Αλέξανδρος Κασιμάτης

Τι προτιμάτε: Επενδύσεις ή νέους φόρους;

  • Αλέξανδρος Κασιμάτης


Για τη χώρα μας, παρά τις διευθετήσεις που έγιναν με το χρέος, εξακολουθεί σήμερα να είναι σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά του 2011. Για αυτό και είναι επιτακτική ανάγκη να εφαρμοστεί η κατάλληλη δημοσιονομική προσαρμογή που θα υποστηρίζει τη βιωσιμότητα του  χρέους

H εποχή των χαμηλών επιτοκίων έφθασε στο τέλος της. Σήμερα ολοκληρώνεται η διήμερη συνεδρίαση της Fed και καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι ο πληθωρισμός επιμένει και τα σενάρια περί προσωρινότητας διαψεύδονται, οι επενδυτές περιμένουν από τις ανακοινώσεις που θα ακολουθήσουν τη συνεδρίαση, να “διαβάσουν” αν η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ υιοθετεί τώρα μια πιο επιθετική στάση.

Ηδη οι περισσότεροι αναλυτές περιμένουν πως η Fed για πρώτη φορά από τα τέλη του 2018 θα ανακοινώσει στα μέσα Μαρτίου αύξηση του βασικού επιτοκίου. Εκτιμούν μάλιστα πως θα είναι η πρώτη από τις συνολικά τέσσερις αυξήσεις που θα ακολουθήσουν μέσα στο χρόνο για να τιθασευτούν οι πληθωριστικές πιέσεις στις ΗΠΑ που γράφουν ρεκόρ 40ετίας. 

Την προηγούμενη εβδομάδα για πρώτη φορά από τον Μάιο 2019 το γερμανικό δεκαετές ομόλογο βρέθηκε για κάποιο διάστημα σε θετικό έδαφος, μια ακόμη ένδειξη της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται για το κόστος του χρήματος. Επίσης και στις εκδόσεις διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών που βγήκαν τις τελευταίες εβδομάδες, παρατηρήθηκε αύξηση επιτοκίων και μείωση της ζήτησης καθώς οι επενδυτές επιφυλάσσονται λόγω της δυναμικής που παρουσιάζει η αγορά. Μια τάση που εκδηλώθηκε και στην πρόσφατη έκδοση του 10ετούς ομολόγου της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπου η απόδοση έφτασε το 1,83% έναντι 0,80% πριν έναν χρόνο.

Ηδη οι αναλυτές της Citigroup προβλέπουν ότι τον επόμενο χρόνο η ΕΚΤ θα αυξήσει δύο φορές τα επιτόκια. Για τη χώρα μας, παρά τις διευθετήσεις που έγιναν με το χρέος, εξακολουθεί σήμερα να είναι σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά του 2011. Για αυτό και είναι επιτακτική ανάγκη να εφαρμοστεί η κατάλληλη δημοσιονομική προσαρμογή που θα υποστηρίζει τη βιωσιμότητα του  χρέους. Πολιτικά προφανώς και είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρηθεί μια τέτοια δύσκολη ισορροπία, όταν οι πολίτες είναι εξουθενωμένοι από τη δεκαετή ύφεση και τα δύο χρόνια της οικονομίας εν μέσω πανδημίας.

Παρά όμως τις όποιες δυσκολίες αυτή είναι όμως η μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική πρόκληση που έχουμε μπροστά μας. Πολύ απλά γιατί αν δεν παρουσιάζουμε πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία επαρκούν για να καλύπτουν τους τόκους του χρέους ώστε να μην χρειάζεται να προσφεύγουμε σε δανεισμό, η Ελλάδα δεν θα μπορεί να μειώσει το χρέος της. Μόλις οι αγορές παρατηρήσουν να εδραιώνεται αυτή η δημοσιονομική ανισσοροπία θα ξαναγυρίσουμε εκεί που ήμασταν καθώς το κόστος δανεισμού της χώρας θα είναι απαγορευτικό και θα ψάχνουμε απελπισμένα από που να δανειστούμε.

Αυτός είναι ο βασικός και απαράβατος κανόνας στον οποίο υπακούει και θα συνεχίσει να υπακούει η οικονομική πολιτική της χώρας τα επόμενα χρόνια, για όσο χρόνο τουλάχιστον το χρέος μας παραμένει σε δυσθεώρητα επίπεδα. Και είναι ο κανόνας πάνω στον οποίο θα καταρτίζονται όλα τα οικονομικά προγράμματα ασχέτως των κομμάτων που κυβερνούν.

Εμείς, με την ψήφο μας, μπορούμε να επιλέγουμε πως θα εφαρμόζεται ο κανόνας: Με επενδύσεις που θα υποστηρίζουν την ανάπτυξη ή με αύξηση της φορολογίας;