search icon

Αγορές

Capital Economics: Γιατί μια συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δεν θα φέρει εκρηκτικό ράλι στις αγορές – Οι τρεις παράγοντες κλειδί

Η αισιοδοξία για συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν στηρίζει τις αγορές, όμως η Capital Economics εκτιμά ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα επιτόκια περιορίζουν το περιθώριο μεγάλου ράλι

123RF

Οι διεθνείς αγορές εμφανίζονται ολοένα και πιο αισιόδοξες ότι μια πιθανή συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, περιορίζοντας έναν από τους μεγαλύτερους γεωπολιτικούς κινδύνους που πιέζουν τις παγκόσμιες αγορές τους τελευταίους μήνες.

Η αισιοδοξία αυτή ενίσχυσε τις ευρωπαϊκές μετοχές στη συνεδρίαση της Δευτέρας, με τον πανευρωπαϊκό δείκτη STOXX 600 να «κλείνει» μια… ανάσα από τα ιστορικά υψηλά που είχε καταγράψει στα τέλη Φεβρουαρίου, πριν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή πυροδοτήσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, άνοδο του πληθωρισμού και φόβους για επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης.

Ανάλογα θετικά είναι και τα προγνωστικά για την αυριανή συνεδρίαση της Wall Street, δεδομένου πως η αμερικανική αγορά δεν λειτούργησε τη Δευτέρα λόγω της εθνικής αργίας του Memorial Day.

Παρά το αισιόδοξο αυτό κλίμα, οι στρατηγικοί αναλυτές της Capital Economics, με επικεφαλής τον Τόμας Μάθιους, προειδοποιούν ότι οποιοδήποτε ράλι ανακούφισης ενδέχεται να αποδειχθεί πιο περιορισμένο από ό,τι ελπίζουν οι επενδυτές. Συγκεκριμένα θεωρούν ότι, ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία άμεσα, το περιθώριο για ένα ισχυρό και ευρείας κλίμακας ράλι στις αγορές ενδέχεται να είναι πολύ πιο «μαζεμένο» από όσο θα αναμενόταν.

Σύμφωνα με τον Μάθιους, αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι αγορές επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, κάτι που αντιστοίχως περιορίζει τώρα τη δυναμική ενός νέου «relief rally»

Μάλιστα, αναφέρεται και σε τρεις βασικούς λόγους που αιτιολογούν το σκεπτικό αυτό: πρώτον το γεγονός ότι οι πετρελαϊκές τιμές παραμένουν και θα παραμείνουν επί μακρόν σε υψηλά επίπεδα, δεύτερον το πώς θα επηρεάσουν τη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών και τρίτον το γεγονός ότι οι αγορές επέδειξαν ήδη σημαντικές αντοχές κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Το πετρέλαιο παραμένει βασικός κίνδυνος

Η Capital Economics θεωρεί ότι ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου δύσκολα θα επιστρέψουν άμεσα στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο.

Όπως σημειώνουν οι αναλυτές, η αγορά θα συνεχίσει να ενσωματώνει σημαντικό γεωπολιτικό premium ρίσκου γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, ειδικά όσο παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι κυρώσεις κατά της Τεχεράνης και οι εγγυήσεις θαλάσσιας ασφάλειας.

Εξάλλου, η αποκατάσταση των ενεργειακών ροών δεν εξαρτάται μόνο από τη διέλευση δεξαμενόπλοιων αλλά και από την επαναφορά της παραγωγικής ικανότητας του πετρελαίου, τη λειτουργία των διυλιστηρίων που επηρεάστηκαν από τη σύγκρουση, τη διαθεσιμότητα ναυτιλιακών assets και τη σταθεροποίηση του ασφαλιστικού και μεταφορικούς κόστους στις θαλάσσιες μεταφορές.

Ενδεικτικά, το Brent έχει υποχωρήσει από τα πρόσφατα υψηλά του πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ωστόσο εξακολουθεί να κινείται αισθητά υψηλότερα, περίπου στο +30%, από τα επίπεδα που βρισκόταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου.

