Green Future

Τι είναι στην πραγματικότητα η «πράσινη μετάβαση» και πώς μπορούν να ανταποκριθούν οι ελληνικές εταιρείες σε αυτή τη νέα πρόκληση;

  • newsroom


Κιάρα Κόντη, Associate Partner, Υπηρεσίες Κλιματικής Αλλαγής και Βιώσιμης Ανάπτυξης, EY Ελλάδος

Η «πράσινη μετάβαση» αφορά κυρίως τη μετάβαση σε μία οικονομία κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 (με μηδενικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου), στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα (2015).

Η Ε.Ε. και όλα τα κράτη μέλη της έχουν υπογράψει και κυρώσει τη Συμφωνία και, όπως εκείνη ορίζει, η Ε.Ε. υπέβαλε τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της και τα αναπροσαρμοσμένα σχέδιά της για το κλίμα, αναλαμβάνοντας τη δέσμευση να μειώσει τις εκπομπές της κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 και η Ευρώπη να γίνει η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος έως το 2050.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναπτύσσει από το 2018 μια ευρεία πολιτική ατζέντα για τη χρηματοδότηση της βιώσιμης ανάπτυξης (sustainable finance), στην οποία περιλαμβάνονται ένα σχετικό Σχέδιο Δράσης στο πλαίσιο της «Πράσινης Συμφωνίας», καθώς και η πρόσφατη (Ιούλιος 2021) «Στρατηγική για τη Χρηματοδότηση της Μετάβασης σε μια Βιώσιμη Οικονομία».

Στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρήσεις καλούνται να εστιάσουν στην κατανόηση των κινδύνων και ευκαιριών της κλιματικής αλλαγής που τις επηρεάζουν (φυσικοί κίνδυνοι και κίνδυνοι μετάβασης, όπως οι αλλαγές στο κανονιστικό πλαίσιο, στις προτιμήσεις των καταναλωτών, κ.ά.), σε αντίθεση με την εστίαση σε σχετικές φιλανθρωπικές ή χορηγικές δράσεις για το κλίμα.

Η αναγνώριση και η διαχείριση αυτών των κινδύνων και ευκαιριών στοχεύει στην προσαρμογή του επιχειρηματικού τους μοντέλου και σε αρκετές περιπτώσεις, στη διαφοροποίηση των προϊόντων και υπηρεσιών, στο πλαίσιο μίας κλιματικά ουδέτερης οικονομίας.

Κιάρα Κόντη, Associate Partner, Υπηρεσίες Κλιματικής Αλλαγής και Βιώσιμης Ανάπτυξης, EY Ελλάδος

Η τάση αυτή βασίζεται στην ενσωμάτωση της βιώσιμης ανάπτυξης στην εταιρική στρατηγική υπό την λογική της «διπλής ουσιαστικότητας», πόσο, δηλαδή, μία εταιρεία διαχειρίζεται, τόσο τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που προκύπτουν για την ίδια από τις προκλήσεις της βιώσιμης ανάπτυξης (π.χ. πώς η κλιματική αλλαγή μπορεί να αυξήσει το κόστος πρώτων υλών), αλλά και πώς συνεισφέρει στην αντιμετώπισή τους, μέσα από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της (π.χ. μειώνοντας το ανθρακικό τους αποτύπωμα, επενδύοντας στην κυκλική οικονομία, κ.ά.), δημιουργώντας, κατά συνέπεια, μακροπρόθεσμη αξία για τα ενδιαφερόμενά της μέρη και την ευρύτερη οικονομία, την κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον.