιλιάδες οχήματα με περιορισμένο λειτουργικό κόστος. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές μελέτες, τα έσοδα ανά θέση στάθμευσης στα μεγάλα αεροδρόμια μπορούν να φθάσουν αρκετές χιλιάδες ευρώ ετησίως. Η μεγαλύτερη αλλαγή, βέβαια, δεν ήταν οικονομική, αλλά πολεοδομική. Η διαθεσιμότητα χώρων στάθμευσης επέτρεψε στους ανθρώπους να ζουν όλο και πιο μακριά από τα κέντρα των πόλεων. Τα προάστια δεν αναπτύχθηκαν μόνο χάρη στους αυτοκινητόδρομους. Αναπτύχθηκαν επειδή οι οδηγοί ήξεραν ότι θα βρουν κάπου να αφήσουν το αυτοκίνητό τους όταν φτάσουν στον προορισμό τους.
Τα εμπορικά κέντρα της μεταπολεμικής περιόδου χτίστηκαν γύρω από τεράστιους χώρους στάθμευσης. Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί δημιούργησαν εγκαταστάσεις «park and ride». Τα λιμάνια αφιέρωσαν μεγάλες εκτάσεις σε επιβάτες κρουαζιέρας που άφηναν το αυτοκίνητό τους για ημέρες ή εβδομάδες. Ολόκληρες οικονομίες τοπικής κλίμακας άρχισαν να περιστρέφονται γύρω από την προσωρινή αποθήκευση οχημάτων. Στην πραγματικότητα, η βιομηχανία στάθμευσης εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια αγορά δισεκατομμυρίων. Σύγχρονες εκτιμήσεις τοποθετούν την αξία της αγοράς διαχείρισης στάθμευσης και σχετικών υπηρεσιών σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, με τη συνεχή αύξηση του αριθμού των οχημάτων να διατηρεί τη ζήτηση υψηλή.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι το πάρκινγκ πέτυχε κάτι που λίγες άλλες χρήσεις γης κατάφεραν. Άλλαξε την οικονομική αξία του «τίποτα»: Δεν χρειάζεται πια να χτίσεις κάτι, οτιδήποτε, σ’ ένα οικόπεδο για να σου αποφέρει κέρδος. Αρκεί να βρίσκεται κοντά σ’ έναν σταθμό τρένου ή ένα αεροδρόμιο και να μπορεί να φιλοξενήσει αυτοκίνητα, για να μετατραπεί σ’ ένα περιουσιακό στοιχείο με δυνατότητα άμεσης απόδοσης.
Φωτογραφίες: Getty Images/Ideal Image