Η Capital Economics είχε προειδοποιήσει σε προηγούμενες αναλύσεις της ότι ένα πλήρες κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να ωθήσει το πετρέλαιο ακόμη και πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ακόμη και αν οι δυτικές κυβερνήσεις προχωρούσαν σε αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων. Αντιστοίχως μια συμφωνία, μπορεί να οδηγήσει μεν σε βραχυπρόθεσμη αποκλιμάκωση των τιμών, όμως η πλήρης επαναφορά της ισορροπίας στην αγορά του μαύρου χρυσού μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ίσως να μην επιτευχθεί πριν από το 2027.

Οι αναλυτές εκτιμούν, λοιπόν, ότι η παραμονή του ενεργειακού κόστους σε υψηλά επίπεδα θα συνεχίσει να ασκεί πίεση στις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και την Ασία.

Τα επιτόκια περιορίζουν το περιθώριο νέας ανόδου

Το δεύτερο βασικό πρόβλημα για τις αγορές είναι η νομισματική πολιτική, σαν αποτέλεσμα της εκτίναξης των ενεργειακών τιμών και της αναζωπύρωσης των πληθωριστικών φόβων.

Θεωρώντας ότι οι ενεργειακές τιμές δεν πρόκειται να υποχωρήσουν εύκολα ή γρήγορα, ακόμη και σε περίπτωση συμφωνίας, το τοπίο δεν θα αλλάξει δραστικά ούτε για την επιτοκιακή πολιτική των μεγάλων κεντρικών τραπεζών.

Επιπρόσθετα οι αναλυτές «βλέπουν» αυξημένο κίνδυνο νέων πιέσεων στις τιμές τροφίμων αργότερα μέσα στη χρονιά, καθώς το υψηλό κόστος των καυσίμων και των logistics συνεχίζει να επηρεάζει ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Επιπρόσθετα η Capital Economics προειδοποιεί ότι οι λεγόμενες «δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις», ήτοι η διάχυση της ενεργειακής κρίσης σε μισθούς και υπηρεσίες, δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί πλήρως.

Οι προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες έχουν ήδη μετατεθεί χρονικά προς τα πίσω, αν όχι έχουν ματαιωθεί, λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους και των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.

«Οι μειώσεις επιτοκίων πιθανότατα βγαίνουν εκτός ατζέντας για φέτος στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες ακόμη κι αν τελειώσει ο πόλεμος», επισημαίνει η Capital Economics.

Οι αναλυτές της σημειώνουν δε, ότι αγορές όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι επενδυτές εξακολουθούν να προεξοφλούν σχετικά υψηλά επιτόκια, θα μπορούσαν να εμφανίσουν ισχυρότερη αντίδραση σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι μεγάλο μέρος της αδυναμίας που εμφάνισαν οι μετοχές κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν προήλθε από πανικό των επενδυτών αλλά κυρίως από την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, η οποία πίεσε τις αποτιμήσεις, ιδιαίτερα στον τεχνολογικό κλάδο.

Η ανθεκτικότητα των αγορών μειώνει τις πιθανότητες εκρηκτικού ράλι

Η Capital Economics θεωρεί ότι η διάθεση για ανάληψη ρίσκου παρέμεινε εντυπωσιακά ανθεκτική σε όλη τη διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης, περιορίζοντας έτσι το περιθώριο για μια θεαματική ανοδική έκρηξη σε μετοχές και άλλα πιο ριψοκίνδυνα assets.

Όπως σημειώνει ο Μάθιους, οι αγορές φαίνεται πλέον να συνηθίζουν τη γεωπολιτική ένταση, με αποτέλεσμα κάθε νέα σημαντική είδηση γύρω από τις συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν να προκαλεί μικρότερες αντιδράσεις σε σχέση με τις πρώτες εβδομάδες της κρίσης.

Έτσι, εκτιμά ότι οι επόμενες κινήσεις στις αγορές θα εξαρτηθούν περισσότερο από την πορεία των εταιρικών κερδών, ιδιαίτερα στον νευραλγικό κλάδο της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, παρά από μια πιθανή της έντασης στη αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.

Διαβάστε ακόμη

Σαουδική Αραβία: Πώς μετατρέπει σε πλεονέκτημα την κρίση με το Ιράν (γραφήματα)

Αυτό είναι το πιο όμορφο βαγόνι τρένου στον κόσμο

Επίδομα 1.000 ευρώ: Οι δικαιούχοι και τα κριτήρια ένταξης

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version