2.868 διαμάντια, 17 ζαφείρια, 11 σμαράγδια, 269 μαργαριτάρια και 4 ρουμπίνια σε ένα σπάνιο αντικείμενο με μια ιδιαίτερη ιστορία.
Οι ουρές που σχηματίζονται καθημερινά στο Jewel House του Πύργου του Λονδίνου, μπροστά στην αλεξίσφαιρη προθήκη του εκθαμβωτικού Imperial State Crown, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία: το βαρύτιμο στέμμα που φορά ο εκάστοτε Βρετανός μονάρχης στη λήξη της τελετής στέψης και σε κάθε επίσημη έναρξη των εργασιών του Κοινοβουλίου, αποτελεί το απόλυτο pièce de résistance κάθε επίσκεψης στο ιστορικό μνημείο.
Με τα 2.868 διαμάντια, τα 17 ζαφείρια, τα 11 σμαράγδια, τα 269 μαργαριτάρια και τα 4 ρουμπίνια του να αστράφτουν καθώς αντανακλούν το φως, το εμβληματικό διάδημα συμπυκνώνει αιώνες βασιλικής ισχύος και τελετουργικής παράδοσης. Στον ίδιο χώρο το St Edward’s Crown -το θεωρούμενο ως ιερότερο από όλα τα στέμματα της συλλογής που φέρει το όνομα του βασιλιά και μετέπειτα Αγίου, Εδουάρδου του Εξομολογητή- είναι αυτό που τοποθετείται από τον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι στο κεφάλι του νέου μονάρχη την κορυφαία στιγμή της στέψης, καθώς αντηχεί το «God save the King».
Κι όμως, όσο εντυπωσιακά κι αν είναι, κανένα από τα δύο πολύτιμα σύμβολα της βρετανικής μοναρχίας, δεν αποτελεί το παλαιότερο σωζόμενο στέμμα της χώρας. Στην πραγματικότητα, αυτό βρίσκεται παραδόξως μακριά από τον Πύργο του Λονδίνου και ούτε καν επί βρετανικού εδάφους: το Στέμμα της Πριγκίπισσας Blanche- Crown of Princess Blanche, φυλάσσεται στο θησαυροφυλάκιο του Residenz München, του Βασιλικού Ανακτόρου του Μονάχου, αποτελώντας μια σπάνια και εντυπωσιακή απόδειξη των προηγμένων δεξιοτήτων των τεχνιτών του Μεσαίωνα.
Από τη Μ. Βρετανία στη Γερμανία, από το 1370 στο σήμερα
Γνωστό και ως «Bohemian» ή «Palatine», το μεγαλοπρεπές στέμμα κατασκευάστηκε περίπου μεταξύ 1370 και 1380, με σχέδιο τόσο λεπτεπίλεπτο και με μια πληθώρα πολύτιμων λίθων τοποθετημένων με τέτοια αρμονία, ώστε να θεωρείται ένα τρισδιάστατο αριστούργημα της χρυσοχοΐας της εποχής του. Η ίδια η επιβίωσή του για περισσότερα από 600 χρόνια είναι θαυμαστή, αν αναλογιστεί κανείς πως πολλά μεσαιωνικά βασιλικά κοσμήματα αποσυναρμολογήθηκαν με την πάροδο των αιώνων: τα πολύτιμα μέταλλά τους έλιωσαν και οι σπάνιες πέτρες τους ξανακόπηκαν και επανατοποθετήθηκαν, ακολουθώντας τις μεταβαλλόμενες επιταγές της μόδας.
Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν είναι ότι αρχική κάτοχος το στέμματος ήταν η Άννα της Βοημίας (1366–1394), κόρη του Καρόλου Δ΄, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και βασιλιά της Βοημίας. Το 1382 η Άννα παντρεύτηκε τον βασιλιά Ριχάρδο Β΄ της Αγγλίας, και σύμφωνα με τους ερευνητές Καρλ Σμέτσερ και Άλμπερτ Γκιλγκ σε άρθρο τους στο Journal of Gemmology, πιθανόν το στέμμα να δημιουργήθηκε για εκείνη μετά τον γάμο. Ωστόσο, στο Βασιλικό Ανάκτορο του Μονάχου αναφέρεται και μια δεύτερη πιθανότητα: ότι το στέμμα μπορεί να προερχόταν από τον παππού του Ριχάρδου Β΄, τον βασιλιά Εδουάρδο Γ΄.
Ο ίδιος ο Ριχάρδος Β΄ στέφθηκε σε ηλικία μόλις 10 ετών στο Westminster Abbey, όπου ένα πορτρέτο της δεκαετίας του 1390 -το παλαιότερο γνωστό πορτρέτο Βρετανού μονάρχη- τον απεικονίζει ως ενήλικα με την επίσημη ενδυμασία της στέψης. Δυστυχώς, οι λεπτομέρειες του στέμματος στο έργο, οι οποίες είχαν αποδοθεί σε παχύρευστο γκέσο, αφαιρέθηκαν κατά τη συντήρηση του 1866. Παρότι δύσκολο να εκτιμηθεί η ακριβής μορφή του στέμματος, η χρυσή βάση του και τα επιμήκη διακοσμητικά μοτίβα σε σχήμα άνθους που διακρίνονται στο πορτρέτο, καθιστούν αρκετά πιθανή τη σύνδεση με το συγκεκριμένο στέμμα.
