Τις προάλλες το ΔΝΤ έκανε την αυτοκριτική του λέγοντας ότι ευθύνεται διότι δεν επέμεινε στη μείωση του ελληνικού χρέους. Σε τι ακριβώς αποσκοπεί αυτή η αυτοκριτική; Ασφαλώς και πρέπει το ελληνικό χρέος να ρυθμιστεί περαιτέρω. H ρύθμιση που αναμένεται ότι θα γίνει σύντομα -θεωρείται βέβαιη ακόμη και από την εποχή Σαμαρά- είναι η μεγάλη επιμήκυνση -κατά 50 χρόνια- που έχει ατύπως συμφωνηθεί και η διατήρηση των ιδιαίτερα χαμηλών επιτοκίων (1,9%) ακόμη και αν τα επιτόκια των αγορών αυξάνονται. (Σημειωτέον ότι προχθές η Fed αύξησε το επιτόκιο του δολαρίου και αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσουν όλοι – και η Ευρώπη κάποια στιγμή.) Οσο λοιπόν η Ελλάδα παραμένει σε πρόγραμμα και εφόσον τα επιτόκιά της είναι σχεδόν μηδενικά, το πρόβλημα του χρέους αντιμετωπίζεται. Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι το 2022 έχουμε παγωμένο χρέος, δηλαδή δεν πληρώνουμε τίποτα.
Αυτή τη στιγμή η χώρα δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές. Αλλά ακόμη κι αν οι αγορές μάς δάνειζαν, τα επιτόκια θα ήταν πολύ υψηλότερα και το χρέος θα μετατρεπόταν αυτομάτως σε πρόβλημα. Αν τελικώς συμφωνηθεί μια διαγραφή μέρους του χρέους, πράγμα που δεν αποκλείεται, η κατάσταση θα βελτιωθεί άρδην και δεν θα αποτελεί πλέον πρόβλημα. Γιατί λοιπόν το ΔΝΤ εμφανίζεται προβληματισμένο;
Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Σύμφωνα με πληροφορίες, ωστόσο, ανώτατα στελέχη του οικονομικού επιτελείου αποδίδουν αυτή την «αυτοκριτική» σε εσωτερικά προβλήματα του Ταμείου. Το ΔΝΤ δέχεται κριτική από πολλές χώρες-μετόχους του, επειδή δάνεισε την Ελλάδα. Γιατί έδωσε τόσο πολλά λεφτά σε μια πλούσια ευρωπαϊκή χώρα. Γι’ αυτό και θέλει να απεμπλακεί από αυτή την ιστορία. Θέλει να φύγει διότι δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις υψηλές χρηματοδοτήσεις σε μια πλούσια χώρα όταν σε άλλες δίνει λεφτά με το σταγονόμετρο. Στο ΔΝΤ θεωρούσαν αρχικά ότι η Ελλάδα θα έβγαινε σύντομα στις αγορές και ότι έτσι θα ξεμπέρδευαν. Ομως η χώρα μας δεν μπορεί να βγει στις αγορές και το ΔΝΤ είναι εγκλωβισμένο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ταμείο έκανε πολλά λάθη στο ελληνικό πρόγραμμα, όπως κάναμε και εμείς και οι Ευρωπαίοι, αλλά η βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα του ΔΝΤ είναι ότι θέλει να φύγει και δεν μπορεί επειδή η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει ακόμη στις αγορές.
Οι Ευρωπαίοι βεβαίως δεν θέλουν να το αφήσουν να φύγει γιατί μετά θα πρέπει να μας χρηματοδοτούν μόνοι τους. Αρα, είμαστε και οι τρεις εγκλωβισμένοι, εμείς, η Ευρώπη και το ΔΝΤ.
Το πρόβλημά μας, όμως, δεν είναι το ΔΝΤ, αλλά το πώς θα περάσουμε τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις, όπως είναι το Ασφαλιστικό και η φορολόγηση των αγροτών. Πολιτικά υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες και για τα δύο πακέτα μέτρων διότι έχουν πολιτικό κόστος. Ομως είναι σημαντικές μεταρρυθμίσεις, αναγκαίες για τον εξορθολογισμό των δημόσιων οικονομικών, και συνδέονται και οι δύο με την περαιτέρω χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας. Με λίγα λόγια, αν δεν τα ψηφίσει η Βουλή, κόβεται η χρηματοδότηση. Τι μας συμφέρει να κάνουμε; Να ολοκληρώσουμε όλα όσα μένουν και να μπούμε κι εμείς στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ για να αρχίσει η χρηματοδότηση της οικονομίας.
