Το ελληνικό «παραγωγικό πρόβλημα», στο οποίο κατά μεγάλο μέρος οφείλεται η υψηλή ανεργία, δεν θα μπορούσε να συμβολιστεί καλύτερα από τη διαπίστωση ότι στη 40ετία 1970-2009 ο παραγωγικός τομέας της χώρας αυξανόταν με ρυθμό χαμηλότερο από 1% τον χρόνο, ποσοστό μικρότερο κι από αυτό της γεννητικότητας. Παράλληλα, όμως, τα ποσοστά διόγκωσης του δημόσιου τομέα ήταν τρομακτικά: από 264.000 άτομα το 1970 σε 824.000 το 2009, ήτοι αύξηση 4% ετησίως, που σημαίνει ότι μπορεί να προσεγγίζει τα 1,2 εκατομμύρια άτομα, μαζί με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το υπάρχον παραγωγικό μοντέλο με το οποίο πορεύεται τις τελευταίες δεκαετίες η χώρα μας είχε ως άμεση συνέπεια να:
1. Προκαλέσει μεγάλη και άδικη φορολογία στα εισοδήματα των φυσικών προσώπων και των επιχειρήσεων, φορολογία η οποία απλώς κουκουλώνει πρόσκαιρα τα ελλείμματα που δημιουργούν οι εκατοντάδες χιλιάδες υπεράριθμοι δημόσιοι υπάλληλοι.
2. Οδηγήσει στην ανεργία διπλάσιους εργαζόμενους και να γονατίσει από τους φόρους τις επιχειρήσεις, που αναγκάζονται να περιορίσουν τις θέσεις εργασίας ή τους μισθούς των εργαζομένων.
3. Παρατείνει την ύφεση στην οικονομία, γιατί το Δημόσιο διαχειρίζεται αναποτελεσματικά και σπαταλά τα χρήματα των φορολογουμένων.
Είναι, λοιπόν, μια λύση η συρρίκνωση του δημοσίου τομέα ή θα έχει τα αντίθετα αποτελέσματα; Είναι γεγονός ότι η συρρίκνωση του Δημοσίου θα λειτουργήσει ευεργετικά στον ιδιωτικό τομέα, αφού ένα μέρος της ανωτέρω σημαντικότατης εξοικονόμησης πόρων θα πάει για την απομείωση του δημόσιου χρέους, ένα άλλο θα επιστρέψει στον ιδιωτικό τομέα και ένα τελευταίο θα καλύψει τη δραστική μείωση των φόρων, όπου θα είναι μεγάλη ανακούφιση για πολύ μεγάλο ποσοστό του ελληνικού λαού.
Σημειωτέον, τα έξοδα του κράτους για το 2014 αντιστοιχούν στα 88 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν ποσοστό 49,3% του ΑΕΠ (της Γερμανίας αντίστοιχα είναι 44,09%, ενώ των ΗΠΑ 25% του ΑΕΠ). Αν η ποσόστωση αυτή μειωνόταν κατά 3%, δηλαδή στο 46,3% του ΑΕΠ, προφανώς θα καλύπτονταν τα ελλείμματα και δεν θα χρειαζόταν αύξηση φορολογίας κατά 8 δισ. ευρώ που ζητούν οι θεσμοί για το 2015-2016 (3% του ΑΕΠ) και θα επιβαρυνθούν σήμερα τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα. Επιπλέον, η ανάπτυξη που θα προέλθει από τη μεταφορά πόρων από το κράτος στην ιδιωτική οικονομία, σε συνδυασμό με τα διαρθρωτικά μέτρα που έχει συμφωνήσει το ελληνικό κράτος με τους δανειστές του να λάβει, όπως η μείωση των γραφειοκρατικών εμποδίων στο επιχειρείν, η άρση των ανελαστικών ρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων κ.ο.κ., θα κινητοποιήσει την ελληνική επιχειρηματικότητα και ίσως καταφέρει να ανακόψει το φαινόμενο οι Ελληνες να εξακολουθούν να επενδύουν σε καφετέριες, σουβλατζίδικα και κομμωτήρια και όχι σε δραστηριότητες, καινοτόμες και κυρίως με εξαγωγικό προσανατολισμό. Επιπροσθέτως, θα ενθαρρύνει τις εγχώριες και ξένες επενδύσεις και, το κυριότερο, θα αλλάξει τις οικονομικές προοπτικές των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Αδύναμη, ωστόσο, εμφανίζεται η οικονομία να αξιοποιήσει την εσωτερική υποτίμηση στην κατεύθυνση, αφενός, της μεγαλύτερης αύξησης των εξαγωγών και, αφετέρου, της υποκατάστασης των εισαγωγών. Οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής επιχειρηματικότητας, σε συνδυασμό με την αποεπένδυση στη βιομηχανία ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης, αφαίρεσαν ουσιαστικά τη δυνατότητα να αποτελέσει η εξωστρέφεια το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας και η ύφεση να μετατραπεί σε εφαλτήριο για την περίφημη ανασυγκρότηση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Καθώς ένα νέο πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται, από τώρα και στο εξής, με ταχύτατους ρυθμούς, οι κυβερνήσεις στο μέλλον θα πορεύονται με βάση τέσσερα κυρίαρχα αξιώματα:
1. Δεν θα υπάρχει πλούτος χωρίς παραγωγή.
2. Δεν υπάρχει κοινωνική προστασία χωρίς πλούτο.
3. Δεν υπάρχει Δικαιοσύνη χωρίς ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
4. Δεν μπορεί να λειτουργήσει σοβαρό πολιτικό σύστημα αν αυτό δεν στηρίζεται στην ευθύνη, στην επιχειρηματικότητα, στην αξιοκρατία, στην προστασία των αδυνάτων και στο κράτους δικαίου. Για να υπάρξει βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης που να στηρίζεται στον ιδιωτικό τομέα χρειάζεται αλλαγή του αναπτυξιακού υποδείγματος, που σημαίνει απελευθέρωση παραγωγικών πόρων, νέα αναδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας για νέες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και επανατοποθέτηση κεφαλαίων σε εμπορεύσιμες παραγωγικές δραστηριότητες και προϊόντα. Προϋπόθεση της αναδιάρθρωσης αυτής είναι, αφενός, η αλλαγή της σχέσης δημόσιου – ιδιωτικού, με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στο ΑΕΠ να αυξάνει από το 40% στο 65%-70%, και, αφετέρου, η ρεαλιστική παραγωγική αναγέννηση ως αποτέλεσμα της «Σουμπετεριανής δημιουργικής καταστροφής», που αφορά τις μέχρι σήμερα «άρρωστες» επιδοματικές πολιτικές που κατέστρεψαν την ελληνική παραγωγή και, το κυριότερο, διάβρωσαν τις συνειδήσεις των ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου στη λογική του εύκολου και ακάματου πλούτου.
*Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδος (ΣΕΛΠΕ)
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.