search icon

Αγορές

S&P Global Ratings: Αμετάβλητη στο «BBB» η αξιολόγηση της Ελλάδας, με σταθερό outlook

Ο αμερικανικός οίκος διατηρεί το ελληνικό αξιόχρεο μία βαθμίδα πάνω από το κατώτατο επίπεδο της επενδυτικής κατηγορίας - Προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026 και δημόσιο χρέος στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026

Αμετάβλητη στη βαθμίδα «BBB», με σταθερές προοπτικές (stable outlook), διατήρησε τη βαθμολογία του ελληνικού αξιόχρεου η  S&P Global Ratings, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της χώρας στην επενδυτική κατηγορία, ένα σκαλοπάτι πάνω από το κατώτατο όριό της.

Η απόφαση του αμερικανικού οίκου, στο πλαίσιο της δεύτερης προγραμματισμένης αξιολόγησης για το 2026, αποτυπώνει τη στάση αναμονής απέναντι στις προοπτικές της  ελληνικής οικονομίας, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, υψηλών ενεργειακών τιμών και πιέσεων στις διεθνείς αγορές ομολόγων.

Στο επίκεντρο της αξιολόγησης βρίσκονται η δημοσιονομική σταθερότητα, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και η διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, παράγοντες που εξακολουθούν να αποτελούν βασικά στοιχεία της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας.

Παράλληλα, η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις που συνδέονται με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, τις πληθωριστικές πιέσεις και την ανάγκη διατήρησης ισχυρών αναπτυξιακών ρυθμών.

Που δίνει έμφαση η S&P

Στην αξιολόγησή του ο αμερικανικός οίκος επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη και βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στις βαθμίδες «BBB/A-2», τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η S&P στη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας, προβλέποντας ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026, παρά την αύξηση των δημόσιων επενδυτικών δαπανών.

Σύμφωνα με τον οίκο, η θετική δημοσιονομική εικόνα στηρίζεται κυρίως στις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και στη συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας, παράγοντες που συμβάλλουν στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών.

Παράλληλα, η S&P επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά τις διαδοχικές εξωτερικές αναταράξεις, ενώ οι αναπτυξιακές προοπτικές παραμένουν ισχυρές, χάρη στον υψηλό όγκο προγραμματισμένων επενδύσεων.

Οι κίνδυνοι από το χρέος και τις εξωτερικές ανισορροπίες

Παρά τη θετική αξιολόγηση των δημοσιονομικών και οικονομικών επιδόσεων, ο αμερικανικός οίκος εξακολουθεί να εντοπίζει σημαντικές προκλήσεις, κυρίως λόγω των υψηλών επιπέδων δημόσιου και εξωτερικού χρέους.

Όπως επισημαίνει, οι εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας παραμένουν αυξημένες, ωστόσο η συμμετοχή στην Ευρωζώνη και η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργούν προστατευτικά απέναντι στον κίνδυνο μιας κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών.

Σύμφωνα με την S&P, οι σταθερές προοπτικές αντανακλούν ακριβώς την εξισορρόπηση μεταξύ της ισχυρής οικονομικής και δημοσιονομικής επίδοσης και των κινδύνων που συνδέονται με τα υψηλά αποθέματα χρέους.

Τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αναβάθμιση

Ο οίκος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής αναβάθμισης της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Ειδικότερα, μια θετική μεταβολή θα μπορούσε να προκύψει εφόσον καταγραφεί ουσιαστική και διατηρήσιμη βελτίωση των εξωτερικών ανισορροπιών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μείωση της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές.

Επιπλέον, σημαντική αποκλιμάκωση του εξωτερικού χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου αφορά τον δημόσιο τομέα, θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει καταλύτη για αναβάθμιση.

Στον αντίποδα, η S&P προειδοποιεί ότι θα μπορούσε να προχωρήσει σε υποβάθμιση της Ελλάδας σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης των δημοσιονομικών επιδόσεων.