Αντίθετα με το ΔΝΤ που θέλει να φύγει, οι Ελληνες πολιτικοί θέλουν να μείνουν στην εξουσία με κάθε τρόπο. Ιδίως δύο από αυτούς δεν θέλουν να φύγουν με τίποτα. Ο λόγος για τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κώστα Καραμανλή.
Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτοί οι δύο συνεννοούνται μεταξύ τους για να μην αλλάξει τίποτα, για να διαχειρίζονται οι ίδιοι την εξουσία και να μην αφήσουν κανέναν άλλο να δοκιμάσει. Από τη μία λοιπόν έχουμε τον Τσίπρα ο οποίος δεν μπορεί να κυβερνήσει, ό,τι θέλει να κάνει του το απορρίπτουν οι ξένοι, δεν έχει αντιληφθεί ούτε πώς λειτουργεί η Ευρώπη, ούτε πού πρέπει να πάει τη χώρα και ουσιαστικά πρωθυπουργεύει τηλεοπτικά. Από την άλλη, έχουμε τον Καραμανλή να προσπαθεί να «κανονίσει» ποιος θα γίνει αρχηγός της Ν.Δ., έχοντας κυρίως ως στρατηγική να μην αλλάξει τώρα η ηγεσία και να μην μπει κανένας νεότερος, ώστε αν τελικά το αποφασίσει κάποια στιγμή, να αναλάβει ξανά εκείνος. Αυτή εξάλλου είναι και η στρατηγική όλων των στελεχών της Ν.Δ. κάτω των 50 ετών, που δεν θέλουν να μπει κανένας άλλος εκτός του Μεϊμαράκη στην ηγεσία του κόμματος για να μην τους… κόψει το μέλλον.
Καθώς λοιπόν ο πολιτικός κόσμος αρνείται ή δεν μπορεί να αλλάξει, το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να αποτελεί τροχοπέδη για τη χώρα. Από τη μία αντιδρά σε οποιαδήποτε αλλαγή, από την άλλη δεν έχει κανένα ξεκάθαρο και ρεαλιστικό σχέδιο για να βγάλει τη χώρα από την κρίση και τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των πιστωτών. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ηγεσίες, αλλά και τα κόμματα. Ποια είναι η ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα; Και το ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα, ποια είναι η ιδεολογία της Ν.Δ.; Ξεκάθαρη ιδεολογία δεν διαθέτει κανείς, ούτε το ΠΑΣΟΚ της Φώφης, ούτε καν το Ποτάμι του Θεοδωράκη (ο τελευταίος δικαιολογείται κάπως διότι το κόμμα είναι πολύ καινούριο).
Εδώ πρέπει να ξαναφτιαχτούν τα κόμματα από την αρχή. Να φτιαχτεί ξανά ένα σοσιαλδημοκρατικό κεντροαριστερό κόμμα, να φτιαχτεί ένα φιλελεύθερο κόμμα, να ξεχωρίσει η Λαϊκή Δεξιά από τους νεοφιλελεύθερους (αν υπάρχουν), να σταθεροποιηθούν κάποια κόμματα στον κεντρώο χώρο. Εχουμε λοιπόν ηγέτες χωρίς όραμα και χωρίς ικανότητες και κόμματα χωρίς ιδεολογίες, χωρίς αρχές, χωρίς οδικούς χάρτες, που έλεγε και ο ΓΑΠ. Εχουμε δηλαδή πολύ δρόμο ακόμη μέχρι να καταφέρουμε να γίνουμε ξανά ανεξάρτητη και αυτοδιοικούμενη χώρα. Μέχρι τότε, ας απολαύσουμε τον πόλεμο φατριών και φεουδαρχών, γνωρίζοντας βεβαίως ότι δεν μας οδηγεί πουθενά.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.