Η ύπαρξή του επιβεβαιώνεται και από γραπτές πηγές του 14ου αιώνα. Μια απογραφή των κοσμημάτων και των αργυρών αντικειμένων του Ριχάρδου Β’ αποτιμά το στέμμα στις 246 λίρες, ενώ σε άλλη απογραφή του Νοεμβρίου 1399 -με αντικείμενα του βασιλικού θησαυροφυλακίου που παραδόθηκαν στον Ερρίκο Δ’, ξάδερφο και διάδοχό του στο θρόνο-, το στέμμα αναφέρεται και πάλι. Η καθοριστική καμπή στην ιστορία του ωστόσο ήρθε το 1402: όταν η Blanche της Αγγλίας (1392–1409), κόρη του Ερρίκου Δ’ παντρεύτηκε τον μελλοντικό Εκλέκτορα Παλατίνο Λουδοβίκο Γ’ του Οίκου των Βίττελσμπαχ, το στέμμα συμπεριλήφθηκε στην προίκα της, όπως μαρτυρούν αρχεία του Ιουλίου της ίδιας χρονιάς. Η Blanche πέθανε σε νεαρή ηλικία, το στέμμα όμως παρέμεινε στο ανακτορικό Θησαυροφυλάκιο της Χαϊδελβέργης, αν και το 1421, ο Λουδοβίκος Γ΄ το ενεχύρωσε σε ένα μοναστήρι για 3.000 φιορίνια -ένα τεράστιο ποσό για την εποχή. Όταν αργότερα το δάνειο αποπληρώθηκε, το στέμμα επιστράφηκε στον ηγεμόνα, συνεχίζοντας τη διαδρομή του μέσα στους αιώνες.
Η μεταφορά της πρωτεύουσας του Παλατινάτου από τη Χαϊδελβέργη στο Μάνχαϊμ το 1720, εξηγεί την παρουσία του στέμματος στις απογραφές του νέου θησαυροφυλακίου, με την τελική μετακίνησή του να καταγράφεται το 1778, αφού ο εκλέκτορας του Παλατίνου έγινε και διάδοχος του θρόνου της Βαυαρίας, ενώνοντας τα δύο κράτη. Η αυλή και οι βασιλικοί θησαυροί μεταφέρθηκαν πλέον στο Μόναχο της Βαυαρίας. Με την απόφαση το βασιλικό θησαυροφυλάκιο να περάσει στην κρατική ιδιοκτησία το 1818 και με το τέλος της δυναστεία των Βίττελσμπαχ έναν αιώνα αργότερα, το λαμπρό βασιλικό ανάκτορο Residenz άνοιξε στο κοινό ως μουσείο το 1920. Έκτοτε, οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν από κοντά το Στέμμα της Πριγκίπισσας Blanche, ένα σπάνιο μάρτυρα της μεσαιωνικής δεξιοτεχνίας και σιωπηλό αφηγητή μιας ιστορίας βασιλικών γάμων και ευρωπαϊκών δυναστειών.
To hightlight του Residenz München
Η πρώην βασιλική κατοικία του Μονάχου αποτελεί ένα εκθαμβωτικό, μνημειώδες συγκρότημα, το οποίο επί τέσσερις αιώνες, δούκες, εκλέκτορες και βασιλείς εμπλούτιζαν με συλλογές κορυφαίων έργων τέχνης, από την περίοδο της Αναγέννησης στο μπαρόκ, το ροκοκό και τον νεοκλασικισμό. Έπιπλα εποχής, πίνακες ζωγραφικής και γλυπτά, ταπισερί και επιχρυσωμένες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, αποτυπώνουν τόσο το γούστο όσο και τις πολιτικές φιλοδοξίες της δυναστείας των Βίττελσμπαχ.
Αποκορύφωμα πλούτου και ισχύος, το Θησαυροφυλάκιο (Treasury) συνιστά μια απαράμιλλη έκθεση σπάνιων ιστορικών αντικειμένων από χρυσό, σμάλτο, κρύσταλλο και ελεφαντόδοντο, τα οποία πλαισιώνονται από αμύθητης αξίας κοσμήματα και βέβαια, τα βασιλικά στέμματα της δυναστείας. Ανάμεσα στα κυριότερα εκθέματα συγκαταλέγονται το μικρής κλίμακας «Άγαλμα του Αγίου Γεωργίου», διακοσμημένο με μαργαριτάρια, διαμάντια και ρουμπίνια, καθώς και το εντυπωσιακό «Στέμμα της Πριγκίπισσας Blanche».
Η διακόσμησή του αναδεικνύει τη λάμψη του χρυσού μέσα από πληθώρα πολύτιμων λίθων: περιλαμβάνει μπλε και ροζ ζαφείρια, ροζ σπινέλια, γρανάτες, σμαράγδια, διαμάντια και μαργαριτάρια. Οι αρμονικές του αναλογίες οφείλονται στο γεγονός ότι η διάμετρος και το ύψος του είναι ίσα, ενώ 12 μοτίβα του εμβληματικού βασιλικού κρίνου fleur-de-lis εναλλάσσονται σε μέγεθος γύρω από τη στεφάνη. Τα μεγαλύτερα φτάνουν σε ύψος σχεδόν 18 εκατοστών, ενώ τα μικρότερα αγγίζουν περίπου τα 14,5 εκ, δημιουργώντας μια σύνθεση κομψής συμμετρίας και ισορροπίας.
Παρά την επιβλητική εμφάνιση, το Στέμμα της Πριγκίπισσας Blanche δεν έγινε ποτέ το πιο διάσημο της βρετανικής μοναρχίας. Στο Θησαυροφυλάκιο του Residenz του Μονάχου, λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα του Πύργου του Λονδίνου και ανάμεσα σε δεκάδες άλλα βασιλικά κειμήλια, θυμίζει μέσα από την αδιαμφισβήτητη λάμψη του ότι η ιστορία των ευρωπαϊκών βασιλείων ανέκαθεν ταξίδευε πολύ πιο πέρα από τα σύνορά τους.