Η διατήρηση της βαθμίδας «BBB» και του σταθερού outlook επιβεβαιώνει έτσι τη θετική αποτίμηση της μέχρι σήμερα οικονομικής πορείας της χώρας, με τον οίκο να συνδέει οποιαδήποτε περαιτέρω βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης με την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών και τη διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των εξωτερικών υποχρεώσεων.

Αιτιολόγηση της αξιολόγησης

Η κυβέρνηση αναμένεται να υπερβεί τους δημοσιονομικούς στόχους το 2026. Τα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού κινείται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, χάρη στις ισχυρές τουριστικές εισπράξεις που στηρίζουν την αύξηση των εσόδων από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), την περαιτέρω υποχώρηση της ανεργίας, καθώς και την επίδραση των μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, οι οποίες συμβάλλουν στην αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Προβλέπουμε πλέον ότι το συνολικό πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωθεί στο 0,8% του ΑΕΠ το 2026, με το πρωτογενές πλεόνασμα να φτάνει το 3,8% του ΑΕΠ. Η επίδοση αυτή θα είναι περίπου μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ υψηλότερη από τον αρχικό κυβερνητικό στόχο. Η βελτιωμένη αυτή πρόβλεψη διατυπώνεται παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες κινούνται πάνω από τα προβλεπόμενα επίπεδα του προϋπολογισμού, ενώ πρόσφατες ανακοινώσεις υποδηλώνουν περαιτέρω αύξηση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από εγχώριους πόρους, αρχής γενομένης από το τρέχον έτος.

Ως αποτέλεσμα, αναθεωρήσαμε ανοδικά τις προβλέψεις μας για τις μελλοντικές δημοσιονομικές επιδόσεις. Το ιστορικό της Ελλάδας ως προς την υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, παρά τις νέες εξωτερικές και γεωπολιτικές αναταράξεις, υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να καταγράφει συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα. Προβλέπουμε ότι αυτά θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ την περίοδο 2027-2029, με το πρωτογενές πλεόνασμα να ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 3,2% του ΑΕΠ.

Η δημοσιονομική εξυγίανση οδηγεί σε μείωση του καθαρού δημόσιου χρέους. Εκτιμούμε ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας, μετά την αφαίρεση των ρευστών διαθεσίμων, θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026, καταγράφοντας βελτίωση κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν στα τέλη του 2019. Η προσδοκία μας για συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε συνδυασμό με τη διατηρήσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, στηρίζει την πρόβλεψή μας για περαιτέρω υποχώρηση του συγκεκριμένου δείκτη στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029.

Η οικονομική δραστηριότητα έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, με βασικό μοχλό τις επενδύσεις, παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον. Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ παρέμεινε σταθερός το δεύτερο τρίμηνο του 2026, διαμορφούμενος στο 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 2% το πρώτο τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει περιορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης μετά τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Ο τουρισμός και οι επενδύσεις αποτελούν τους βασικούς κινητήριους μοχλούς της ανάπτυξης, με τις τελευταίες να υποστηρίζονται ιδιαίτερα από το χρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το σχέδιο του οποίου εισέρχεται στην τελική του φάση.

Η Ελλάδα υπέβαλε τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής από το Ταμείο Ανάκαμψης στις 29 Σεπτεμβρίου 2026. Υπό την προϋπόθεση της αξιολόγησής τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα αιτήματα αυτά σηματοδοτούν την ολοκλήρωση και των 376 οροσήμων και στόχων, καθώς και την πλήρη εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που έχουν κατανεμηθεί στην Ελλάδα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης κατά την πενταετή διάρκεια του σχεδίου.

Τα επίπεδα εισοδήματος συγκλίνουν σταδιακά προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ ο συνεχιζόμενος ισχυρός όγκος προγραμματισμένων επενδύσεων στηρίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές. Παρά την ολοκλήρωση του χρηματοδοτούμενου από την ΕΕ Ταμείου Ανάκαμψης, αναμένουμε ότι η Ελλάδα θα στρέφει ολοένα περισσότερο την προσοχή της σε άλλα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία είχαν προηγουμένως λάβει χαμηλότερη προτεραιότητα.

Παράλληλα, αναμένουμε αύξηση των κονδυλίων για δημόσιες επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από εγχώριους πόρους, καθώς οι αρχές είναι πιθανό να δώσουν προτεραιότητα στη διοχέτευση πρόσθετων δημοσιονομικών ωφελειών σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου.

Σε συνδυασμό με την πιθανή συνέχιση της βελτίωσης στην αγορά εργασίας, προβλέπουμε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2027-2029.

Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να φτάσει τα 35.100 δολάρια το 2029, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 55% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι 47% το 2019.

Θεσμικό και οικονομικό προφίλ: Οι επενδύσεις και ο τουρισμός αντισταθμίζουν τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή

  • Η οικονομική δραστηριότητα έχει παραμείνει ανθεκτική παρά το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ενώ ο ισχυρός όγκος προγραμματισμένων επενδύσεων στηρίζει την πρόβλεψή μας για μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2,1% την περίοδο 2026-2029.
  • Οι βουλευτικές εκλογές, που πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027, ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τη σημερινή κυβέρνηση. Ωστόσο, εκτιμούμε ότι υπάρχει διακομματική συναίνεση σε βασικούς στόχους πολιτικής, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η ενίσχυση της ανάπτυξης του ΑΕΠ.
  • Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές μακροπρόθεσμες προκλήσεις λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Η οικονομική δραστηριότητα διατηρεί την ανθεκτικότητά της χάρη στις ισχυρές τουριστικές εισπράξεις και τις επενδύσεις. Παρά το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η ανάπτυξη του ΑΕΠ συνεχίστηκε και φέτος, με μέσο ρυθμό 1,9% το πρώτο εξάμηνο, περίπου στα ίδια επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια.

Οι ιδιαίτερα ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού, με τις αφίξεις ξένων επισκεπτών να καταγράφουν αύξηση 14,7% σε ετήσια βάση έως τον Ιούνιο, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των επενδύσεων που συνδέονται με έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και τις ικανοποιητικές επιδόσεις των εξαγωγών αγαθών, φαίνεται ότι αντισταθμίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην κατανάλωση των νοικοκυριών από το πρόσφατο ενεργειακό σοκ.

Το εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι, πέρα από τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ, τα νοικοκυριά βρίσκονται σε ισχυρότερη οικονομική θέση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που αναμένεται να στηρίξει την ανάπτυξη.

Αναμένουμε οικονομική ανάπτυξη σε ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, με τη στήριξη της δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν προβλέπουμε σημαντική επιβράδυνση της επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς οι κρατικές χρηματοδοτήσεις προς το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων συνεχίζουν να αυξάνονται, παράλληλα με τη διεύρυνση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου.

Επιπλέον, παρότι οι εκταμιεύσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026, οι δαπάνες για την υλοποίηση των έργων θα συνεχιστούν και το 2027 και το 2028, ιδιαίτερα όσον αφορά έργα που χρηματοδοτούνται μέσω δανείων και περιλαμβάνουν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Στη συνέχεια, αναμένουμε αυξημένη αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών κονδυλίων, των οποίων η Ελλάδα εκτιμούμε ότι θα συνεχίσει να αποτελεί σημαντικό αποδέκτη, δεδομένου ότι είναι η χώρα με το τρίτο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας. Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που μεταμόρφωσαν τη δυναμική της οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών, τοποθετώντας και τους δύο τομείς σε σημαντικά πιο βιώσιμη βάση.

Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση των οικονομικών της δυνατοτήτων. Παρότι ο τραπεζικός τομέας και η αγορά εργασίας έχουν μεταρρυθμιστεί με επιτυχία, οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων έχουν υπάρξει πιο περιορισμένες, όπως και η πρόοδος σε άλλους τομείς, μεταξύ των οποίων οι αντιλήψεις σχετικά με τη διαφθορά.

Η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού της Ελλάδας αποτελούν μακροπρόθεσμο πρόβλημα. Ο πληθυσμός της χώρας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6% σε σχέση με το υψηλότερο επίπεδο που είχε καταγραφεί το 2011, ως αποτέλεσμα της δραματικής υποχώρησης των γεννήσεων τις προηγούμενες δεκαετίες, σε συνδυασμό με το κύμα μετανάστευσης που ακολούθησε την ελληνική κρίση χρέους.

Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι έως το 2050 το ποσοστό των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών θα είναι το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών-μελών της ΕΕ.

Αυτή η δυσμενής αναλογία εξαρτώμενου πληθυσμού αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη.

Στα θετικά στοιχεία, οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις έχουν λάβει σημαντικά μέτρα για τον περιορισμό της δημοσιονομικής έκθεσης του κράτους στις δημογραφικές μεταβολές, κυρίως μέσω των εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων του συνταξιοδοτικού συστήματος μετά την κρίση χρέους.

Πιο πρόσφατες φορολογικές μεταρρυθμίσεις μείωσαν τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες. Ωστόσο, δεν είναι ακόμη σαφές εάν η επίδραση αυτών των αλλαγών θα συμβάλει ουσιαστικά στην ενίσχυση του χαμηλού ποσοστού γεννήσεων.

Οι βουλευτικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027 και, σύμφωνα με τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις, ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από την κυβερνώσα κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), η οποία ωστόσο θα μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία μέσω κυβερνητικού συνασπισμού.

Η δημοτικότητα της Νέας Δημοκρατίας έχει υποχωρήσει από τότε που κέρδισε τις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου 2023, όταν κατάφερε οριακά να εξασφαλίσει το ποσοστό ψήφων που απαιτούνταν για την απόκτηση απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Παρ’ όλα αυτά, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει το δημοφιλέστερο κόμμα στη χώρα, γεγονός που, σύμφωνα με την εκτίμησή μας, καθιστά ιδιαίτερα πιθανό να αναδειχθεί πρώτο κόμμα και στις επόμενες εκλογές, αν και πιθανότατα θα χρειαστεί να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας.

Δεδομένου ότι τα περισσότερα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα συμφωνούν πλέον σε βασικά ζητήματα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για βιώσιμα δημόσια οικονομικά και στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, δεν αναμένουμε ουσιαστική μεταβολή στην κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής μετά τις εκλογές.

“`

Προφίλ ευελιξίας και επιδόσεων: Οι εξωτερικές ανισορροπίες επιβαρύνουν την πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας

  • Οι δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν ισχυρές και αναμένουμε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 3,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2029, ακόμη και με την αύξηση των εγχώριων πόρων που κατευθύνονται σε έργα δημοσίων επενδύσεων.
  • Το χρέος της γενικής κυβέρνησης παραμένει υψηλό, αλλά μειώνεται. Εκτιμούμε ότι το καθαρό δημόσιο χρέος θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ το 2026 και προβλέπουμε περαιτέρω υποχώρησή του στο 107% έως το τέλος του 2029.
  • Η εκτίναξη των διεθνών τιμών της ενέργειας αναμένεται να διευρύνει περαιτέρω τις ανισορροπίες στον εξωτερικό τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις υπερβαίνουν και πάλι τους στόχους. Προβλέπουμε ότι η γενική κυβέρνηση θα καταγράψει φέτος δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 3,8%, έναντι του αρχικού στόχου των ελληνικών αρχών για δημοσιονομικό έλλειμμα 0,1% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 2,8%.

Τα δημοσιονομικά στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τη φορολογία εισοδήματος αποτελούν τους βασικούς παράγοντες υπέρβασης των στόχων, με τα συνολικά ενοποιημένα φορολογικά έσοδα να εμφανίζονται αυξημένα κατά 7,6% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Η υποχώρηση της ανεργίας και οι πρόσθετες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, ιδιαίτερα η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας, έχουν στηρίξει τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις.

Οι δαπάνες κινούνται επίσης πάνω από τον στόχο, κυρίως επειδή οι επενδυτικές δαπάνες πραγματοποιούνται με ταχύτερο ρυθμό από τον αναμενόμενο, λόγω της επιτάχυνσης της ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).

Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό των επιπτώσεων της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ήταν σχετικά περιορισμένα, με δημοσιονομικό κόστος περίπου 0,3% του ΑΕΠ το 2026, και απευθύνονταν κυρίως στις επιχειρήσεις.

