search icon

Αγορές

5+1 κορυφαίοι επενδυτικοί οίκοι διασταυρώνουν τα «ξίφη» τους για την πορεία των μετοχών

Τα «αντίπαλα» στρατόπεδα των οίκων - Οι «αρκούδες» και οι «ταύροι» που θεωρούν πως υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες στα χρηματιστήρια

Πέντε κορυφαίοι επενδυτικοί οίκοι υποστηρίζουν τη συνέχεια της πτώσης και της αβεβαιότητας στις μετοχές (Citigroup, Bank of America, Morgan Stanley, Goldman Sachs και Credit Suisse) και η JP Morgan, στον αντίποδα, υποστηρίζει ότι υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες στις αγορές μετοχών που πρέπει να εκμεταλλευτούν οι επενδυτές.

H Citigroup κάνει λόγο για την υπερβολική αισιοδοξία των επενδυτών όσον αφορά ένα ράλι των αγορών, το οποίο αποτελεί κακό οιωνό για τους αναλυτές της Citigroup αφού, σύμφωνα με την τράπεζα, οι επενδυτικές κινήσεις ακολουθούν παρόμοια πορεία με αυτή πριν τις κρίσεις του 2000 και του 2007. Οι αναλυτές της Citigroup τόνισαν πως, ιστορικά, οι επενδυτές βγαίνουν κερδισμένοι περισσότερο από τη διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων τους σε διαφορετικές περιοχές αντί για επιχειρηματικούς τομείς. Σύμφωνα με τη Citigroup και τον αναλυτή Chris Montagu, την προηγούμενη εβδομάδα οι επενδυτές που είχαν short θέσεις κατέγραψαν μεγάλες απώλειες από το ράλι μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια

Η BofA προβλέπει για νέα διψήφια πτώση στις ευρωπαϊκές μετοχές και τις αμερικανικές μετοχές. Η BofA αναθεωρεί στις 3.600 μονάδες το στόχο για τον δείκτη S&P 500 και για τον ευρωπαϊκό δείκτη Stoxx Europe 600 κατά περίπου 12% προς τις 390 μονάδες έως το τέλος του έτους. Η επόμενη σημαντική αγοραστική ευκαιρία θα πρέπει να προσφερθεί μόλις ο μακροοικονομικός κύκλος φτάσει στο κατώτατο σημείο και η ανάπτυξη αρχίσει να ανακάμπτει, αλλά αυτό είναι απίθανο να συμβεί πριν από το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.

Η Morgan Stanley και ο Michael Wilson εκτιμά ότι οι μετοχές πρόκειται να καταγράψουν περαιτέρω πτώση ακόμα κι αν η οικονομία αποφύγει την ύφεση, αφού η τρέχουσα bear market δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, οι πιθανότητες δημιουργίας ύφεσης συνεχίζουν να αυξάνονται και κυμαίνονται στο 36%. Ο συνδυασμός των πιέσεων στην αγορά εργασίας, τις πρώτες ύλες και την εφοδιαστική αλυσίδα με τη μειωμένη ζήτηση αποτελεί μία «αόρατη απειλή» η οποία δεν αντικατοπτρίζεται στα επίσημα δεδομένα, όσον αφορά την κερδοφορία των εταιρειών, επισημαίνει ο Wilson.

