Όσο εύκολο είναι να κριτικάρει κάποιος έναν συνάνθρωπό του, τόσο βαθύτερος είναι ο λόγος που το κάνει.

Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους τίποτα δεν είναι ποτέ αρκετά καλό. Το φαγητό ήταν άνοστο, η απόφαση ήταν λανθασμένη, το project θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα. Σε μικρές δόσεις, η κριτική μπορεί να λειτουργεί σαν επιπλέον κίνητρο, το καύσιμο που θα μας κάνει να πάμε πιο μακριά και μας βοηθά να βελτιωθούμε. Όταν όμως η κριτική γίνεται μόνιμη στάση ζωής, αρχίζει να δημιουργεί μια διάχυτη ένταση γύρω από αυτούς που την ασκούν. Και τότε αξίζει να ρωτήσουμε: τι κρύβεται πίσω από αυτή τη συμπεριφορά;

Τι κρύβουν αυτοί που κριτικάρουν τους πάντες και τα πάντα;
Οι επικριτικοί άνθρωποι έχουν κυρίως έλλειψη ενσυναίσθησης, αδυναμία δηλαδή να μπουν στη θέση του άλλου ή να κατανοήσουν τις συναισθηματικές του καταστάσεις. @ Vitaly Gariev / Unsplash

Η κριτική ως «ασπίδα»
Από ψυχολογικής άποψης, το να εντοπίζει κανείς συνεχώς ό,τι δεν πάει καλά μπορεί να προσφέρει ένα αίσθημα ανωτερότητας ή ελέγχου. Ο ρόλος του αξιολογητή είναι πιο άνετος από τον ρόλο αυτού που εκτίθεται. Είναι πιο εύκολο να κρίνεις παρά να εκφράσεις μια εσωτερική ανάγκη. Έρευνα ψυχολόγων από τα πανεπιστήμια της Καλιφόρνιας και του Τίλμπουργκ της Ολλανδίας, έδειξε ότι οι πιο επικριτικοί και περιφρονητικοί άνθρωποι μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων είναι η χαμηλή φιλικότητα και κυρίως η έλλειψη ενσυναίσθησης, η αδυναμία δηλαδή να μπουν στη θέση του άλλου ή να κατανοήσουν τις συναισθηματικές του καταστάσεις.

Και στη ρίζα αυτής της στάσης; Μια βαθιά συναισθηματική ευθραυστότητα. Ένα υπερευαίσθητο “εγώ” που επιδιώκει να ηρεμήσει μέσα από αρνητική κριτική. Πολλές φορές η κριτική λέει περισσότερα γι’ αυτόν που κρίνει παρά γι’ αυτόν που κρίνεται. Σύμφωνα με το δημοφιλές γαλλικό περιοδικό Psychologies και την ψυχολόγο Delphine Py, αυτή η τάση να σχολιάζουν τα πάντα δεν αποτελεί απλώς δείγμα κακού χαρακτήρα. Αντικατοπτρίζει συχνά μια παλαιότερη πληγή, ένα έλλειμμα που χρονολογείται από τα παιδικά ή νεανικά χρόνια. Η κριτική γίνεται μια γλώσσα οικεία, γιατί δίνει την ψευδαίσθηση ότι διατηρεί κανείς υψηλά πρότυπα, ενώ στην πραγματικότητα καλύπτει συχνά έναν βαθύτερο φόβο, το να μην είναι αυτός που ασκεί την κριτική, αρκετός, το να μην αγαπιέται γι’ αυτό που είναι. Αυτή η συνήθεια μπορεί να έχει διαμορφωθεί λόγω αισθημάτων ανασφάλειας ή δύσκολης παιδικής ηλικίας. Το “εγώ” χρειάζεται αναγνώριση από εξωτερικές πηγές και όταν αυτή δεν το τροφοδοτεί αρκετά, βρίσκει ελαττώματα στους άλλους για να νιώσει ανακούφιση, το να μειώνει τους γύρω του λειτουργεί ως ενίσχυση της αυτοεκτίμησής του.

Οι ρίζες: η αυστηρή παιδική ηλικία
Το βλέμμα της ψυχολογίας στρέφεται αναπόφευκτα στην παιδική ηλικία. Η τελειομανία αναδύεται συχνά ως μηχανισμός αντιμετώπισης της ντροπής που πηγάζει από τραύμα παιδικής ηλικίας, με αποτέλεσμα τα άτομα που το φέρουν να αγωνίζονται να αποκτήσουν αίσθηση ελέγχου και ασφάλειας στο περιβάλλον τους. Ο εσωτερικός επικριτικός εαυτός δεν είναι τυχαίος: μιλά με φωνή που το νευρικό σύστημα αναγνωρίζει: τον γονέα που απέκρυπτε τη στοργή όταν η επίδοση δεν πληρούσε αόρατες προδιαγραφές, τον φροντιστή που χρησιμοποιούσε τη σιωπή ως τιμωρία για οτιδήποτε λιγότερο από άριστο. Με άλλα λόγια, το παιδί δεν επέλεξε αυτά τα πρότυπα. Τα απορρόφησε γιατί η επιβίωσή του εξαρτιόταν από αυτά. Και τώρα, ως ενήλικας, αδυνατεί να διακρίνει τη δική του φωνή από αυτή που του εμφυτεύτηκε.