Αναμένουμε ότι τα μέτρα αυτά θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα, καθώς, για παράδειγμα, αποσύρθηκαν τον Ιούνιο όταν υποχώρησαν οι τιμές του πετρελαίου, αν και στη συνέχεια τέθηκαν εκ νέου σε ισχύ για τον Οκτώβριο.

Προβλέπουμε ότι η κυβέρνηση θα διατηρήσει σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, με μέσο όρο 3,2% του ΑΕΠ την περίοδο 2027-2029. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνεπαγόταν κάποια χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, με τους πρόσθετους πόρους να κατευθύνονται πιθανότατα στη στήριξη των εισοδημάτων των νοικοκυριών και στις δημόσιες επενδύσεις.

Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σχετικά μικρότερες πρόσθετες πιέσεις δαπανών στον τομέα της άμυνας, καθώς είναι ένα από τα μόλις τρία κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ που δαπανούν σταθερά πάνω από το 2% του ΑΕΠ τους για την άμυνα από το 2014, με το αντίστοιχο ποσοστό να διαμορφώνεται περίπου στο 3% πέρυσι.

Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους βελτιώνεται. Η Ελλάδα διατηρούσε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα καθαρού δημόσιου χρέους παγκοσμίως μετά την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, με τον σχετικό δείκτη να κορυφώνεται στο 192% του ΑΕΠ το 2020.

Ωστόσο, από το 2020 και έπειτα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ παρουσιάζει σταθερή βελτίωση. Για το 2026 προβλέπουμε ότι το καθαρό δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει στο 123% του ΑΕΠ, αισθητά χαμηλότερα πλέον από το αντίστοιχο επίπεδο της Ιταλίας, η οποία εκτιμάται ότι θα έχει το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη, στο 132% του ΑΕΠ.

Έως το 2029 προβλέπουμε ότι ο λόγος καθαρού δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας θα μειωθεί περαιτέρω στο 107%.

Στον υπολογισμό του καθαρού χρέους λαμβάνουμε υπόψη τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα που διατηρεί ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), τα οποία εκτιμούμε ότι θα ανέλθουν σε 33 δισ. ευρώ ή 12,4% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026.

Παρότι το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, η διάρθρωσή του είναι ευνοϊκή. Η σταθμισμένη μέση διάρκεια λήξης ανέρχεται σε περίπου 18,3 έτη, το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης μετά τις πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων (swaps) περιορίζεται σε μόλις 1,9%, ενώ το ελληνικό Δημόσιο διαθέτει σημαντική προστασία έναντι περαιτέρω μεταβολών των επιτοκίων.

Οι ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών είναι πιθανό να διατηρηθούν. Έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο σχετικά περιορισμένων ελλειμμάτων κατά τα χρόνια που ακολούθησαν την κρίση χρέους (2015-2019), το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και έκτοτε παραμένει υπό πίεση, με το έλλειμμα να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 7,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2020-2025.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά εν μέρει την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος και την αύξηση των εισαγωγών που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Ωστόσο, οφείλεται επίσης στην υπερβολική εξάρτηση της οικονομίας από εισαγόμενα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των υδρογονανθράκων, καθώς και στη συνεχιζόμενη περιορισμένη ανταγωνιστικότητα του εξωτερικού τομέα.

Αναμένουμε ότι η πρόσφατη βελτίωση πιθανότατα θα αντιστραφεί, με το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να διευρύνεται στο 7% του ΑΕΠ το 2026, από 5,8% το 2025.

Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης θα αρχίσει να ολοκληρώνει τον κύκλο του από το 2027 και οι τιμές της ενέργειας θα ομαλοποιούνται, αναμένουμε ότι το έλλειμμα θα αρχίσει εκ νέου να περιορίζεται, υποχωρώντας στο 4,5% του ΑΕΠ έως το 2029, που αποτελεί το τελευταίο έτος του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεών μας.

Η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι συγκριτικά αδύναμη και επιβαρύνει το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας. Οι κάτοικοι της Ελλάδας είχαν το 2025 καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση ύψους 304 δισ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχούσε στο 231% των εισπράξεων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (CARs).