Οι στρατηγικοί αναλυτές της Goldman Sachs θεωρούν ότι από εδώ και πέρα οι αποδόσεις θα πρέπει πιθανότατα να στηριχθούν σε μια βελτίωση του αναπτυξιακού κλίματος, αλλά οι αγορές θα είναι ευάλωτες σε hawkish εκπλήξεις εάν ο πληθωρισμός συνεχίσει να είναι υψηλός. Για τον αμερικανικό δείκτη S&P 500, η Goldman Sachs προτείνει τιμή στόχο στις 4.500 μονάδες, με το πολλαπλασιαστής τιμής προς κέρδη να διαμορφώνεται στις 17,7 φορές και αναμένει ενίσχυση των κερδών ανά μετοχή 8% φέτος και 10% άνοδο στην τιμή του δείκτη. Για τον ευρωπαϊκό δείκτη μετοχών Stoxx Europe 600 έχει θέσει τιμή-στόχο τις 460 μονάδες και δείκτη αποτίμησης σε όρους P/E στις 12 φορές, άνοδο των ΕPS κατά 6% και περιθώριο θετικής μεταβολής 9%. Οι συστάσεις για τον δείκτη S&P 500 είναι underweight (σ.σ. αποδόσεις χαμηλότερες της αγοράς), αντίθετα, για τις ευρωπαϊκές μετοχές και για τον δείκτη Stoxx Europe 600 οι συστάσεις είναι υποαπόδοση για το επόμενο τρίμηνο αλλά overweight (σ.σ. αποδόσεις υψηλότερες της αγοράς) για το επόμενο δωδεκάμηνο με τιμές-στόχους 390 μονάδες και 450 μονάδες και περιθώρια -6% και 14%, αντίστοιχα.

H Credit Suisse πιστεύει ότι η ύφεση μοιάζει αναπόφευκτη και ότι οι πτωτικές αγορές στις μετοχές διαρκούν πολύ περισσότερο, κατά μέσο όρο διάστημα 14 μηνών και σίγουρα περισσότερο η από ότι η bear market των αγορών εξαιτίας της πρόσφατης πανδημίας. Η ελβετικη τράπεζα επισημαίνει ότι κακώς οι επενδυτές προσδοκούν το ‘Fed put’, δηλαδή ότι η Fed θα παρέμβει για να στηρίξει τις αγορές εάν η τιμή των αγορών πέσει κάτω από ένα επίπεδο, εκτός αν ο S&P πέσει στις 3.000-3.400 μονάδες. Μια «κανονική» bear market θα έφερνε τον δείκτη S&P 500 κάτω στις 3.120 μονάδες. Για τις μετοχές επί της ουσίας προτείνει στους επενδυτές να πωλούν τα ράλι των δεικτών, καθώς τα EPS για το τέλος του 2023 φαίνεται να διαμορφώνονται πολύ υψηλά, κατά την άποψή τους, ειδικά σε ΗΒ, Ιαπωνία και Κίνα. Στις κυκλικές αγορές, η Credit Suisse εξακολουθεί να είναι υποεπενδεδυμένη, αλλά προσθέτουν θέσεις για πρώτη φορά από τον Ιούνιο του 2021. Αντίθετα, για τον κλάδο της τεχνολογίας συστήνει στους επενδυτές να είναι ιδιαίτερα επιλεκτικοί.

Σε εντελώς δικό του τέμπο, ο Marko Kolanovic επιμένει ότι στο β’ εξάμηνο του 2022, υπάρχουν πολλές ευκαιρίες στη Wall Street. Οι απόψεις του βρίσκουν αντίθετη την πλειοψηφία των αναλυτών σε μεγάλους οίκους, που συστήνουν επιφυλακτικότητα στους επενδυτές. Αν και υπάρχουν ακόμα πολλές προκλήσεις, θεωρεί ότι οι αποδόσεις προβλέπονται πολύ πιο ελκυστικές από τον κίνδυνο, σημειώνοντας ότι η ανάκαμψη των μετοχών θα γίνει σε πολύ ελκυστικές αποτιμήσεις, εφόσον πλέον έχει περάσει ο κίνδυνος της περαιτέρω πτώσης των δεικτών. Επίσης, ο Kolanovic θεωρεί ότι ακόμα και μετά το sell-off, οι τιμές των μετοχών παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, , ενώ παράλληλα οι απώλειες που υπήρξαν ήταν συγκριτικά υψηλότερες, από αυτές που κατά μέσο όρο παρατηρούνται κατά τη διάρκεια ύφεσης και επομένως δεν υπάρχει πλέον άλλος «χώρος» για πτώση.

Διαβάστε ακόμη:

Υπέρβαση – έκπληξη €5,2 δισ. στα φορολογικά έσοδα

ΔΕΣΦΑ: 11 φορτία LNG τον Σεπτέμβριο στη Ρεβυθούσα (pic)

Τι συνδέει Rolex, Porsche και Lamborghini με τα… cryptos (pic+πίνακας)

Exit mobile version