Ο κλινικός ψυχολόγος Paul Hewitt, ένας από τους κορυφαίους ερευνητές της τελειομανίας, αναγνωρίζει αυτό που ονομάζει «κοινωνικά επιβεβλημένη τελειομανία», την πεποίθηση ότι οι άλλοι απαιτούν αψεγάδιαστη απόδοση ως προϋπόθεση αποδοχής. Αυτή η μορφή τελειομανισμού δεν είναι επιδίωξη αριστείας, είναι μια χρόνια, ανήσυχη προσπάθεια να αποτραπεί η απόρριψη, η ντροπή ή η εγκατάλειψη.

Τι κρύβουν αυτοί που κριτικάρουν τους πάντες και τα πάντα;
Ο χρόνια επικριτικός άνθρωπος, βαθιά μέσα του, κριτικάρει κυρίως τον εαυτό του. @ Vinicius Amano / Unsplash

Κριτική ως αυτοπροβολή 
Η κριτική συνήθως πηγάζει από κρυφές δυσκολίες παρά από γνήσιο ενδιαφέρον. Η τελειομανία και η ανασφάλεια οδηγούν πολλές από αυτές τις συμπεριφορές. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «προβολή»: αποδίδουμε στους άλλους αυτό που δεν μπορούμε να δούμε ή να αποδεχτούμε στον εαυτό μας. Ο χρόνια επικριτικός άνθρωπος, βαθιά μέσα του, κριτικάρει κυρίως τον εαυτό του. Με το να εντοπίζει ελαττώματα στους άλλους, νιώθει μια προσωρινή ανακούφιση, μια ψευδαίσθηση αύξησης της αυτοαξίας που καλύπτει τις δικές του ανασφάλειες. Η συνεχής κριτική δεν μένει μόνο στο επίπεδο του ενοχλητικού. Η σκληρή κρίση μπορεί να γκρεμίσει την αυτοεκτίμηση, δημιουργώντας μόνιμες πληγές που βλάπτουν τόσο τις οικογενειακές όσο και τις φιλικές σχέσεις.

Αυτό που κάνει την κατάσταση δύσκολη είναι ότι ο επικριτικός άνθρωπος σπάνια συνειδητοποιεί το κόστος που επιβάλλει. Δεν νιώθει ότι κάνει κάτι κακό νιώθει ότι απλώς «λέει την αλήθεια». Ζει μάλιστα με την ψευδαίσθηση ότι με την ειλικρίνειά του, ενοχλεί και τον περιθωριοποιούν, γιατί κατά τη γνώμη του «η αλήθεια είναι για λίγους». Αυτή η έλλειψη αυτογνωσίας καθιστά δύσκολη τόσο τη σχέση μαζί του όσο και τη δική του αλλαγή.

Τι μπορούμε να κάνουμε
Αν βρισκόμαστε κοντά σε έναν συνεχώς επικριτικό άνθρωπο, η πρώτη κίνηση είναι να μην επενδύουμε στις κρίσεις του. Οι άνθρωποι που κριτικάρουν συνεχώς τους άλλους αντανακλούν συνήθως περισσότερο τον εαυτό τους και τις προσωπικές τους πεποιθήσεις παρά εμάς. Μπορεί να φαίνεται ότι ο επικριτικός άνθρωπος τα βάζει μαζί μας, αλλά πιθανότατα ενεργεί έτσι με όλους. Αν πάλι η ίδια η επικριτική τάση αφορά εμάς τους ίδιους, αξίζει να αναρωτηθούμε το εξής: πότε άρχισα να βλέπω τα πάντα μέσα από αυτό το φακό; Ποια φωνή μιλάει μέσα μου όταν κρίνω; Συχνά, πίσω από την αυστηρή γλώσσα της κριτικής κρύβεται ένα ανεκπλήρωτο παιδί που δεν αγαπήθηκε αρκετά και που δεν έμαθε ποτέ να αγαπά ανεπιφύλακτα τον εαυτό του.

Η κατανόηση αυτής της δυναμικής δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε παθητικά την τοξική συμπεριφορά. Σημαίνει ότι βλέπουμε πέρα από αυτό και ότι, αν χρειαστεί, θέτουμε όρια από θέση κατανόησης, όχι εχθρότητας. Η συνεχής κριτική είναι η πιο έξυπνη μεταμφίεση της αδυναμίας. Γιατί αυτός που κριτικάρει, φοβάται στην ουσία ότι δεν είναι αρκετός. Και ότι δεν θα τον αγαπήσουν ποτέ πραγματικά για αυτό που είναι. 

Εξωτερική φωτογραφία: @ Wiki Sinaloa / Unsplash