Εάν εξαιρεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, τα οποία γενικά θεωρούμε λιγότερο ρευστοποιήσιμα για τους σκοπούς της αξιολόγησης της εξωτερικής θέσης των κρατών, το ποσό αυτό αυξάνεται στα 355 δισ. δολάρια ή στο 270% των εισπράξεων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Η καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερή από το 2022, εξέλιξη που αναμένουμε ότι θα συνεχιστεί. Ωστόσο, τα σημερινά και τα προβλεπόμενα επίπεδα εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πάνω από εκείνα των περισσότερων συγκρίσιμων χωρών.

Σε συνδυασμό με το αυξημένο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αυτή η δυσμενής διάρθρωση του εξωτερικού χρέους συνεπάγεται ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να έχει σημαντικές ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη στις συνθήκες χρηματοδότησης στις διεθνείς αγορές.

Οι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες παραμένουν, κατά την εκτίμησή μας, υπό έλεγχο, παρά την αύξηση των τιμών της ενέργειας. Η εικόνα αυτή στηρίζεται στην οικονομική ανάπτυξη, στην ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και στη συνεχιζόμενη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την ικανότητα των τραπεζών να παράγουν κέρδη και συμβάλλουν στον περιορισμό των κινδύνων των δανειακών χαρτοφυλακίων, παράλληλα με τη βελτίωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και των επιχειρηματικών τους μοντέλων.

Ως αποτέλεσμα, αναθεωρήσαμε σε θετικές τις προοπτικές σειράς ελληνικών τραπεζών που αξιολογούμε νωρίτερα φέτος, όπως αναφέρεται στην έκθεσή μας της 27ης Ιανουαρίου 2026, με τίτλο «Οι προοπτικές των ελληνικών τραπεζών αναθεωρούνται σε θετικές λόγω της υποχώρησης του οικονομικού κινδύνου και της ανθεκτικής κερδοφορίας – Επιβεβαίωση των αξιολογήσεων».

Παρότι οι κίνδυνοι εξακολουθούν να είναι υψηλότεροι από εκείνους ορισμένων συγκρίσιμων χωρών, ο λόγος του εταιρικού χρέους προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις έχουν εξυγιάνει τους ισολογισμούς τους.

Οι βελτιώσεις στο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένου του εκσυγχρονισμένου πλαισίου αφερεγγυότητας και του ηλεκτρονικού μητρώου ενεχύρων, διευκολύνουν περαιτέρω τις διαδικασίες ανάκτησης απαιτήσεων.

Οι υπόλοιποι Οίκοι

Υπενθυμίζεται ότι η S&P είχε διατηρήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές και τον Απρίλιο του 2026, επιλέγοντας να μην προχωρήσει σε νέα αναβάθμιση.

Επίσης, στις 18 Σεπτεμβρίου, η Scope Ratings αναβάθμισε την Ελλάδα σε BBB+ από BBB, διαμορφώνοντας τις προοπτικές σε σταθερές από θετικές. Την ίδια ημέρα, η Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση στο Baa3, αλλά αναβάθμισε το outlook από σταθερό σε θετικό, ανοίγοντας τον δρόμο για πιθανή μελλοντική αναβάθμιση.

Είχε προηγηθεί, στις 4 Σεπτεμβρίου, η DBRS Morningstar, η οποία επιβεβαίωσε τη βαθμίδα BBB, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές από σταθερές. Αντίστοιχα, στις 17 Αυγούστου, ο ιαπωνικός οίκος R&I διατήρησε την Ελλάδα στο BBB, βελτιώνοντας το outlook σε θετικό.

Από την πλευρά της, η Fitch Ratings, στην αξιολόγηση της 8ης Μαΐου, είχε διατηρήσει την Ελλάδα στο BBB με σταθερές προοπτικές.

Επόμενος και τελευταίος σταθμός για το ελληνικό αξιόχρεο είναι η νέα αξιολόγηση της Fitch στις 6 Νοεμβρίου 2026, η οποία θα ολοκληρώσει τον φετινό κύκλο των προγραμματισμένων αξιολογήσεων από τους μεγάλους διεθνείς οίκους.

Exit mobile version